Παρασκευή – Η πρηνής θέση του σκοπευτή

Πηγή: http://lapositiondutireurcouche.blogspot.com/2012/02/blog-post_24.html

Παρασκευή, ρεπό και επιτέλους κοιμήθηκα λίγο σαν άνθρωπος.

Από το ισόγειο μου φαίνεται ένα τραποζοειδές παραλληλόγραμμο ηλιόλουστου μπλε ουρανού, αλλά ακόμα και μετά από τόσες συννεφιασμένες μέρες δε θέλω να βγω έξω. Δε θέλω να με δει ο ήλιος. Ούτε γω θέλω να τον δω. Γιατί είναι απο εκείνες τις μέρες που έχουνε ανοίξει οι χαραμάδες και τρέχουν τα ζουμιά ενός σαπισμένου σώματος που έχεις κλείσει στο διπλανό δωμάτιο. Ενός ακόμα. Τρεις δεκαετίες και τρεις νεκροί. Ένας για κάθε μια τους. Ένας να την κλείνει και να πεθαίνει μαζί του και αυτή… Και να χάνονται οι αναμνήσεις γιατί απλούστατα ένας δεν μπορεί να κρατήσει μια ανάμνηση. Στον ένα η ανάμνηση είναι υποκειμενική, εμπλουτισμένη με φανταστικά στοιχεία του πως έπρεπε να είχε γίνει, με χαμένες λεπτομέρειες, με σκοτεινά σημεία… Μαζί με τον άλλο οι αναμνήσεις ζωντανεύουν. Κάθεσαι και την ξαναζείς με μια μπύρα ή ένα καφέ. Στον έναν είναι μια φαντασίωση…

 
Παρασκευή, ρεπό και επιτέλους κοιμήθηκα σαν άνθρωπος. Το κεφάλι είναι καθαρό και τα μάτια δεν τσούζουν απο τον 4ωρο ύπνο. Αλλά σήμερα μπορεί και να τα προτιμούσα έτσι. Όπως προτιμώ και να κρυώνω. Δε μαρέσει να κοιμάμαι πολύ, βλέπω όνειρα όμορφα όνειρα και ύστερα ξυπνάω σε έναν σκατένιο κόσμο και δεν την παλέυω μία. Απλά δεν το αντέχω. Και έτσι κάθε μέρα ένα καινούριο χρώμα θλίψης στρώνεται πάνω απο το παλιό. Και βρέχει και οι τοίχοι μαζεύουν υγρασία. Και με τον καιρό φουσκώνουν και πέφτουν τα χρώματα και λες “Πω, πω το έχω βάψει τόσες φορές αυτό το σπίτι;” Ωραία θα ‘ταν. Αλλά έχω αλλάξει 15 σπίτια απο τότε που γεννήθηκα. Και δεν είμαι τόσο μεγάλος πια. Και ψάχνεις να βρεις. Ποιος έβαψε τόσες φορές το σπίτι. Και ποιο είναι αυτό το σπίτι στο οποίο τελικά μένεις. Και αν είναι τελικά σπίτι… Και αν τελικά μένεις εκεί…
 
Παρασκεύη, ρεπό και επιτέλους κοιμήθηκα σαν άνθρωπος. Και εκεί που νομίζεις ότι εκείνο το σημείο στην θωράκιση σου έχει μπαλωθεί καλά με εκείνο το κομμάτι σίδερο που βρήκες σε κάτι μπάζα δίπλα σε ένα ρέμα, κάνεις ένα βήμα και ακούς το ντρίγκι ντράγκα. Στην αρχή λες ειναι τα ψιλα στην τσέπη. Τα βάζεις στο πορτοφόλι αλλά ο θόρυβος συνεχίζεται. Και τον αγνοείς για λίγο ελπίζωντας το μυαλό σου να τον αφομοιώσει όπως τον ήχο της καρδιάς, όπως το συνεχές βούισμα στα αυτιά από τότε που έσκασε μια κρότου λάμψης δίπλα σου στη Μητροπόλεως. Αλλά όχι. Ο ήχος είναι εκεί για να σε ενοχλεί και καμιά φορά όταν κάνει αέρα όχι μόνο.
 
Και σκάνε οι αναμνήσεις πάλι. Όπως τότε που ήμουνα έξι, μέναμε στο χωριό, ήταν χειμώνας, είχαμε μια σόμπα κουζίνα που δούλευε με ξύλο (σπουδαίο μηχάνημα!), και είχα φάει όλο μου το απόγευμα για να καταφέρω να γράψω το γράμμα ξ σε μία λέξη που έπρεπε να αντιγράψουμε στην πρώτη δημοτικού. Δεν είχαμε να φάμε εκείνους τους χειμώνες. Δύο μήνες του χειμώνα έπρεπε να βγουν με δανεικά μέχρι να ανοίξει η τουριστική σεζόν… Αλλά πάντα υπήρχε ένα ξύλο να ζεσταίνει και μια φέτα ψωμί με λάδι και ζάχαρη. Πάντα πρέπει να υπάρχουν αυτά ρε γαμώ το Χριστό σας. Πάντα. Ακούτε;
 
