[… ο επίσκοπος] Άκουσε μια μέρα το ακόλουθο περιστατικό:

Ένας φουκαράς, που αγαπούσε τη γυναίκα του και το παιδί του, αναγκάστηκε να φτιάξει, πάνω στην απόγνωσή του – δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα -, κίβδηλα νομίσματα.

Η ποινή για τους παραχαράκτες, την εποχή εκείνη, ήταν θάνατος. Η γυναίκα του πιάστηκε από την αστυνομία, γιατί το πρώτο κίβδηλο νόμισμα του συζύγου της θέλησε να το κυκλοφορήσει αυτή. Οι αποδείξεις, ως εκείνη τη στιγμή, ήταν μόνο εναντίον της. Απ’ αυτήν εξαρτιόταν και η σύλληψη του άντρα της. Όμως αρνήθηκε να κάνει αποκαλύψεις για να ελαφρύνει τη θέση της. Ο εισαγγελέας, βλέποντας την επιμονή της, κατάφερε με διάφορα τεχνάσματα να την πείσει πως ο άντρας της την απατούσε. Αυτή τότε, πληγωμένη από ζήλεια, τα είπε όλα. Η θέση του παραχαράκτη ήταν πολύ κρίσιμη, γιατί θα δικαζόταν σε λίγο μαζί με τη συνένοχό του.

Όλοι σχολίαζαν το περιστατικό. Ο επίσκοπος δεν έλεγε τίποτα. Στο τέλος ρώτησε:

– Και πού θα δικαστούν οι δυο αυτοί;

– Στο κακουργιοδικείο.

Κι ο εισαγγελέας πού θα δικαστεί; ρώτησε πάλι ο επίσκοπος.

Victor Hugo, Les misérables.

0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments