Πριν από λίγο καιρό ξεκινούσα να γράφω το πρώτο μου δοκίμιο με τίτλο «Δογματισμός & Εξουσία» κάπως έτσι:

«Η αβασάνιστη αποδοχή ενός φιλοσοφικού, επιστημονικού ή θρησκευτικού δόγματος είναι η απαρχή της εθελοντικής υποδούλωσης του πνεύματός μας».

Σήμερα, μόλις λίγους μήνες αργότερα, επανέρχομαι στο θέμα της πνευματικής αυτής αδράνειας για να αναφερθώ στο ρόλο και τη σημασία της στην εξέλιξη των σύγχρονων κοινωνιών καθώς η εξέλιξη του πολιτισμού μας οφείλεται όχι μόνο στη δράση, αλλά και στην αδράνεια. Και δυστυχώς τις περισσότερες φορές η φυσική μας έλξη προς την αδράνεια υπερισχύει της τάσης μας προς την πρόοδο, εκφρασμένη συνήθως ως άγνοια, ως πείσμα, ως αδιαλλαξία, ως αρνητικότητα, ως άκριτη αποδοχή ή ως συντηρητικότητα και ακολούθηση της πεπατημένης.

Βεβαίως η τάση μας προς την πνευματική αδράνεια υπάρχει για να μας κατευθύνει προς την εξοικονόμηση χρόνου και κόπου στην επίλυση των ζητημάτων και την περαίωση των σκοπών μας κυρίως μέσα από την «κρυσταλλοποίηση» των απόψεών μας και της συμπεριφοράς μας. Η ικανότητα αυτή της εξοικονόμησης που εκφράζεται κυρίως με την ταχύτητα, αποτελεί παραδοσιακά ένδειξη υψηλής ευφυΐας. Τι γίνεται όμως όταν ξεπεράσουμε το όριο αυτής της ωφέλιμης εξοικονόμησης και περάσουμε στο στάδιο του συντηρητισμού όπου ενώ οι προσπάθειές μας ή οι γνώσεις μας δεν δύνανται να επιτύχουν τον σκοπό τους, εμείς παρόλα αυτά εξακολουθούμε να προσπαθούμε το ίδιο φλεγματικά; Και άραγε αυτό δεν είναι κάτι που μας κάνει να φαινόμαστε ανόητοι, πεισματάρηδες, αδιάλλακτοι και αλαζόνες;

Το παράδοξο της αλαζονείας

Κατά το φαινόμενο Dunning-Kruger οι άνθρωποι που γνωρίζουν λίγα για ένα συγκεκριμένο θέμα πιστεύουν πως έχουν περισσότερες γνώσεις από ανθρώπους που γνωρίζουν πολύ περισσότερα. Σύμφωνα λοιπόν με τη μελέτη των Dunning και Kruger, για μία χαρακτηριστική δεξιότητα που μπορεί να κατέχουν οι άνθρωποι σε μικρό ή σε μεγάλο βαθμό:

Τα ανίκανα άτομα τείνουν να υπερτιμούν το επίπεδο της ικανότητάς τους
Τα ανίκανα άτομα δεν αναγνωρίζουν την πραγματική ικανότητα των άλλων ατόμων
Τα ανίκανα άτομα δεν αναγνωρίζουν το μέγεθος της ανικανότητάς τους
Εάν εκπαιδευτούν ώστε να βελτιώσουν ουσιαστικά το επίπεδο της Γνώσης και της ικανότητάς τους, αυτά τα άτομα αναγνωρίζουν και παραδέχονται την προηγούμενή τους άγνοια και ανικανότητα.

Το παραπάνω παράδοξοτηςαλαζονείαςσυνδέεται άμεσα με την πνευματική μας αδράνεια και – εκτός από την ίδια μας τη Φύση στην οποία ήδη αναφέρθηκα πιο πάνω – οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στα θρησκευτικά δόγματα, στα εξουσιαστικά καθεστώτα, στην ελπίδα πως η εξέλιξή μας έχει μονίμως θετικό πρόσημο ή πως κάποτε θα επιστρέψουμε στις ένδοξες μέρες του παρελθόντος, στη σύγχυση της Τεχνολογίας με την ικανότητα χρήσης τεχνολογικών καταναλωτικών προϊόντων, στη σύγχυση της Γνώσης με τη γενική λήψη πληροφοριών κ.α.

Τα θρησκευτικά δόγματα

Όλα ανεξαιρέτως τα δημοφιλή θρησκευτικά δόγματα εκτός από την αναγνώριση τουλάχιστον ενός θεού-δημιουργού, έχουν δύο ακόμη κοινά σημεία, την αποδοχή της ύπαρξης της μετά θάνατον ζωής και την πεποίθηση πως το καθένα αποτελεί τη μόνη αλήθεια.

Η αποδοχή ενός ή περισσοτέρων θεοτήτων είναι αποτέλεσμα της  ανάγκης μας να ερμηνεύσουμε τα ανεξήγητα φαινόμενα και της τάσης μας προς κάλυψη αυτού του κενού με πρότυπα τα οποία είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε ευκολότερα μέσω των συνειρμικών αντανακλαστικών μας. Αυτό εξηγεί την αποτύπωση των διαφόρων θεοτήτων – που παρεμπιπτόντως κανείς δεν έχει δει – με τη μορφή ανθρώπων, ζώων, πλανητών ή ο,τιδήποτε άλλο. Όπως είναι φυσικό, ελλείψει στοιχείων ή τεκμηριωμένων επιχειρημάτων, η επίκληση της πίστης ως βάση της πρωταρχικής μάταιης διανοητικής υπεκφυγής μας είναι αναπόφευκτη. Η πίστη μας σε κάποια οντότητα η οποία μας επιβλέπει, μας επιβραβεύει ή μας τιμωρεί οδηγεί με τη σειρά της στη δουλοπρέπεια, στην υποταγή και στον περιορισμό της δράσης μας ή στον έλεγχο της συμπεριφοράς μας μέσω του φόβου σε αυτή τη ζωή και μέσω της επιβράβευσης στη μετά θάνατον ζωή. Τέλος, η πίστη αυτή σημαίνει άρνηση οποιουδήποτε επιχειρήματος που καταρρίπτει τη θεωρία της ύπαρξης κάποιας θεϊκής οντότητας, γεγονός που μας οδηγεί στην αλαζονεία της άγνοιας και στην εμμονή μας σε μία θέση η οποία δε βασίζεται πουθενά αλλού εκτός από την άγνοια, την πίστη και το πείσμα μας.

Η αποδοχή της μετά θάνατον ζωής είναι αποτέλεσμα της ανάγκης μας να αντιμετωπίσουμε το φόβο και τη θλίψη που προέρχεται από τον ίδιο το θάνατο και της  ανάγκης μας να εξηγήσουμε αυτό το φαινόμενο, όπως ακριβώς συμβαίνει και με το ερώτημα «πώς δημιουργήθηκε το Σύμπαν;». Η πεποίθηση αυτή – αν και συνηθίζεται να λέγεται πως οδηγεί σε μία πιο ενάρετη ζωή διαμέσου της ελπίδας για επιβράβευσης ή του φόβου της τιμωρίας (βλ. Παράδεισος-Κόλαση) – τις περισσότερες φορές οδηγεί στον εφησυχασμό και στην ψευδαίσθηση της αθανασίας και κατ’ επέκταση ξανά στην αλαζονεία. Έτσι, οποιαδήποτε επιστημονική ανακάλυψη ή ηθική αναθεώρηση, από τη στιγμή που έρχεται σε σύγκρουση με το εκάστοτε δόγμα, είναι αυτομάτως κατακριτέα καθώς θέτει υπό αμφισβήτηση το ίδιο το Δόγμα. Κατ’ αυτή την έννοια, η αδιαλλαξία αποτελεί την αντανακλαστική δικλείδα ασφαλείας για την προστασία του δόγματος τόσο από την πλευρά των ηγετών του, όσο και από την πλευρά των υποστηρικτών του, κάτι που φυσικά σχετίζεται και με την απόρριψη των άλλων δογμάτων.

Η αποδοχή ενός δόγματος ως μόνη αλήθεια είναι αποτέλεσμα της ανάγκης για απομόνωση των δογμάτων και του αποκλεισμού των πιστών ώστε οι τελευταίοι να μη μπορούν να κάνουν συγκριτικούς συνειρμούς που θα θέσουν υπό αμφισβήτηση τα δόγματα, κάτι που φυσικά έχει ως σκοπό να μας κρατήσει στην άγνοια που οδηγεί στην ακόμη μεγαλύτερη έπαρση και αδιαλλαξία.

Ο Bertrand Russell σε κείμενό του σχετικά με το αν υπάρχει θεός χρησιμοποιεί μία χαρακτηριστική υπόθεση, γνωστή και ως η τσαγιέρα του Russell.

«Αν έλεγα ότι μεταξύ Γης και Άρη υπάρχει μία πορσελάνινη τσαγιέρα σε ελλειπτική τροχιά γύρω από τον ήλιο, κανείς δεν θα μπορούσε να διαψεύσει τον ισχυρισμό μου, αρκεί να πρόσθετα ότι η τσαγιέρα είναι τόσο μικρή που δεν θα μπορούσαν να την ανιχνεύσουν ούτε τα πιο ισχυρά τηλεσκόπιά μας.

Όμως, αν στη συνέχεια έλεγα ότι, αφού ο ισχυρισμός μου δεν μπορεί να διαψευστεί θα ήταν ασυγχώρητη απρέπεια να τον αμφισβητούμε με την λογική μας, τότε οι περισσότεροι δικαίως θα θεωρούσαν ότι έλεγα ανοησίες.

Αν όμως η ύπαρξη μιας τέτοιας επουράνιας τσαγιέρας αναφερόταν σε πανάρχαια βιβλία και διδασκόταν ως ιερή αλήθεια κάθε Κυριακή και ενσταλαζόταν στα μυαλά μικρών παιδιών σε όλα τα σχολεία, τότε ακόμα και ο παραμικρός δισταγμός θα ήταν τέτοιο δείγμα εκκεντρικότητας που σε φωτισμένους καιρούς θα απέφερε στον αμφισβητία το επίζηλο προνόμιο της ψυχιατρικής φροντίδας, ενώ σε πιο πρώιμη περίοδο την Ιερά Εξέταση.»

Τα εξουσιαστικά καθεστώτα

Τα εξουσιαστικά καθεστώτα έχουν παρόμοια χαρακτηριστικά με τα θρησκευτικά, ωστόσο έχουν και σημαντικές διαφορές. Ένα εξουσιαστικό καθεστώς μπορεί να είναι ταυτόχρονα και θρησκευτικό, χωρίς όμως αυτό να είναι υποχρεωτικό. Αντιθέτως, ένα θρησκευτικό δόγμα είναι πάντοτε εξουσιαστικό.

Στα εξουσιαστικά καθεστώτα, ασχέτως αν είναι ή δεν είναι και θρησκευτικά, ο έμπρακτος εξουσιαστής είναι ο άνθρωπος. Με τον όρο «άνθρωπος» νοείται ο βασιλιάς, ο πρόεδρος, ο πρωθυπουργός, ο στρατιωτικός επικεφαλής, ο αρχιεπίσκοπος, το κοινοβούλιο κοκ.

Ένα εξουσιαστικό καθεστώς προϋποθέτει πάντοτε το στοιχείο του αυταρχισμού, καθώς μπορεί να επέλθει με δύο τρόπους, με βία (δηλ. με στρατιωτική ή εξεγερτικήεπιβολή)ή με εξαπάτηση. Ωστόσο, για να επικρατήσει μεσοπρόθεσμα ή και μακροπρόθεσμα θα πρέπει να αποκτήσει δημοκρατική νομιμοποίηση και προπαγανδιστική ισχύ. Χωρίς αυτά τα δύο, είναι ζήτημα χρόνου για οποιοδήποτε εξουσιαστικό καθεστώς να καταρρεύσει όση κατασταλτική δύναμη κι αν διαθέτει. Μάλιστα, όση μεγαλύτερη είναι στρατιωτική ή η αστυνομική δύναμη που προστατεύει το καθεστώς, τόσο πιο ευάλωτο γίνεται αυτό σε μία πιθανή μεταστροφή αυτών των δυνάμεων εναντίον του.

