Τράβηξε την τελευταία τζούρα από το τσιγάρο. Κατάπιε τον καπνό κλείνοντας λάγνα τα μάτια, κι έγειρε το κεφάλι προς τα πίσω. Το χέρι κατέβηκε αργά προς το τραπεζάκι δίπλα της. Τα δάχτυλα άνοιξαν και το τσιγάρο έπεσε μέσα στο ποτήρι με το τσίπουρο. Τσσσζζζζ…  Άνοιξε τα μάτια της αργά, κοίταξε το ταβάνι. Πέρασε λίγα λεπτά ακίνητη, λες και σκεφτόταν κάτι. Μαλακίες. Τίποτα δεν σκεφτόταν.

Με μια απότομη κίνηση τράβηξε το λουρί που ήταν δεμένο στο μπράτσο της καρέκλας. «Τζακ, γάβγισε για μένα. Μόνο για μένα». Σιωπή. «Είπα, γάβγισε», ενώ άρχισε να σφίγγει το λουρί στο χέρι της περισσότερο. Σιωπή. Γύρισε το κεφάλι της σε κανονική στάση, σήκωσε το πόδι της αργά και άρχισε να χαϊδεύει με την πατούσα της τον σβέρκο του Τζακ. «Το ξέρω ότι θες να γαβγίσεις για μένα. Αφού είσαι δικός μου. Εγώ σε ταΐζω, εγώ σε πάω βόλτα, εγώ σου κρατάω παρέα…».

Ο Τζακ γύρισε το κεφάλι του προς το μέρος της και την κοίταξε με λυπημένα μάτια. Ήξερε ότι μόνος του δεν θα μπορούσε να ζήσει, το έβλεπες στα μάτια του ότι ήταν ανήμπορος. Και της χρώσταγε πολλά. Το φαΐ, τη στέγη, την προστασία από το κρύο. Αλλά αυτό το λουρί στο λαιμό του δεν το άντεχε. Δεν είχε γεννηθεί με λουρί. Δεν είχε μεγαλώσει έτσι. Πάντα έτρεχε ελεύθερος, έπαιζε χαρούμενος, έκανε παρέες με άγνωστους, περαστικούς, με τον καθένα. Αλλά, μεγάλωσε και αυτός και έπρεπε να συντηρήσει τον εαυτό του με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Ένστικτο επιβίωσης. Όλα τα ζωντανά το έχουν. Έτσι μου είπαν τουλάχιστον.

Τον βρήκε μια μέρα σε μια πλατεία. Είχε βγει να πετάξει τα σκουπίδια της και τον είδε κουλουριασμένο δίπλα σε ένα παγκάκι. Νηστικός, μόνος, να κρυώνει. Άνοιξε την σακούλα και του πέταξε τα αποφάγια μπροστά του. Και αυτός όρμησε με τα μούτρα στο κρύο κράσπεδο και άρχισε να καταβροχθίζει το μουχλιασμένο κοτόπουλο και τα σάπια πορτοκάλια. Εκείνη κάθισε στο παγκάκι και τον κοίταγε. Άναψε τσιγάρο. Απολάμβανε την μιζέρια του ζωντανού. «Πώς σε λένε ρε; Τι ρωτάω; Δεν θα μου πεις.» Ο Τζακ άκουγε αλλά δεν γύρναγε να την κοιτάξει. Είχε να φάει πέντε μέρες. Μέχρι και σκατά θα έτρωγε αν του έδινε κανείς. «Λοιπόν, θα σε λέω Τζακ. Έτσι δεν φωνάζουν όλοι τους σκύλους που δεν έχουν όνομα; Τζακ, λοιπόν.» Ο Τζακ είχε τελειώσει το φαΐ και τώρα έγλειφε το πάτωμα για να μην μείνει τίποτα από την σαπίλα που του έδωσε εκείνη. «Να σου πω ρε, θες σπιτικό και ένα πιάτο φαΐ;» Τότε, γύρισε απότομα το κεφάλι του και τα μάτια του έλαμψαν. «Θα σε πάρω σπίτι μου. Θα σε φροντίζω. Δηλαδή, το φαΐ σου, την στέγη σου θα τα έχεις. Αλλά και συ θα είσαι ο πιο πιστός σκύλος του κόσμου. Δεν θα φύγεις ποτέ από το σπίτι και θα με υπακούς σε ό,τι σου λέω. Σύμφωνοι;» Ο Τζακ ανασηκώθηκε και με τα μπροστινά του πόδια κάθισε πάνω στα μπούτια της. Σαν να την ευγνωμονούσε, σαν την προσκύναγε. Είχε βρει την σωτηρία του. Και το τίμημα, ποιος το χέζει; Θα είχε ό,τι χρειάζεται για να ζήσει. Φυσικά και θα την υπάκουγε. Φυσικά και δεν θα την άφηνε ποτέ. Θα γινόταν ο πιο πιστός σκύλος του κόσμου. «Γουφ» της απάντησε. Και φύγαν παρέα από την πλατεία.

