Μία από τις σπουδαιότερες κατακτήσεις του ανθρώπινου πνεύματος είναι η αναγνώριση και η θεσμική κατοχύρωση της Ισότητας των ανθρώπων. Ωστόσο η Φύση μας δημιούργησε διαφορετικούς καθώς ο καθένας από εμάς γεννιέται με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Αυτά είναι που αργότερα θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό τη συμπεριφορά μας, ενώ μπορούν να οδηγήσουν και στη δημιουργία διακρίσεων και κατ’ επέκταση επιπλέον κοινωνικών ανισοτήτων, η άμβλυνση των οποίων επιχειρείται κυρίως μέσω του Εκπαιδευτικού Συστήματος, της Δικαιοσύνης και της Κοινωνικής Πρόνοιας. Δε λείπουν βεβαίως και οι ανισότητες που έχουν τις ρίζες τους σε προβλήματα υγείας, με την επίλυση των οποίων καταπιάνονται η Επιστήμη και η Τεχνολογία. Ωστόσο, πίσω από την ανάγκη που γέννησε το αίτημα της θεσμικής κατοχύρωσης και προστασίας της Ισότητας – όπως και πίσω από κάθε μας ανάγκη γενικότερα – κρύβεται το θεμέλιο ένστικτο της επιβίωσής μας, γνωστό και ως ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Χωρίς το τεκμήριο της Ισότητας, το μόνο Δίκαιο που θα μπορούσε να ισχύσει είναι ο Νόμος του ισχυρού ή αλλιώς ο Νόμος της ζούγκλας και κατ’ αυτήν την έννοια, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως η Ισότητα αποτελεί ένα από τα θεμέλια του ανθρώπινου Πολιτισμού.

Όσον αφορά το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, αυτό έχει να κάνει, όχι μόνο με την επιβίωσή μας ως μονάδες, αλλά και τη διαιώνισή μας ως είδος. Έτσι, από τη μία έχουμε ανάγκες όπως η διατροφή μας και η αυτοπροστασία μας, ενώ από την άλλη έχουμε ανάγκες όπως η αναπαραγωγή μας και οι κοινωνικές μας συναναστροφές. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι ανάγκες αυτές χωρίζονται λανθασμένα σε βασικές και δευτερεύουσες, ένας διαχωρισμός που υπονοεί πως η ανθρώπινη συμπεριφορά καθορίζεται πρωτίστως από τις βιολογικές ανάγκες του ατόμου. Στην πραγματικότητα όμως όλοι μας αλληλεπιδρούμε με το στενό μας περιβάλλον από το στάδιο ακόμη της κύησης και αυτή η αλληλεπίδραση έχει ως αποτέλεσμα – σε συνδυασμό με τα εκ γενετής διαφορετικά χαρακτηριστικά μας – τη διαμόρφωση του χαρακτήρα μας και ως εκ τούτου τη συμπεριφορά μας, μα και αντίστροφα επηρεάζει και το ίδιο το περιβάλλον που με τη σειρά του θα μας ξαναεπηρεάσει κοκ. Άρα, η αντίληψη πως ένας άνθρωπος μπορεί να επιβιώσει εξασφαλίζοντας απλώς την τροφή και την αυτοπροστασία του είναι κατά το ήμισυ σωστή, καθώς αγνοεί τη ζωτική σημασία των αναγκών που σχετίζονται με τη διαιώνιση του είδους μας.

Ας υποθέσουμε πως μία μάνα πεινάει και μαζί της πεινάει και το παιδί της. Ας υποθέσουμε επίσης πως με κάποιο τρόπο η μητέρα βρίσκει τροφή, αλλά φτάνει μόνο για τον έναν από τους δύο. Ποια πιστεύετε πως θα ήταν η πιο πιθανή κίνηση της μητέρας; Προσωπικά πιστεύω πως μία λογική συμπεριφορά θέλει τη μητέρα να νοιάζεται πρώτα για την επιβίωση του παιδιού της και έπειτα της ίδιας και πως κάθε της επιλογή – ακόμη και αυτή να σιτιστεί πρώτη – θα έχει να κάνει πρωτίστως με την εξασφάλιση της επιβίωσης του παιδιού της. Πολλοί θα το πουν «μητρικό ένστικτο», εγώ θα το πω «ένστικτο της αυτοσυντήρησης», όχι όμως ως άτομο, αλλά ως είδος. Ο κύριος λόγος που με οδηγεί σε αυτό το συμπέρασμα είναι πως, αν εξετάσουμε το παράδειγμα της μητέρας και του παιδιού καθαρά ατομικιστικά, τότε το μητρικό ένστικτο φαίνεται να «αγνοεί» ή καλύτερα να «παραβιάζει» το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, κάτι που οδηγεί σε μία παράδοξη συμπεριφορά. Ωστόσο, η μητέρα νοιάζεται – ακόμη κι αν δεν το γνωρίζει – για τη διαιώνιση του είδους της περισσότερο από την ίδια της την επιβίωση και αυτή είναι μία συμπεριφορά που, όχι μόνο δεν «παραβιάζει» το ένστικτο της επιβίωσης, αλλά αποδεικνύει την ύπαρξή του και σε συλλογικό επίπεδο. Βεβαίως, θα μπορούσε κανείς να αναφερθεί σε αρκετά άλλα παραδείγματα που να καταρρίπτουν το επιχείρημα της αίσθησης του αλτρουισμού ως κυρίαρχη έκφραση του ενστίκτου μας για επιβίωση, ωστόσο από το παραπάνω παράδειγμα μπορούμε να συμπεράνουμε την ίδια την ύπαρξη του ενστίκτου της αυτοσυντήρησης των ανθρώπων ως είδος, άσχετα με το αν κατά περίπτωση προηγείται ή έπεται του ενστίκτου της αυτοσυντήρησής μας ως άτομα.

Η βασική λειτουργία που καθιστά δυνατή αυτή την αλληλεπίδραση είναι η αντιληπτική μας ικανότητα. Το κύριο ίσως χαρακτηριστικό της ανθρώπινης αντίληψης και πιο συγκεκριμένα της αποκαλούμενης «αφηρημένης σκέψης» είναι η ταξινόμηση ή η κατηγοριοποίηση κάθε ερεθίσματος που διαβιβάζεται στον εγκέφαλό μας μέσω των αισθητήριων οργάνων και του νευρικού μας συστήματος. Βεβαίως εδώ υπάρχει μία διαφοροποίηση μεταξύ του τρόπου που αντιλαμβανόμαστε το περιβάλλον μας και του τρόπου που αντιλαμβανόμαστε την ίδια μας την ύπαρξη. Αν για παράδειγμα είχαμε να «αρχειοθετήσουμε» τις λέξεις «χριστιανός», «μουσουλμάνος» και το όνομά μας, τότε θα επιλέγαμε να τοποθετήσουμε το όνομά μας μαζί με τη θρησκεία στην οποία πιστεύουμε πως είμαστε πιο κοντά ή να τοποθετήσουμε τις θρησκείες μαζί και το όνομά μας ξεχωριστά. Η πρώτη μας επιλογή θα υποδήλωνε την πίστη μας στο ένα ή το άλλο δόγμα, ενώ η δεύτερη επιλογή την αποστασιοποίησή μας από τα δύο αυτά δόγματα ή τις θρησκείες γενικώς. Σε κάθε περίπτωση όμως θα δεχόμασταν ως πραγματικότητα πως το όνομά μας αντιπροσωπεύει εμάς τους ίδιους. Από το παραπάνω παράδειγμα μπορούμε να συμπεράνουμε πως αν και θεωρητικά μπορούμε να είμαστε περισσότερο αντικειμενικοί απέναντι σε ξένες με εμάς έννοιες, δυσκολευόμαστε να κάνουμε το ίδιο όταν μία από αυτές τις έννοιες είμαστε εμείς οι ίδιοι ή κάποια έννοια που με κάποιο τρόπο ταυτίζεται με εμάς (στην προκειμένη περίπτωση το όνομά μας). Στο παραπάνω παράδειγμα όλες οι δυνατές κατηγοριοποιήσεις είναι συνδεδεμένες με το πώς αντιλαμβανόμαστε πρώτα απ’ όλα τον ίδιο μας τον εαυτό (ως άνθρωπο, ως χριστιανό, ως μουσουλμάνο, ως αλλόθρησκο, ως αγνωστικιστή ή ως άθεο), γεγονός που προκαθορίζει σε μεγάλο βαθμό τις πιθανές επιλογές μας. Βεβαίως, σε κάθε περίπτωση δεν πρέπει να ξεχνάμε πως στην πραγματικότητα πρόκειται για τρεις διαφορετικές λέξεις που θα μπορούσαν να αρχειοθετηθούν η κάθε μία ξεχωριστά, κάτι όμως που θα έκανε την «αρχειοθέτησή» μας περισσότερο πολύπλοκη ή χαοτική και λιγότερο αποτελεσματική για εμάς καθώς θα καθιστούσε αδιανόητο οποιονδήποτε συνειρμό.

Η ίδια αυτή λειτουργία που μας κάνει να κατανοούμε καλύτερα, να επεξεργαζόμαστε ταχύτερα, να απομνημονεύουμε αποτελεσματικότερα και τέλος, να αναπαράγουμε τα ερεθίσματα που λαμβάνουμε, είναι που – στα πλαίσια της προσπάθειάς μας να κατανοήσουμε τους εαυτούς μας – μας ωθεί στην αυτοκατηγοριοποίηση και εν τέλει στην κοινωνικοποίηση. Συντασσόμαστε δηλαδή με άλλα άτομα ή ομάδες ατόμων και οργανισμούς αναλόγως με το αν αντιλαμβανόμαστε πως έχουμε κάτι που μας κατατάσσει στην ίδια κατηγορία και αντιθέτως έχουμε την τάση να αντιμετωπίζουμε αποστασιοποιημένα ή και εχθρικά τα άτομα ή τις ομάδες ατόμων και οργανισμών με τα οποία δεν ταυτιζόμαστε. Βεβαίως, όλοι οι άνθρωποι, όσο διαφορετικοί κι αν είμαστε, έχουμε κάποια κοινά και αντιστρόφως, όσο ίδιοι κι αν είμαστε, έχουμε κάποιες διαφορές. Έτσι, σημαντικό ρόλο στην παραπάνω λειτουργία παίζει και η ιεραρχία του καθενός ως προς το εκάστοτε αντιληπτικό αντικείμενο. Κάποιος για παράδειγμα θεωρεί περισσότερο σημαντικές έννοιες την καταγωγή, τη φυλή, το φύλο ή το χρώμα της επιδερμίδας, ενώ κάποιος άλλος θέτει πάνω απ’ όλα αυτά το γεγονός πως κάποιος είναι άνθρωπος, ζωντανός οργανισμός κοκ. Το χάσμα των δύο αυτών αντιλήψεων σχετίζεται άμεσα ή έμμεσα με το πού τοποθετεί ο καθένας τον εαυτό του (δηλαδή το αντιληπτικό υποκείμενο) πρωτίστως.

Αυτή λοιπόν η ικανότητα ή καλύτερα ανάγκη του εγκεφάλου μας να κατηγοριοποιεί τα πάντα, από τη μία θεωρείται δείγμα ευφυΐας κι από την άλλη ευθύνεται για τις αντιληπτικές μας στρεβλώσεις (απλουστεύσεις, γενικεύσεις, στερεότυπα κ.α.), σε κάθε περίπτωση όμως είναι κάτι που μας κάνει αυτό που είμαστε. Εκτός από τους γενετικούς περιορισμούς που δε μπορούμε να ανατρέψουμε – όπως το μικρό αντιληπτικό μας πεδίο και η σύντομη διάρκεια ζωής μας – ιδιαίτερα δύσκολη καθιστούν την κατανόηση αυτής της λειτουργίας η στέρηση επαρκούς παιδείας και κυρίως η ατομικιστική προσέγγισή μας σε ζητήματα που απαιτούν καθολική αντιμετώπιση.

Με την ατομικότητα συνδέεται και ο αυταρχισμός, ο οποίος – μέσω της ανάγκης μας για επικράτηση που απορρέει από την ίδια την ανισότητα – έχει ως απώτερο σκοπό την άσκηση εξουσίας και ελέγχου πάνω σε οτιδήποτε πέραν του εαυτού μας. Η αποδοχή και η υπακοή στην Εξουσία – είτε ως μέσο οργάνωσης και καθοδήγησης των «κατώτερων» μαζών, είτε ως αποδοχή του Νόμου της ζούγκλας ως ιδανικό κοινωνικό μοντέλο – έχει ως βάση την αποδοχή της βίας που μας ασκήθηκε και της υπεροχής του ατόμου ενάντια σε οτιδήποτε αντιλαμβάνεται ως ξένο ή διαφορετικό. Η παραπάνω παραδοχή είναι συνήθως ευπρόσδεκτη όταν το άτομο ή η ομάδα που ευνοείται μίας άνισης αντιμετώπισης είμαστε εμείς οι ίδιοι ή κάποια υψηλά ιεραρχημένη συνειρμική με εμάς προέκταση. Αν για παράδειγμα είμαστε δημόσιοι υπάλληλοι, πιθανότατα θα θεωρήσουμε άδικη ή απαράδεκτη οποιαδήποτε μείωση του μισθού των δημοσίων υπαλλήλων. Αντιθέτως, την ίδια στιγμή αποδεχόμαστε το γεγονός πως υπάρχουν άνθρωποι που πεθαίνουν από ασθένειες οι οποίες μάλιστα μπορούν να ιαθούν με τη δικαιολογία πως είναι κάτι που είναι πέρα και έξω από εμάς (δηλαδή κάτι με το οποίο δεν ταυτιζόμαστε ή κάτι που αδυνατούμε να επηρεάσουμε). Μία ταυτόχρονη ατομικιστική προσέγγιση των δύο παραδειγμάτων δίνει προτεραιότητα στο ζήτημα της μείωσης του μισθού μας, κάτι όμως που – εκτός από ανήθικο – είναι και άτοπο.

Εξάλλου στη μέχρι τώρα πορεία του ανθρώπου δεν έχει αποδειχθεί ποτέ πως η ανισότητα, ο ατομικισμός ή ο αυταρχισμός έχουν θετικά αποτελέσματα για τον άνθρωπο ως είδος. Επομένως, είναι ανόητο να πιστεύουμε πως ένα πρόσκαιρο ατομικιστικό όφελος εις βάρος του στενού ή ευρύτερου περιβάλλοντός μας δε μπορεί να έχει αρνητική επίδραση σε εμάς ή στα παιδιά μας και πολύ περισσότερο όταν κάτι τέτοιο στρέφεται ενάντια στη ζωή ή την υγεία των συνανθρώπων μας (που παραβιάζει δηλαδή το θεμελιώδες ένστικτο της επιβίωσής μας ως είδος). Κατ’ αυτήν την έννοια δεν υπάρχουν βασικές και δευτερεύουσες ανάγκες, αλλά ατομικές και συλλογικές και κατ’ επέκταση, η Δικαιοσύνη, η Αλληλεγγύη, η Κοινωνική Πρόνοια και η προστασία των αδυνάτων που πηγάζουν από την φυσική μας ανομοιομορφία είναι κάτι που πρέπει να μας απασχολεί όσο και η ίδια μας η ύπαρξη. Παρόλο λοιπόν που επιβιώσαμε και συνεχίζουμε να επιβιώνουμε προσεγγίζοντας σε μεγάλο βαθμό τον κόσμο ατομικιστικά, στην πραγματικότητα αυτό είναι κάτι που μελλοντικά θα μας οδηγήσει είτε στη φυσική μας αλληλοεξόντωση, είτε σε μία όλο και πιο δύσκολη συνύπαρξη με το περιβάλλον μας, σε κάθε περίπτωση όμως είναι κάτι που δυσχεραίνει οποιαδήποτε διανοητική ή πολιτισμική μας πρόοδο.

Arkan

thearkanproject

0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments