Στοπ: Αν είσαι ιδεολόγος, κομμουνιστής, αριστερός, κοινωνιστής ή, γενικότερα, ο τρόπος σκέψης σου εντάσσεται σε συγκεκριμένο «πλαίσιο», το μόνο που σε ενδιαφέρει είναι ότι φυσικά και θεωρώ την ταξική διάρθρωση της κοινωνίας δεδομένη, τον ταξικό ανταγωνισμό υπαρκτό και την υπεράσπιση των συμφερόντων των κατώτερων τάξεων απέναντι στις ανώτερες ως θεμιτό μέσο αγώνα.

Για τους υπόλοιπους, ακολουθούν πιό περίπλοκες σκέψεις.

Το ίδιο το πολιτικό σύστημα – λέγοντας «πολιτικό» συνεννοώ όλες τις πτυχές του· τους φορείς έκφρασης συμφερόντων (πρόσωπα, εταιρείες, κόμματα, οργανώσεις, κοινωνικές δομές γενικά), την επικρατούσα κοινωνική ηθική, το είδος του λόγου που χρησιμοποιούν τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, την διάρθρωση του πολιτεύματος σε κάθε χώρα αλλά και στους διακρατικούς οργανισμούς και, κυριώτερο, τις παραγωγικές δομές) – αποτυπώνει την τρέχουσα κατάσταση των σχέσεων των τάξεων. Ακριβέστερα, είναι διαμορφωμένο πάνω στη βάση των ταξικών ανταγωνισμών μέσα σε ένα ιστορικό συνεχές που υπερβαίνει τη σημερινή οργάνωση των μεθόδων παραγωγής. Κοινό χαρακτηριστικό όλων των πολιτικών συστημάτων, από την λεγόμενη προϊστορία ως και τώρα, είναι ο ρόλος τους ως μηχανισμών ισορροπίας δυνάμεων. Και, όπως κάθε μηχανισμός ισορροπίας, έτειναν, τείνουν και θα τείνουν στην διατήρηση των συσχετισμών στο σύστημα που αναφέρονται.

Οι δυνάμεις που αναπτύσσονται στις μέχρι σήμερα κοινωνίες είναι πάρα πολλές, ίσως όσες τα άτομα, ίσως περισσότερες. Η σχέση μεταξύ τους είναι αυτή της δράσης-αντίδρασης. Γενεσιουργός αιτία είναι το συμφέρον, που μπορεί να γίνει κατανοητό ως μια σφαίρα που περιβάλλει το άτομο. Από εκεί προέρχεται και ο, απολύτως απάνθρωπος, ορισμός της ελευθερίας από τον φιλελευθερισμό: «η ελευθερία καθενός σταματά εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου». Οι άμοιροι διαφωτιστές μιλούσαν για το συμφέρον και το χαρακήριζαν «ελευθερία». Η ελευθερία δεν ορίζεται επειδή, πολύ απλά, τότε δεν είναι πια ελευθερία.

Η σφαίρα που ορίζεται από τη σύγκρουση των συμφερόντων είναι η περιοχή μέσα στην οποία το άτομο «μπορεί». Μέσα εκεί «του επιτρέπεται», δηλαδή, να πράττει κατά το συμφέρον του. Τ’ αρχαίο ρήμα για το «επιτρέπεται» είναι το «ἔξεστιν» (απρόσωπα και τα δύο), από το οποίο παράγεται το ουσιαστικό «ἐξουσία». Η εξουσία, λοιπόν, είναι μαζί η σφαίρα συμφερόντων μιας οντότητας και οι ενέργειες που την δημιουργούν.

Οι άνθρωποι ανακάλυψαν νωρίς, αντιγράφοντας συμπεριφορές από τα άλλα αγελαία ζώα, το «ἡ ἰσχὺς ἐν τῇ ἑνώσει» και συνέπηξαν ενώσεις πάνω στην βάση των κοινών συμφερόντων για επεκτείνουν την εξουσία τους, να ενισχύσουν δηλαδή τις δυνάμεις που συντηρούν τη σφαίρα των συμφερόντων τους. Ως μείζον συμφέρον κρίθηκε, πάντα κοντόθωρα, η εξυπηρέτηση του «εγώ», που ταυτίστηκε με το «ἔχειν» (εγωτιστική εξασφάλιση της επιβίωσης), αντί με το «εἶναι» (βίωση της κατάστασης του ατόμου στην παρούσα χρονική στιγμή) το οποίο είναι και το θεμελιώδες στοιχείο της νοημοσύνης· η νοημοσύνη δεν εμφανίζεται με την ερώτηση «τί έχω», αλλά «τί είμαι».

Φυσικό επακόλουθο: ο κοινωνικός δαρβινισμός. Όποιος έχει εξαρχής περισσότερα μέσα επιβίωσης έχει το πάνω χέρι σ’ αυτόν τον ανταγωνισμό και συμμαχεί (πάντα καιροσκοπικά) με όποιον άλλον επιδιώκει το ίδιο, την διατήρηση, δηλαδή, αυτής της μεγαλύτερης σφαίρας συμφερόντων. Η επέκταση της σφαίρας αυτής είναι ο καλύτερος τρόπος διατήρησής της, κατά το «η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση» κι έτσι, η εξουσία είναι πάντα στην επίθεση. Κάθε υποκείμενο (άτομο ή ομάδα) που είναι φορέας εξουσίας (δηλαδή όλοι μέσα στα συστήματα με τις αρχές που περιγράφηκαν) τείνει να διατηρεί και, άρα, να μεγεθύνει την σφαίρα συμφερόντων του απέναντι σε άλλους. Και, φυσικά, ο κάθε φορά πιό ανίσχυρος είναι ο πλέον πρόσφορος στόχος. Δεν συμφέρει, άλλωστε, η επίθεση στον ισοδύναμο ή στον ισχυρότερο: προτιμώτερη η αποκομιδή συμφέροντος από εύκολες επιθέσεις σε πολλούς μικρότερους, παρά το ξόδεμα πόρων σε δύσκολη μάχη με ισχυρότερους.

Αυτός είναι ο λόγος που οι μεγαλύτερες δομές εξουσίας (στον κόσμο μας, οι εταιρείες) διεξάγουν εσαεί πόλεμο εναντίον των κατώτερων τάξεων. Οι ανώτερες τάξεις συνασπίζονται μέσα σ’ αυτές τις υπερανθρώπινες οντότητες που, μέσω των θεσμισμένων, κοινωνικά αποδεκτών δομών άσκησης «ηθικής βίας» (των κρατών και άλλων παρόμοιων σχηματισμών) τείνουν φυσικά στην διατήρηση των συμφερόντων τους μέσω της συμπίεσης των συμφερόντων των κατώτερων τάξεων, των λιγότερο ισχυρών.

Είναι ο ίδιος λόγος που κρατά τις κατώτερες τάξεις στη θέση τους. Καθένα άτομο, καθεμιά οικογένεια, ομάδα, παρέα, μικροεπιχείρηση δρα στο ίδιο πλαίσιο: βάσει του συμφέροντος, αποφεύγει την σύγκρουση με τους ισχυρότερους ως σπατάλη δυνάμεων και επιτίθεται, με τον τρόπο της, στους πιό ανίσχυρους απ’ την ίδια. Έτσι, ο μισθωτός προσλαμβάνει ένα μετανάστη (ή ένα «φίλο» που δεν είναι επαγγελματίας, το ίδιο κάνει) να του βάψει το σπίτι και με τον τρόπο αυτό επιτίθεται σε δύο εχθρούς των συμφερόντων του: τον «ισότιμο» «νόμιμο» επαγγελματία και τον ίδιο τον μετανάστη ή μη επαγγελματία που προσλαμβάνει (κερδίζοντας από την μη απόδοση της κοινωνικά ή πολιτικά θεσμισμένης ανταλλακτικής αξίας της εργασίας).

Ενίοτε, οι κατώτερες τάξεις, λειτουργώντας στην εξουσιαστική βάση του συμφέροντος, αντιλαμβάνονται ότι στοχοποιούνται συλλογικά από τις ανώτερες. Αυτό συμβαίνει όταν π.χ. οι ανώτερες τάξεις, όπως εκφράζονται μέσα από τις εταιρικές δομές, κρατικές ή μη, επιδιώκουν τη μείωση του κόστους εργασίας μιας ομάδας μισθωτών ή επαγγελματιών. Τότε συνασπίζονται, επί τη βάσει του συμφέροντος (του ἔχειν, άρα εξουσιαστικά) σε σωματεία, συλλόγους ή συνδικάτα για να αποκρούσουν την επίθεση. Ο αγώνας όμως έχει ήδη κριθεί, επειδή μέσα στο «συμφέρον» του ἔχειν συμπεριλαμβάνεται η διατήρηση της παραγωγικής δομής που τους εξασφαλίζει αυτό το ἔχειν. Στην ουσία, δεν είναι πολύ διαφορετικοί από τοξικοεξαρτημένους που συνεννοούνται για να απαιτήσουν από τον έμπορο φτηνότερη πρέζα (καλύτερες συνθήκες εκμετάλλευσης).

Οι τάξεις δεν είναι προσωποπαγείς, ούτε ενιαίες, ούτε με σαφή, διακριτικά όρια. Κάθε απόπειρα σαφούς ορισμού τους είναι αφελής. Μέρος μιας τάξης μπορεί πολύ εύκολα να γίνει μια νέα, αυτόνομη τάξη στην πορεία της ιστορίας. Ούτε η θέση τους είναι δεδομένη. Σε ένα σύστημα που είναι βασισμένο στην εξουσία, ανώτερος είναι όποιος επιβάλλει την δική του. Στην εξέλιξη των λεγόμενων «κοινωνιών» (οι οποίες καταχρηστικά λέγονται έτσι, όντας στην ουσία αγέλες) τάξεις αντικαταστάθηκαν από άλλες τάξεις, ενώ το συστημικό status quo παρέμεινε το ίδιο στην ουσία του: Τα περισσότερα δυνατά στους λιγότερους δυνατούς και τα λιγότερα δυνατά στους περισσότερους. Αυτή είναι η ουσία της εξουσίας, η ύπαρξη συστήματος. Ακόμα κι αν επιβληθεί ένα, τύποις, ισόνομο σύστημα (τα ιδανικά της δημοκρατίας διατείνονται πως αυτή είναι ένα τέτοιο), σύντομα θα ξεχωρίσουν αυτοί που μπορούν να έχουν περισσότερα αγαθά και θα ελέγξουν την κατανομή τους στους περισσότερους άλλους.

Με αυτά τα δεδομένα, οφείλουμε διαρκώς ν’ αναρωτιόμαστε πόσο σημαντική είναι η διατήρηση του ἔχειν σε πρώτο πλάνο, ως βασικό στοιχείο δικαιοσύνης. Είναι, άραγε, δίκαιο η επιβολή της ισοκατανομής των αγαθών; Με ποιά κριτήρια; Ποιός θα τα θέσει;

Θα χρειάζονταν κριτήρια, σύστημα, κανόνες σε μια κοινωνία, με την κυριολεκτική της έννοια, δηλαδή την συμβίωση νοημόνων όντων που έχουν πλήρη συνείδηση της τελειότητας και της ατέλειάς τους και δεν αποδέχονται απλά τη δεύτερη ως μεταφυσικά δεδομένη; Ποιός ορίζει ότι ένα νοήμον ον δεν μπορεί να κατανοήσει ως πραγματικό συμφέρον του το ἔχειν αλλά το εἶναι; Αν δεν απειλείται το εἶναι, το ἔχειν παύει πια να έχει οποιαδήποτε αξία.

Η ισότιμη ανταλλαγή δεν είναι δικαιοσύνη. Γιατί δεν είναι ελευθερία. Και δεν υφίσταται δικαιοσύνη χωρίς ελευθερία.

0 0 vote
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
8 Comments
Most Voted
Newest Oldest
Inline Feedbacks
View all comments