Έτσι βρέθηκε ο Τζακ στο σπίτι της. Και στην αρχή περνούσε καλά. Δεν τον ένοιαζε που έμενε συνέχεια μέσα. Είχε φαΐ και ζέστη. Και μια σωστή «δουλειά». Φύλαγε την αφεντικίνα του από τους κλέφτες, τους ληστές, τους βιαστές. Όλους αυτούς που δεν ήρθαν ποτέ για να την πειράξουν. Αλλά αυτός την φύλαγε. Και ο καιρός περνούσε. Έκανε ό,τι ήθελε εκείνη. Έτρεχε να πιάσει τα μπαλάκια που του πέταγε, γάβγιζε όποτε του έλεγε εκείνη, κυλιόταν στην πλάτη του για να την διασκεδάσει, κουλουριαζόταν στον καναπέ δίπλα της τα βράδια που έβλεπε τηλεόραση, έμαθε να κάνει την ανάγκη του στο πίσω μπαλκόνι που δεν το έβλεπε κανείς… Ό,τι ήθελε εκείνη. Η σωτήρας του. Αλλά γρήγορα άρχισε να αισθάνεται μόνος. Κανένας δεν ερχόταν στο σπίτι για επίσκεψη. Μόνο μ’ αυτήν πέρναγε τις μέρες και τις νύχτες του. Η μόνη έξοδός του ήταν τα Σάββατα. Βράδυ στην ταράτσα. Μόνο στην ταράτσα. Οι δυο τους να ατενίζουν την πόλη από ψηλά.

Μια μέρα ο Τζακ το πήρε απόφαση. Δεν ήθελε άλλο αυτήν την ρουτίνα. Δεν τον ένοιαζε πλέον η ασφάλειά του. Τον ένοιαζε η ζωή του. Ήταν νέος εξάλλου, για να περνάει τον καιρό του μέσα σε σαράντα τετραγωνικά. Αποφάσισε να το σκάσει. Μάζεψε όλα του τα κουράγια και τον θυμό του και σηκώθηκε να φύγει, όταν αυτή είχε βγει έξω να πετάξει τα σκουπίδια. Είχε ξεχάσει την πόρτα ανοιχτή, οπότε δεν του ήταν δύσκολο να φύγει. Πετάχτηκε στην σκάλα και άρχισε να τρέχει προς την είσοδο. Αλλά δεν τα κατάφερε. Στην μέση της διαδρομής προς την ελευθερία συναντήθηκε με τον σωτήρα του. Τον δυνάστη του. Την αφεντικίνα του. Το ξύλο που ακολούθησε θα το θυμάται μια ζωή. Εκείνη φώναζε σαν την τρελλή. «Εγώ σου φέρθηκα με τον καλύτερο τρόπο. Σου έδωσα ό,τι  χρειάζεσαι για να ζήσεις και συ με ξεπληρώνεις έτσι; Μπαστάρδι! Τώρα θα δεις τι έχεις να πάθεις!» Αυτό ήταν το βράδυ που μπήκε το λουρί. Και δεν βγήκε έκτοτε. Ήταν μόνιμα δεμένο στο μπράτσο της καρέκλας. Έβγαινε από εκεί μόνο όταν έπρεπε να τον πάει στο μπαλκόνι για να χέσει και να κατουρήσει. Και πέρασε πολύς καιρός μέχρι να αποφασίσει να τον βγάλει στην ταράτσα ξανά. Ακόμα και τότε, ήταν πάντα δεμένος με το λουρί.

Και οι μήνες περνούσαν. Και δεν παραπονιόταν, δεν γάβγιζε, δεν διαμαρτυρόταν για τίποτα. Είχε πέσει σε ένα τέλμα. Δεν ανταποκρινόταν σε τίποτα. Εκείνη προσπαθούσε να τον επαναφέρει στην πρότερη «βέλτιστη» κατάσταση. Με το καλό, με το κακό, με το άγριο, με το ήρεμο. Ο Τζακ δεν ανταποκρινόταν όμως. Καθόταν όλη μέρα κουλουριασμένος στην μελαγχολία του. Σκεφτόταν την μέρα που θα καταφέρει να ξεφύγει από το λουρί του και θα ξαναβρεί την ελευθερία του. Νύχτα μέρα σκεφτόταν το τι θα έκανε αν ήταν στον δρόμο. Αλλά δεν τολμούσε να ψάξει τον τρόπο να φύγει. Ζούσε με το όνειρο της απελευθέρωσής του. Και μόνο με αυτό. Μάζευε οργή, μάζευε πόνο, μάζευε απόγνωση. Μάζευε, μάζευε, μάζευε. Και περίμενε στωικά τον από μηχανής θεό.

Εκείνη τον είχε βαρεθεί. Αλλά δεν ήθελε να τον αφήσει να φύγει. Της ανήκε. Εκείνη τον είχε «φτιάξει» όπως ήθελε. Τον έκανε ό,τι γούσταρε. Του έδινε και ένα ξεροκόμματο και όλα καλά. Δεν της κόστιζε τίποτα. Ίσα-ίσα. Της έδινε πολλά περισσότερα απ’ όσα αυτή. Ήταν το προσωπικό της παιχνίδι, αυτός που της έφερνε τα μπαλάκια και της παντόφλες της. Αυτός που την ξύπναγε με παιχνίδια, αυτός που γάβγιζε όταν του έλεγε και σώπαινε όταν είχε πονοκέφαλο. Μα πάνω απ’ όλα της έδινε την πρέζα της: την δύναμη που είχε πάνω του. Αυτή η αλαζονεία που τρέφεται μόνο με εξουσία, με επιβολή. Αν τον άφηνε θα έχανε την τροφή της αρρώστιας της. Και έτσι, τον κράταγε. Και προσπαθούσε να βρει τον τρόπο να τον ξανακάνει δικό της. Όπως πριν.

Έσφιξε λίγο ακόμα το λουρί. «Τι θα γίνει Τζακ; Είπα: ΓΑΒΓΙΣΕ!». Σιωπή. Και άλλο λίγο. Και άλλη σιωπή. Και όλα κρέμονταν από το τεντωμένο λουρί του Τζακ. Και εκείνη πέφτει σε παραλήρημα. «ΓΑΒΓΙΣΕ ΓΑΜΩ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΟΥ! ΓΑΒΓΙΣΕ ΚΩΛΟΣΚΥΛΟ! ΕΙΠΑ ΚΑΤΙ, ΓΑΒΓΙΣΕ ΜΗ ΣΟΥ ΓΑΜΗΣΩ Ο,ΤΙ ΕΧΕΙΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ, ΓΑΒΓΙΣΕ!». Και ο Τζακ τραβάει απότομα το σβέρκο του, με όλη του τη δύναμη. Και το λουρί σπάει. Ο Τζακ σηκώνεται στα πισινά του πόδια και εκείνη τον κοιτάει έντρομη. Και ο χρόνος μοιάζει να παγώνει.

«Δεν με λένε Τζακ. Κώστα με λένε. Και τώρα που σταμάτησα να είμαι στα τέσσερα και σηκώθηκα στα πόδια μου, την γάμησες.»

0 0 vote
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments