Η ιστορία του Santa Claus (στην Ελλάδα Άη-Βασίλης) έχει τις ρίζες της σε διαφορετικές δοξασίες από διαφορετικές εποχές και μέρη του κόσμου. Ας ξεχάσουμε όμως για λίγο τον Άη-Βασίλη και ας μιλήσουμε για τον Άγιο Νικόλαο. 

Ο Άγιος Νικόλαος γεννήθηκε τον 3ο μ.Χ. αιώνα στα Πάταρα της Λυκίας από πλούσιους γονείς την εποχή των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού. Ο Νικόλαος έτυχε καλής μόρφωσης ενώ από νωρίς αφιερώθηκε στον ασκητικό βίο και αργότερα χειροτονήθηκε Ηγούμενος της Μονής Σιών στα Μύρα της Λυκίας. Όταν απεβίωσε ο τότε Αρχιεπίσκοπος Μύρων της Λυκίας οι Επίσκοποι αναγόρευσαν ως Αρχιεπίσκοπό τους το Νικόλαο.

Από τη θέση πλέον του Αρχιεπισκόπου, ο Νικόλαος ανέπτυξε έντονη δράση ως προς  την προστασία των φτωχών και των απόρων ιδρύοντας νοσοκομεία και φιλανθρωπικά ιδρύματα. Ωστόσο κατά τους διωγμούς του Αυτοκράτορα Διοκλητιανού κατά των χριστιανών, ο Νικόλαος εξορίστηκε ενώ υπέστη και βασανιστήρια. Όταν ανήλθε στον αυτοκρατορικό θρόνο ο Μέγας Κωνσταντίνος όλοι οι χριστιανοί απελευθερώθηκαν και έτσι ο Νικόλαος επανήλθε στο ρόλο του Αρχιεπισκόπου όπου και παρέμεινε έως και το θάνατό του. 

Στις περισσότερες δυτικές χώρες, η γιορτή του Αγίου Νικολάου (Santa Claus) συνδέεται με τα Χριστούγεννα και με την ανταλλαγή δώρων που γίνεται εκείνη την ημέρα. Ωστόσο, στις ΗΠΑ και στον Καναδά υπάρχει και ο εορτασμός της Ημέρας των Ευχαριστιών (Thanksgiving Day), μία ετήσια παραδοσιακή γιορτή που ήρθε με τους πρώτους Ευρωπαίους αποίκους στη Βόρεια Αμερική και στον Καναδά στα τέλη του 16ου αιώνα. Στις ΗΠΑ η Ημέρα των Ευχαριστιών γιορτάζεται την τέταρτη Πέμπτη του Νοεμβρίου (μεταξύ 22 και 28 του μηνός) και πλέον έχει πάρει το νόημα της έκφρασης ευγνωμοσύνης προς το Δημιουργό για τα αγαθά που συγκεντρώθηκαν με το τέλος της περασμένης σοδειάς.

Στην Ορθόδοξη Χριστιανική παράδοση ο Άγιος Νικόλαος θεωρείται προστάτης των ναυτικών καθώς και του Πολεμικού Ναυτικού, παίρνοντας έτσι τη θέση του Ολύμπιου θεού Ποσειδώνα, θεού της θάλασσας, των νερών και κατ’ επέκταση της βλάστησης και προστάτη των ναυτικών και των ψαράδων. Σύμφωνα με το αττικό ημερολόγιο, ο έκτος μήνας (23 Νοεμβρίου – 22 Δεκεμβρίου) αναφέρεται και ως Ποσειδεών, λόγω των Ποσίδεων, γιορτή που είχε να κάνει κυρίως με την απόδοση φόρου τιμής στο θεό Ποσειδώνα για την καλή σοδειά και για τα αγαθά που συγκεντρώθηκαν από αυτήν (βλ. Ημέρα των Ευχαριστιών). 

Το όνομα Saint Nikolaus, ταξίδεψε και ρίζωσε παντού σε ολόκληρη την Ευρώπη. Από προστάτης της Μόσχας και της γεωργίας στα χρόνια της κρατικής αθεΐας στη Ρωσία, αλλά και του ναυτικού Άμστερνταμ της Ολλανδίας όπου – παρά την απαγόρευση αναγνώρισης Αγίων που επέβαλε ο Προτεσταντισμός – ο Άγιος Νικόλαος επέζησε με το όνομα Sinter Klaas ή Sint-Nicolaas, ο οποίος ανήμερα της εορτής του, στις 6 Δεκεμβρίου, παριστάνεται με ιερατική στολή και επισκοπική ράβδο να μοιράζει δώρα στα παιδιά. Αυτή είναι μάλλον η πιο καθαρή μορφή του Αγίου Νικολάου που απέμεινε σήμερα, αν και στην Ολλανδία παρουσιάζεται να έχει σαν βοηθό του και ένα αγόρι από την Αιθιοπία, το Μαύρο Πητ που η παράδοση θέλει κάποτε να είχε απελευθερώσει ο Sinter Klaas στα Μύρα και ο οποίος από ευγνωμοσύνη έμεινε για πάντα μαζί του ως βοηθός.

Στη Γερμανική λαογραφία των προχριστιανικών χρόνων αναφέρεται η θεότητα του ασπρογένη Odin που επισκεπτόταν τα παιδιά με το οχτάποδο άλογό του, το οποίο όμως πεινούσε και γι’ αυτό έπρεπε εκείνα να έχουν κοντά στον καπνοδόχο ή το τζάκι τις μπότες τους γεμάτες με άχυρο. Ο Odin θα αντάμειβε τότε εκείνα τα παιδιά γεμίζοντας τις μπότες τους με δώρα ή καραμέλες. Με τον εκχριστιανισμό της Γερμανίας, ο μύθος του Odin εξασθενεί και με τον καιρό ξεχνιέται χωρίς όμως να ξεχαστούν τα δώρα, οι μπότες και οι κρεμασμένες κάλτσες στο τζάκι. 

Στους Γερμανούς, εκτός από το έθιμο της κρεμασμένης κάλτσας, τα λαγουδάκια του Πάσχα και… το ναζισμό, χρωστάμε και την επινόηση του στολισμένου ελάτου. Την ιδέα του δέντρου έφερε στη χώρα μας ο Γερμανός βασιλιάς Όθωνας ήδη από το 1833. Το ελληνικό έθιμο, το οποίο αντικατέστησε σε πολλές περιπτώσεις το στολισμένο έλατο, ήταν το στολισμένο καραβάκι καθώς σε όλη την Ελλάδα στολίζονταν τα καραβάκια στα λιμάνια με προστάτη τους τον Άγιο Νικόλαο (όπου Άγιος Νικόλαος διάβαζε Ποσειδώνας).

Αυτά λοιπόν τα έθιμα (κάλτσες, μπότες, τζάκι και έλατο), εκτός από την Ελλάδα, θα μεταφερθούν από τους Γερμανούς και στις ΗΠΑ όπου και θα εδραιωθούν σε συνδυασμό με τον Ολλανδικό Sint-Nicolaas ή Sinter Klaas από όπου θα προκύψει όπως φαίνεται και το Claus (Klaas και Claus), το οποίο με τη σειρά του προέρχεται από το Nicholas ή Nicholaus, δηλαδή από το όνομα του… δικού μας Ορθοδόξου Αγίου Επισκόπου. 

Την παράδοση του Αγίου Νικολάου μεταφέρουν από την Ευρώπη στην Αμερική Ολλανδοί κυρίως άποικοι. Περί τα 1773 αρχίζει μάλιστα να καθιερώνεται ο Άγιος Νικόλαος και σαν σύμβολο των Αμερικανών πατριωτών σε αντιδιαστολή με τον Άγιο Γεώργιο των Άγγλων, κυρίως λόγω των αντιθέσεων και των πολεμικών συγκρούσεων που είχαν προκύψει μεταξύ των αποίκων και των Άγγλων. Έτσι μετά την Αμερικανική Επανάσταση, ο John Pintard, ιδρυτής της New York Historical Society, ανακήρυξε το 1804 τον Άγιο Νικόλαο (Saint Nicholas) ως προστάτη της Νέας Υόρκης.

Στη συνέχεια, το 1809, ο συγγραφέας Washington Irving γίνεται μέλος του ίδιου εκείνου Ιστορικού Συλλόγου της Νέας Υόρκης και γράφοντας μια σατυρική εκδοχή για την ιστορία της πόλης, παραθέτει πολυάριθμες αναφορές στον Άγιο Νικόλαο που δεν τον παρουσιάζει πια σαν Επίσκοπο, αλλά σαν ένα μικροκαμωμένο Ολλανδό με κλασική ναυτική πίπα που μπαίνει από τις καμινάδες και φέρνει δώρα. Αυτή είναι η πρώτη μεταμόρφωση και αμερικανοποίηση του Saint Nicholas σε τύπο αερικού Santa Claus. 

Την επόμενη χρονιά, το 1810, κατά την επίσημη βραδιά της εορτής του Αγίου Νικολάου στις 6 Δεκεμβρίου, παρουσιάζεται από τον ίδιο Ιστορικό Σύλλογο της Νέας Υόρκης η πρώτη αμερικανική εικόνα του Αγίου Νικολάου με έντονες τις αρχικές ορθόδοξες ρίζες της, αλλά και με ένα τζάκι πλάι του με δώρα που υπονοεί την επίσκεψή του στα σπίτια. Αναγράφεται δε ρητά η εορτή του στις 6 Δεκεμβρίου, καθώς και το πραγματικό ελληνικό όνομά του St. Nicholas. Η εικόνα εκείνη δημιουργήθηκε από τον ζωγράφο Alexander Anderson μετά από παραγγελία του ιδρυτή του συλλόγου John Pintard.

Το 1823, η νέα εκείνη εικόνα του αερικού-ξωτικού που έδινε ο Irving εξαπλώνεται και γίνεται πολύ δημοφιλής χάρη σε ένα ποίημα του Clement Clark Moore – Καθηγητή στην Επισκοπική Θεολογική Σχολή – με τίτλο “Μία επίσκεψη του Αγίου Νικολάου” (“A visit from St. Nicholas”) που είναι περισσότερο γνωστό σαν “Η νύχτα πριν τα Χριστούγεννα” (“Τhe Night before Christmas”).

To ποίημα – που λέγεται ότι στην πραγματικότητα γράφτηκε το 1807 ή το 1808 από τον Henry Livingston – που σκάρωνε χιουμοριστικούς στίχους για παιδιά, είναι σαφέστατα επηρεασμένο από τον τύπο του Irving και παρουσιάζει τον St. Nicholas σαν ένα χαριτωμένο ξωτικό, παχουλό με άσπρα γένια και κόκκινα μάγουλα, με στρογγυλή κοιλιά και πίπα, ντυμένο με γούνα, φορτωμένο με σάκο γεμάτο με δώρα και λερωμένου από τις στάχτες των τζακιών όπου δήθεν τρυπώνει.

Έτσι, με το ποίημα της “Επίσκεψης του Αγίου Νικολάου” που έγινε κοσμαγάπητο στις ΗΠΑ και γνώρισε μετέπειτα αμέτρητες επανεκδόσεις, συγκεκριμενοποιήθηκε η μορφή του νέου Αμερικανού Santa Claus που δεν ήταν πια ο Άγιος Νικόλαος, αλλά μια τελείως ξένη μεταμόρφωσή του. Αργότερα μάλιστα, στις αρχές του 20ου αιώνα, θα αφαιρεθεί και ο αυθεντικός τίτλος του ποιήματος που μαρτυρεί το αυθεντικό όνομα του Αγίου Νικολάου και θα μετονομαστεί ως “Η Νύχτα πριν τα Χριστούγεννα” και τελικά σε “Επίσκεψη του Santa Claus”, 

Οι πρώτες ασπρόμαυρες προσπάθειες απεικόνισης του νέου αυτού μεταλλαγμένου St. Nicholas ξεκινούν το 1837 με τον Robert Weir, συνεχίζονται με τον Theodore C. Boyd το 1840 και το 1848 και προχωρούν με την πληρέστερη πρώιμη προσπάθεια του Felix Darley το 1862. Τελικά, η πρώτη πιο κοντινή εικονογράφηση προς τη σημερινή διάσημη φιγούρα του επονομαζόμενου Santa Claus, που δεν έχει όμως καμία απολύτως σχέση με τον δικό μας Άγιο Βασίλειο, δημιουργείται στην Αμερική από τον γελοιογράφο και  εικονογράφο Thomas Nast το 1862.

Ο Nast ήταν Γερμανός, που είχε φτάσει παιδί στη Νέα Υόρκη από την Γερμανική πόλη Laudo όπου και γεννήθηκε το 1840 και έγινε στις ΗΠΑ από τους πιο καταξιωμένους πολιτικούς γελοιογράφους. Την πρώτη μορφή τη σχεδίασε στα χρόνια του αμερικανικού εμφυλίου πολέμου, στα τέλη του 1862, δημιουργώντας έτσι τον πρώτο Santa Claus ντυμένο με την αμερικανική σημαία που επισκεπτόταν με ταράνδους ένα στρατόπεδο. Η πρώτη αυτή εικονογράφηση δημοσιεύθηκε στις 3 Ιανουαρίου 1863 στην εβδομαδιαία έκδοση Harper στη Νέα Υόρκη. Ωστόσο, το διασημότερο σχετικό σχέδιο του Nast δημοσιεύθηκε στην ίδια έκδοση την 1η Ιανουαρίου 1881 και είναι πολύ πιο κοντά στη σημερινή στερεοτυπική φιγούρα. Σημειώνεται τέλος ότι ο Nast θα ζωγραφίζει συνολικά επί 30 χρόνια τον Santa Claus, καθιερώνοντας πρώτος στην Αμερική τη μορφή και την κόκκινη στολή του.