Ο στρατηγικότερος λοιπόν στόχος ενός τέτοιου καθεστώτος, εφόσον εξασφαλίσει όλα τα παραπάνω, είναι αναμφίβολα η επίτευξη της δημοφιλούς διακυβέρνησης και της πνευματικής αδράνειας του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού που εξουσιάζει. Θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε την παραπάνω πρόταση με τη φράση «άρτος και θέαμα». Αν ένα καθεστώς δεν έχει τον παραπάνω στόχο, τότε ή δεν είναι εξουσιαστικό ή θα καταρρεύσει πολύ σύντομα.

Με αυτόν τον τρόπο επανερχόμαστε εκ νέου στην αλαζονεία και την καλλιέργειά της (βλ. φυλετική, θρησκευτική και εθνικιστική έπαρση) τόσοτου ίδιου του καθεστώτος, όσο και των ακολούθων του, κάτι που ευσταθεί βεβαίως μονάχα απέναντι στην άγνοια ή στην ελλιπή γνώση που πηγάζουν από την πνευματική αδράνεια.

«Παρά τις διαφορές τους όμως, εξουσιαστές και εξουσιαζόμενοι διαθέτουν δύο  κοινά χαρακτηριστικά. Το πρώτο είναι αυτό της αυταρέσκειας, του ναρκισσισμού, της έπαρσης ή της υπερηφάνειας. Δεν υπάρχει μέλος κάποιου όχλου που να μην είναι υπερήφανο για τη συμμετοχή του σε αυτόν. Ένας στρατιώτης, όπως επίσης και ο αρχηγός του, είναι υπερήφανος γι’ αυτό που κάνει – όχι για το ότι σκοτώνει άλλους ανθρώπους, αλλά για το ότι υπερασπίζεται την πατρίδα του και το Δίκαιο. Αυτή είναι μία ευχάριστη προσέγγιση για αυτόν που την πραγματοποιεί, αλλά χωρίς καμία αντικειμενική εγκυρότητα. Η φυλετική, εθνική, θρησκευτική ή άλλη έπαρση είναι βασικό συστατικό οποιασδήποτε προπαγάνδας ή αντίστροφα, δε νοείται προπαγάνδα δίχως την καλλιέργεια μίας κάποιας έπαρσης. Τις περισσότερες φορές ο σπόρος αυτής της έπαρσης συναντάται ακόμη και μέσα στα έργα των μεγαλυτέρων ονομάτων της Φιλοσοφίας και της Επιστήμης με εκούσιο ή ακούσιο σκοπό την επίτευξη ευρύτερης αποδοχής των απόψεών τους.

Όλοι οι άνθρωποι έχουμε κάποιες αξίες μέσα μας όπως αυτές της Ισότητας, της Δικαιοσύνης, της Πίστης, του Πατριωτισμού, της Οικολογίας κοκ. Συχνά συναντούμε σε διαφορετικούς ανθρώπους παρόμοια αξιακά συστήματα. Η ιδεολογική σύγκλιση ή απόκλιση ενός ανθρώπου από έναν άλλον δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ταύτιση ή μη ταύτιση της προτεραιότητας που δίνει ο καθένας μας σε καθεμία από αυτές. Και όπως είναι φυσικό, και εξαιτίας και των λόγων που περιέγραψα στην αρχή, είναι πιθανότερο δύο άνθρωποι με ανεπτυγμένη την οικολογική τους ευαισθησία να συμπαθήσουν ο ένας τον άλλον, ενώ αντιθέτως ένας υπέρμαχος της Ισότητας είναι πιθανότερο να έρθει σε αντιδικία με κάποιον για τον οποίο ο Πατριωτισμός προηγείται της Ισότητας.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο πολλοί από εμάς αποδεχόμαστε δογματικά πως η πατρίδα μας έχει σημαντικότερα πλεονεκτήματα από τις άλλες χώρες, πως καλύτερη ποδοσφαιρική ομάδα είναι αυτή που υποστηρίζουμε άσχετα με τη θέση της στο βαθμολογικό πίνακα κοκ. Παρόλο όμως που η ανωτερότητα μίας φυλής, ενός Έθνους, μίας θρησκείας, η «αγιότητα» του προλεταριάτου κλπ. δεν είναι τίποτε άλλο από ανυπόστατες ανοησίες, οι ανοησίες αυτές ακούγονται ευχαρίστως από τα αυτιά αυτών που ευνοούνται με οποιονδήποτε τρόπο. Βεβαίως οι ανοησίες αυτές βασίζονται σε επιχειρήματα, που παρόλο που στερούνται εγκυρότητας, δεν παύουν να είναι επιχειρήματα! Αυτά βεβαίως ευσταθούν μονάχα απέναντι στην άγνοια ή στην ελλιπή γνώση του αντιτιθέμενου, κάτι που βεβαίως γνωρίζει κάθε δημαγωγός που σέβεται τον εαυτό του.» (απόσπασμα από το δοκίμιο Δογματισμός & Εξουσία)

Η Ελπίδα

«Το δεύτερο κοινό χαρακτηριστικό εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου είναι η διατήρηση της ελπίδας πως βαδίζουμε προς ένα καλύτερο αύριο. Από τη μία οι προοδευτικοί ευελπιστούν σε νέες ανακαλύψεις και νέες διεξόδους και από την άλλη οι συντηρητικοί οραματίζονται την επιστροφή στις παραδοσιακές Αρχές των προγόνων μας. Και οι δύο κατηγορίες είναι εξίσου χειραγωγήσιμες από οποιοδήποτε εξουσιαστικό δόγμα, αρκεί αυτό να εμφυσήσει την ελπίδα στις αντίστοιχες μάζες. Από τη μία λοιπόν έχουμε την έμφυτη τάση των συντηρητικών προς την Εξουσιοκρατία, γεγονός που τους καθιστά σχετικά εύκολη λεία για τα εξουσιαστικά δόγματα και από την άλλη έχουμε τους προοδευτικούς, που αν και συχνά απαγκιστρωμένοι από παραδοσιακές δογματικές αγκυλώσεις, σκοντάφτουν στην ίδια τους την προοδευτικότητα που συχνά τους δίνει την ψευδαίσθηση πως ο κόσμος, αργά ή γρήγορα, τείνει προς κάτι καλύτερο.

Συμπεραίνουμε λοιπόν πως συντηρητικοί και προοδευτικοί επηρεάζονται από την ίδια τους την ελπίδα πως είτε θα επιστρέψουμε στις λαμπρές εποχές του παρελθόντος, είτε θα προοδεύσουμε, κάτι όμως που προδιαγράφει στις συνειδήσεις και των δύο κατηγοριών την επικράτηση της δικής τους εκδοχής. Συχνά ακούμε τη φράση πως «Η Δικαιοσύνη θα λάμψει», θεωρώντας κάτι τέτοιο ως δεδομένο, χωρίς όμως να λάβουμε υπόψιν τον διεφθαρμένο Δικαστή ο οποίος – σε αντίθεση με την πρώτη παραδοχή – είναι η μόνη αντικειμενική αλήθεια του παραδείγματός μας. Η πεποίθησή μας αυτή πως το Καλό, το Δίκαιο και το Λογικό πάντα στο τέλος νικά δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ελπίδα μας πως κάτι τέτοιο θα συμβεί χωρίς όμως αυτό να αποτελεί δεδομένο ή αντικειμενική αλήθεια. Μία καλή προστασία λοιπόν απέναντι σε κάθε είδους υποκειμενικότητας ή προπαγάνδας θα μπορούσε να είναι ο διαχωρισμός της κάθε ελπίδας μας από συλλογισμούς που απαιτούν μια κάποια αντικειμενικότητα.» (απόσπασμα από το δοκίμιο Δογματισμός & Εξουσία)

Η Τεχνολογία και η εξοικείωσή μας με τα τεχνολογικά καταναλωτικά προιόντα

Πολλοί από εμάς θεωρούμε ως αναμφισβήτητο το γεγονός πως βρισκόμαστε στο απόγειο της τεχνολογικής εξέλιξης. Άλλοι πάλι θεωρούμε ως δεδομένη τη συνεχόμενη ανάπτυξη νέων τεχνολογιών με ρυθμούς παρόμοιους των τελευταίων δεκαετιών. Ωστόσο, και οι δύο αξιώσεις βασίζονται περισσότερο στην αισιοδοξία που απορρέει από τη δυναμική που αναπτύχθηκε τα τελευταία χρόνια παρά σε λογικά επιχειρήματα.

Είναι αλήθεια πως η Τεχνολογία τις τελευταίες δεκαετίες πραγματοποίησε αξιοσημείωτα έως και πρωτόγνωρα άλματα χωρίς όμως αυτά να αποτελούν σε καμία περίπτωση τεκμήριο νέων μελλοντικών ανακαλύψεων με τους ίδιους ρυθμούς και στο μέλλον.

Ένα από τα χαρακτηριστικά γεγονότα που άλλαξαν δραματικά την εξέλιξη της ανθρωπότητας είναι λόγου χάρη η χρήση του ηλεκτρικού ρεύματος, η οποία προφανώς άνοιξε το δρόμο για νέες ανακαλύψεις και εφευρέσεις. Σκεφτείτε μόνο πώς θα ήταν ο κόσμος σήμερα χωρίς το ηλεκτρικό ρεύμα, στην ανακάλυψη και εύρεση χρήσης του οποίου όμως εμείς δεν έχουμε συμβάλει ούτε στο ελάχιστο.

Βεβαίως γελάμε με τους γονείς μας και τη σχέση τους με την Τεχνολογία, θεωρώντας πως η εξοικείωσή μας με τα τεχνολογικά καταναλωτικά προιόντα είναι ένδειξη ευφυΐας. Ωστόσο εδώ κάνουμε ένα μεγάλο σφάλμα: συγχέουμε τα τεχνολογικά προιόντα και την ικανότητα χρήσης τους με την Τεχνολογία. Το γεγονός όμως πως κάποιος μπορεί να κάνει format στον υπολογιστή του δε σημαίνει πως θα μπορούσε να επινοήσει ή να κατασκευάσει έναν! Αντιστρόφως, ένας άνθρωπος που αδυνατεί να χρησιμοποιήσει μία συσκευή δεν είναι αναγκαστικά λιγότερο ευφυής, καθώς η χρήση μίας συσκευής αποτελεί τεχνική ικανότητα χρήσης του τεχνολογικού μέσου και όχι διανοητική δεξιότητα.

Παρόμοιο είναι το σφάλμα στο οποίο υποπίπτουμε όταν δεχόμαστε πως το γεγονός ότι διαθέτουμε πιο εξελιγμένα τεχνολογικά προϊόντα από τους αρχαίους προγόνους μας, μας κάνει και διανοητικά ανώτερούς τους. Βεβαίως αυτή η αλαζονική μας στάση οφείλεται στην άγνοια και συγκεκριμένα στην παραγνώριση πως το κάθε τεχνολογικό επίτευγμα – εκτός από αποτέλεσμα μελέτης και σκληρής εργασίας – είναι και αποτέλεσμα των συνθηκών και  των αναγκών της εποχής του. Αν δεν είχε ανακαλυφθεί το ηλεκτρικό ρεύμα, οι πόλεις όπως τις ξέρουμε σήμερα δε θα υπήρχαν και επομένως δε θα υπήρχαν πολυκατοικίες και ανελκυστήρες για να ανεβαίνει κανείς στο διαμέρισμά του που βρίσκεται δεκάδες μέτρα από το έδαφος. Η εφεύρεση του ανελκυστήρα είναι αποτέλεσμα μίας τεχνολογικής ανακάλυψης η οποία επέτρεψε με τη σειρά της ένα νέο τρόπο ζωής και μία νέα ανάγκη. Το γεγονός λοιπόν πως σήμερα διαθέτουμε ανελκυστήρες που με το πάτημα ενός κουμπιού μας μεταφέρουν στο σπίτι μας δεν τοποθετεί κατ’ ανάγκη τη νοημοσύνη μας υψηλότερα από αυτή των αρχαίων προγόνων μας και επομένως είναι ανόητο να καυχιόμαστε για την τεχνολογική μας πρόοδο – πάνω στην οποία βασίζουμε την πεποίθηση πως σήμερα είμαστε εξυπνότεροι – όταν μάλιστα δεν έχουμε συνεισφέρει στο ελάχιστο σε αυτήν. Εν ολίγοις, η τεχνολογική πρόοδος επέρχεται κυρίως διά της Γνώσης και κάτω από τις συνθήκες που θα επιτρέψουν την αναπαραγωγή αυτής της γνώσης.

Η σύγχυση της Γνώσης με τη γενική λήψη πληροφοριών

Εδώ λοιπόν έχουμε να κάνουμε με το εξής παράδοξο: από τη μία θεωρούμε τους εαυτούς μας συνέχεια των αρχαίων Ελλήνων, του Νίκολα Τέσλα ή του Αϊνστάιν και από την άλλη – κι ενώ στην πραγματικότητα δε διαθέτουμε καμία απολύτως επιπλέον γνώση ή ικανότητα από αυτούς – θεωρούμε τους εαυτούς μας εξελικτικά ανώτερους.

Στην πραγματικότητα όλη αυτή η συσσωρευμένη γνώση συνήθως μας αφήνει παγερά αδιάφορους τη στιγμή που βομβαρδιζόμαστε με αμέτρητες πληροφορίες αφομοιώνοντας μέρος από αυτές. Σήμερα για παράδειγμα είμαστε σε θέση να θυμόμαστε τηλεφωνικούς αριθμούς, διευθύνσεις, στίχους τραγουδιών, ονόματα καλλιτεχνών, αθλητών, πολιτικών, κουτσομπολιά κοκ. σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’ ότι παλαιότερα όχι όμως επειδή είμαστε εξυπνότεροι, αλλά επειδή χρειάστηκε ή επειδή μας το «επέβαλε» ο τρόπος ζωής μας και το επέτρεψε η Τεχνολογία.

Την ίδια στιγμή λοιπόν που στον υπολογιστή μας υπάρχουν δεκάδες ή και εκατοντάδες βιβλία σε pdf, εμείς μπορεί να μην έχουμε διαβάσει ούτε ένα. Τη στιγμή που αρκετά gigabytes μουσικής ή ταινιών πιάνουν χώρο στο σκληρό μας δίσκο, εμείς αγνοούμε ακόμη και την ύπαρξή τους. Το ίδιο συμβαίνει και στον πραγματικό κόσμο, όπου ήδη καταγεγραμμένες πληροφορίες που αφορούν στη Φιλοσοφία, στις Επιστήμες ή στην Ιστορία και που όλοι θα έπρεπε να γνωρίζουμε, υπάρχουν κάπου σε κάποια βιβλιοθήκη (ακόμη και μέσα στο σπίτι μας) και εμείς τα αγνοούμε επιδεικτικά.

Η παραπάνω σύγχυση οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη Φύση του Εκπαιδευτικού μας Συστήματος, στην απευθείας πολιτική προπαγάνδα και στις διαφημίσεις των εταιριών κυρίως μέσω των ΜΜΕ, μέσω των οποίων επικροτείται το αναμάσημα ενός συγκεκριμένου θρησκευτικού δόγματος, η αποδοχή ενός συγκεκριμένου μοντέλου διακυβέρνησης ή μίας συγκεκριμένης ιστορικής εκδοχής, η αγορά ενός συγκεκριμένου προϊόντος κοκ. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να δίνεται  μεγαλύτερο κίνητρο προς την πνευματική αδράνεια παρά προς την αμφισβήτηση, την κριτική σκέψη, την ουσιαστική έρευνα, τη φαντασία ή την αισθητική, κάτι που οδηγεί εκ νέου στην πνευματική ατροφία της άγνοιας και την αλαζονεία που απορρέει από αυτήν.

***

Η μόνη διέξοδος από το φαύλο κύκλο της άγνοιας είναι η Μόρφωση και πιο συγκεκριμένα η Αυτομόρφωση. Σύμφωνα εξάλλου με το φαινόμενο Dunning-Kruger, αν οι άνθρωποι που γνωρίζουν λίγα για ένα συγκεκριμένο θέμα εκπαιδευτούν ώστε να βελτιώσουν ουσιαστικά το επίπεδο της γνώσης και της ικανότητάς τους, τότε και μόνο τότε μπορούν να αναγνωρίσουν και να παραδεχτούν την προηγούμενη έλλειψη γνώσης και ανικανότητά τους, κάτι που φυσικά αποτελεί πλήγμα για την αλαζονεία τους, μα και ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο.

Arkan

avatar
  Subscribe  
Notify of