Και μετά βρίσκεσαι το καλοκαίρι σε μια παραλία. Με την αρμύρα πάνω στο δέρμα να σε καίει αλλά να μη σε νοιάζει. Να ‘σαι 12 ή 14 ή 16. Να κάθεσαι δίπλα στην Ελένη, την Άννα, στη Βάσω και να μυρίζεις το σώμα της. Να μην την ακουμπάς. Να μην την έχεις ακουμπήσεις ποτέ. Αλλά να νιώθεις στους πέντε πόντους τη ζεστασιά του μηρού της. Να πιάνεις στον αέρα 30 μυρωδιές αλλά το μυαλό σου να έχει απομονωσεί τη μυρωδιά από τα στήθη της και την αρμύρα. Και μετά να γυρνάς με τα πόδια γιατί έχασες το τελευταίο λεωφορείο. Να έχει σουρουπώσει αλλά να κάνει ακόμα ζέστη. Να έχεις ιδρώσει να έχει ιδρώσει και αυτή. Και να μυρίζει ο ιδρώτας, μαζί με την αρμύρα, μαζί με τη θάλασσα, μαζί με την αρμύρα, μαζί με τα στήθη. Και να θες να χωθείς σε όλες αυτές τις μυρώδιες. Να φτάνεις στην διασταύρωση και να πρέπει να χωρίσεις. Να στέκεσαι σε μια στιγμή αμηχανίας με κομμένη την ανάσα. Να κοιτάς και να κοιτάει. Πρέπει να ακουμπήσεις. Πρέπει να δώσεις μια αγκαλιά και ένα φιλί. Αλλά να μην κάνεις τίποτα. Αργότερα θα βρεθείς το βράδυ στην πλατεία. Αυτή και εσύ πλυμένοι και μυρωδάτοι. Άλλοι άνθρωποι πια.
 
Και μετά βρίσκεσαι σε ένα παγωμένα ζεστό λευκό δωμάτιο. Με τον ήλιο να δύει σε μια αντανάκλαση πάνω σε ένα σοσιαλιστικού ρυθμού κτήριο. Βρώμικες κουρτίνες αριστερά και δεξιά. Μια πράσινη μία λευκή. Δεν έχεις κοιμηθεί. Δεν θες να κοιμηθείς. Κάθεσαι και σκέφτεσαι ότι το ανθρώπινο σώμα είναι ένα σακί με κρέας ζουμιά και κόκκαλα… Σαν αυτά που έπαιρνε ο πατέρας σου από το χασάπη που είχε για πέταμα για να φάν οι σκύλοι. Κάθεσαι και σκέφτεσαι πόσες ανάσες έχεις πάρει εσύ και πόσες ο άλλος. Κάθεσαι και σκέφτεσαι πόσο σε αλλάζει η αρρώστια. Κάθεσαι και σκέφτεσαι τι μπορεί να σκέφτεται. Αλλά ακούς κιόλας. Το διπλανό κρεβάτι και ένα συνεχές μουρμουρητό πόνου. Τον καπετάνιο δίπλα που πέρασε όλο το βράδυ γονατιστός κρατώντας το χέρι της γυναίκας σου. Και βλέπεις. Έναν άντρα δύο μέτρα να έχει ζαρώσει και μια γυναίκα ενάμισι μέτρο να έχει στυλωθεί σα βράχος. Να μουρμουρίζει και να τραγουδάει… Κάτσε ρε μαλακά… τραγουδάει. Τραγουδάει ρε μαλάκα… Τραγουδάει στην κόρη της που φέυγει. Καλεί κάθε δύναμη της φύσης να πει ένα τραγούδι για αυτό που χάνει. Αλλά τραγουδάει. Και δεν τρελλαίνεται. Και δεν πηδάει απο το παράθυρο. Δε θέλει χάπια ούτε χάδια. Θέλει να τραγουδήσει.
 
Και μετά βρίσκεσαι σε ένα δρόμο. Είναι βράδυ. Δεν υπάρχει αέρας. Και δεν έχεις μύτη. Δεν ξέρεις αν είναι καλοκαίρι ή χειμώνας. Δεν έχει σημασία. Είσαι το ίδιο ιδρωμένος. Και κόβεις βόλτες. Ακούγεται θόρυβος. Θέλεις να γυρίσεις πίσω εκεί που ήσουνα. Χαμογελάς σε αγνώστους! Χαμογελάς σε αγνώστους! Πότε ρε άλλοτε έχεις ξαναχαμογελάσει σε αγνώστους σε αυτή τη γαμημένη πόλη; Πότε; Στέκεσαι να δεις αν μια γυναίκα είναι καλά που έχει σωριαστεί κάτω. Ανεβαίνεις στην άλλη παράλληλο να δεις τι γίνεται εκεί. Οι δρόμοι τινάζονται σαν σεντόνι που θες να το τινάξεις. Ο αέρας πηχτός. Κάνεις ένα τσιγάρο. Και σκέφτεσαι: Κάποτε σε αυτή τη γαμημένη πόλη έτσι θα το γιορτάζουμε. Θα χωριζόμαστε στα δύο. Θα φορτωνόμαστε αλεύρια και στρακαστρούκες και θα κυνηγάμε να μπουγελώσουμε ο ένας τον άλλο μέσα στους δρόμους της. Και θα καίμε τα πιο άσχημα της κτήρια 2 φόρες το χρόνο μέσα στη χαρά μας και τη λύπη μας στην μνήμη όλων εκείνων που αγαπήσαμε. Στην μνήμη όλων εκείνων που θέλησαν να τραγουδήσουν.
 
Και μετά από όλα αυτά ακόμα δεν ξέρεις που βρίσκεσαι και ακόμα δεν ξέρεις που θες να βρεθείς. Το μόνο που θες είναι να τραγουδήσεις.

Σχόλια

0 0 votes
Βαθμολογία άρθρου
Subscribe
Notify of
guest
0 Σχόλια
Inline Feedbacks
View all comments
Μετάβαση στο περιεχόμενο