Μετά το Nast, τη σκυτάλη παίρνει ένας από τους πιο αγαπημένους καλλιτέχνες της Αμερικής, ο Norman Rockwell που θα κάνει ακόμη πιο δημοφιλή τη φιγούρα του Santa Claus. Η πρώτη εμφάνιση του Claus του Rockwell θα γίνει στο εξώφυλλο του περιοδικού “Boy’s Life” τον Δεκέμβριο του 1913. Σε ένα τελευταίο του έργο του 1922 παρουσιάζει μάλιστα κατάκοπο τον Santa Claus την ώρα που φτιάχνει παιδικά παιχνίδια και τότε αναλαμβάνουν οι βοηθοί του που παρουσιάζονται με μορφή ξωτικών, ο μύθος των οποίων ενδεχομένως να προέρχεται από τη Νορβηγική, Σκανδιναβική ή Γερμανική μυθολογία.

Η τελική φιγούρα του Santa Claus που είναι γνωστή διεθνώς, καθιερώθηκε τελικά από την Coca-Cola στις ΗΠΑ όταν οι διαφημιστικές ανάγκες της εταιρίας απαίτησαν να συνδεθεί το αναψυκτικό με το χειμώνα και το κρύο καθώς μέχρι τότε καταναλωνόταν κυρίως τις ζεστές και καλοκαιρινές ημέρες. Έτσι συνδέθηκε με τον Santa Claus, ο οποίος σύμφωνα με τη παράδοση όπως αυτή είχε διαμορφωθεί μέχρι τότε, έφερνε δώρα στα σπίτια την περίοδο των χειμωνιάτικων Χριστιανικών Εορτών.

Τότε, στα 1931, ανατέθηκε στον ταλαντούχο ζωγράφο-εικονογράφο Haddon Sundblom να απεικονίσει τη μορφή του Saint Nick (Άγιο Νικόλαο), αλλά είχε πια μπερδευτεί με ένα σωρό μύθους, που είχαν αλλοιώσει απόλυτα τη μορφή και την ιστορία του, δημιουργώντας τη νέα φανταστική φιγούρα του Santa Claus με την οποία μεγαλώσαμε και η οποία θα συνδεόταν πια για πάντα με την Coca-Cola αφού ο Sundblom θα ζωγράφιζε τα επόμενα 33 χρόνια για την εταιρία χρησιμοποιώντας σαν μοντέλο έναν παχουλό φίλο του.

Ο πραγματικός Άγιος Βασίλειος γεννήθηκε το 330 μ.Χ. στη Νεοκαισάρεια του Πόντου από γονείς Αγίους. Ο πατέρας του, επίσης Άγιος Βασίλειος, ήταν καθηγητής ρητορικής και η μητέρα του Αγία Εμμέλεια, κόρη Ρωμαίου αξιωματούχου, ο οποίος είχε πεθάνει ως Χριστιανός μάρτυρας. Ο Άγιος Βασίλειος αφιέρωσε τη σύντομη ζωή του στη συγγραφή δογματικών συγγραμμάτων, τη φιλοχριστιανική δράση και στο φιλανθρωικό του έργο. Πέθανε στις 1 Ιανουαρίου του 379 μ.Χ σε ηλικία 50 ετών,  καταπονημένος κυρίως από την ασκητική ζωή που ακολουθούσε σχεδόν καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του.  

Από τα παραπάνω συμπεραίνουμε πως ο Αη-Βασίλης ναι μεν υπήρξε, αλλά δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τον παχουλό, ασπρογένη Santa-Claus. Η σημερινή μορφή του Αη-Βασίλη δεν είναι τίποτε άλλο από ένα συνονθύλευμα διαφορετικών μύθων από διαφορετικές εποχές και διαφορετικές περιοχές του κόσμου, που μέσα στο χρόνο μετεξελίχθηκε και συνεχίζει να μεταλλάσσεται σύμφωνα με τις δογματικές επιταγές της κάθε εποχής.

Arkan

0 0 vote
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments