Πρωτοσυναντήθηκα με το λογοτεχνικό έργο της Ελένης Γκίκα πριν αρκετά χρόνια. Το πρώτο βιβλίο της που διάβασα ήταν το “Αν ο Καρυωτάκης παντρευόταν την Πολυδούρη”, διαβάζοντάς τη νιώθεις ακαριαία την αμεσότητα αυτής της γυναίκας, την γνησιότητα της. Από και πέρα διάβασα όλα της τα βιβλία και κάθε της βιβλίο επιβεβαίωνε συνεχώς την πρώτη μου αίσθηση, ένα ταλέντο αβίαστο, ένας λόγος σα να ρχεται από μια γνώριμη φωνή, μια φωνή από τα βάθη της ψυχής….Δεν είμαι κριτικός λογοτεχνίας δεν μπορώ ίσως να μιλήσω με τεχνικούς όρους, αυτό που ξέρω είναι ότι άνθρωποι και δημιουργοί σαν την Ελένη σπανίζουν και είναι αναγκαίοι ιδίως στις μέρες και στην εποχή που διανύουμε, μέρες που χαρακτηρίζονται από δηθενιά, υποκρισία, που όλο και περισσότεροι αυτοπροσδιορίζονται ως “πνευματικοί” άνθρωποι, αυτοπροβάλλονται, κομπάζουν και περιαυτολογούν. Η Ελένη είναι ένας άνθρωπος που δεν συγγράφει απλώς, ευαισθητοποιείται, στηρίζει νέους ανθρώπους, είναι εκεί και παίρνει θέση σε όσα ταλανίζουν την εποχή που βιώνει και τους ανθρώπους, έχει την σοφία που της προσφέρουν τα χρόνια στο χώρο της συγγραφής και παλαιότερα της δημοσιογραφίας και παράλληλα είναι τόσο μα τόσο διακριτική και ανθρώπινη. Τα τονίζω όλα αυτά όχι γιατί θέλω να της πλέξω το εγκώμιο, αλλά γιατί ναι όσο και να μας ενοχλεί τέτοιοι ανθρώποι στην εποχή μας σπανίζουν. Για το τελευταίο της βιβλίο “Το Μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ” που κυκλοφόρησε τον Ιούνιο από τις εκδόσεις Καλέντη, δεν θα πω πολλά, αξίζει απλά να χαθεί κανείς μέσα στη γραφή της και μια φράση από το βιβλίο, που μου χει καρφωθεί στο μυαλό : “το να ονειρευόμαστε είναι θεμελιώδες, ίσως είναι η μόνη πραγματικότητα που υπάρχει” .

Μετά από αρκετά χρόνια είχα την τύχη να την γνωρίσω από κοντά, πάντα ήταν η Ελένη, όταν μιλούσα για τα έργα της ακόμα κι αν δεν την ήξερα προσωπικά, στο βγάζει αυτό, εμένα τουλάχιστον το έκανε, μέσα από τα έργα της, γίνεται η Ελένη, δεν σου ταιριάζει να την πεις με το επίθετό της, σα να την ξέρεις χρόνια, τώρα μετά τη συνάντησή μας απλά επιβεβαιώθηκε το πόσο λιτός, διακριτικός και γνήσιος άνθρωπος είναι. Δυο κουβέντες σου λέει, που εσύ θα ήθελες σελίδες ολόκληρες για να εξηγήσεις μια κατάσταση ή κάτι που βιώνεις και εκείνη στο δίνει σε δύο προτάσεις και εμπεριέχει μέσα σε αυτές όλα όσα νιώθεις . Σε κοιτάζει ευθεία στα μάτια, με ένα χαμογέλο σα να σε γνωρίζει χρόνια. Είχε πει κάποτε σε μια συνέντευξή της πως, ότι έχει γράψει διαθέτει την αλήθειά της, ναι έτσι ακριβώς είναι, το νιώθεις αμέσως διαβαζοντάς τη και το επιβεβαιώνεις ακόμη περισσότερο γνωρίζοντάς τη. Δεν θα πω άλλα γιατί ξέρω ότι είναι απίστευτα σεμνός άνθρωπος. Την Ελένη όμως είχα την μεγάλη τύχη να την γνωρίσω μέσα από το χάος του διαδικτύου, που με όλα τα πιθανόν αρνητικά που του καταλογίζουν έχει σαφώς και πολλά θετικά, και παρόλο, που όπως λέει και εκείνη “οι τυχαίες συναντήσεις είναι ραντεβού”, δεν ξέρω αν δεν μιλούσαμε πρώτα μέσα από το διαδίκτυο διαπιστώνοντας κοινούς κώδικες επικοινωνίας, αν θα χαμε εύκολα την ευκαιρία να πιούμε εκείνον τον καφέ σαν δυο καλές φίλες, που γνωρίζονται χρόνια. Εξαιτίας λοιπόν αυτής της συνάντησης και το πώς έγινε, επιλέγω να αναδημοσιεύσω εδώ ένα άρθρο, που έγραψε η ίδια στο diastixo.gr για το διαδίκτυο και τις συναντήσεις μέσα από αυτό..

ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ «Ο ΚΟΣΜΟΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΙΑ ΣΤΑΛΙΑ ΓΙΑ ΚΕΙΝΟΥΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΣΥΝΑΝΤΗΘΟΥΝΕ»

της Ελένης Γκίκα

“Η σχέση μου με το διαδίκτυο ξεκίνησε με έναν καβγά και όχι με τη λογοτεχνία. Δηλαδή ένα λογοτεχνικό αφιέρωμα στο Έθνος –αναφερόταν, απ’ ό,τι θυμάμαι, στους Αθλίους των Αθηνών και όχι του Βίκτορος Ουγκό– και ο Reader’sDigest, διάσημος μπλόγκερ της εποχής, τότε δεν τον ήξερα, συνηθισμένος στις παρεοκρατίες με αμφισβήτησε. Για να του εξηγήσω με έμαθαν να στέλνω e-mail, μου απάντησε, του απάντησα, κι ακολούθησε ένα γαϊτανάκι γεγονότων τρελό: Ανακάλυψα τα βιβλιοφιλικά μπλογκς και ξεκίνησε σειρά με αυτά στο κυριακάτικο Έθνος.

Γνώρισα μπλόγκερ σ’ εκείνο το αλησμόνητο δωματιάκι στον Πολυχώρο της Άγκυρας.

Συνεργάστηκα με το Lexima και συνειδητοποίησα τη διαδικτυακή μαγεία.

Ανακάλυψα ότι υπάρχουν ιστότοποι που κάνουν εξαιρετική ποιητική, πεζογραφική και αναγνωστική δουλειά.

Κάπως έτσι τότε γεννήθηκε το Golem και το… alef.

Απόκτησα βαφτισιμιά μέσα απ’ αυτό κι έγινε ο Reader, από άσπονδος εχθρός, ο καλύτερος φίλος μου.

Έμαθα συγγραφείς και ποιητές που αγνοούσα μέσα απ’ αυτό. Ξαναβρήκα φίλους από μακριά, απέκτησα συγγενικά λογοτεχνικά φίλους.

Τον πρώτο καιρό –είμαι κι άνθρωπος της συνήθειας, άνθρωπος-δέντρο σχεδόν– κάτι μέσα μου αρνιόταν να προχωρήσει. Κάτι τα βιβλία που πλημμυρίζουν το σπίτι και το γραφείο, η περασμένη και η παρούσα ζωή, τα τετραδιάκια που εις πείσμα των υπολογιστών επιμένουν να γεμίζουν ακόμη, ο εκδότης μου, κατά προτίμηση πάντα μικρός (ε, έχω κάνει σ’ αυτή την αρχή μου και μια μικρή απιστία), το σχεδόν μεταξωτό χαρτί, η μυρωδιά, τα μολυβάκια κι οι σημειώσεις στην άκρη, αυτό-είναι-η-λογοτεχνία και δε θέλω καθόλου ν’ ακούσω το τι θα γίνει μετά…

Αλλά αν αγαπάς τελικά το ποίημα και την ιστορία, έρχεται το ποίημα ή η ιστορία και σχεδόν σε πηγαίνει αλλού, κυριολεκτικά σε βουτά απ’ τα μαλλιά.

Και η αρχή έγινε πριν από τρία, τέσσερα χρόνια; Σε εκείνο τον διαδικτυακό διαγωνισμό με ένα ευγενικό e-mail που μου έστειλε απ’ το Ηράκλειο Κρήτης ο Γιάννης Φαρσάρης. Ήταν ο πρώτος διαδικτυακός διαγωνισμός ΛόγωΤέχνης και η Λεία Βιτάλη, ο Μάνος Κοντολέων, ο Θανάσης Χειμωνάς, η αφεντιά μου και ο Φαρσάρης, κριτική επιτροπή.

Το αποτέλεσμα, μια τεράστια έκπληξη. Διηγήματα αστραφτερά, νέα παιδιά που μας έμαθαν μέσα απ’ το ίντερνετ και μας έφτασαν μέσα απ’ το ίντερνετ, ακόμη θυμάμαι την απίστευτη ιστορία του πρώτου βραβείου με την Ιφιγένεια Ανδρεδάκη.

Στο μεταξύ και τι δεν έγινε! Στη χώρα και στη ζωή μου, στη λογοτεχνία και στη δημοσιογραφία, έχουν έρθει τα επάνω κάτω κυριολεκτικά: Έφυγα από το Έθνος «επειδή σήμερα το βιβλίο είναι πολυτέλεια», ξαναγύρισα στο Έθνος «επειδή το βιβλίο δεν είναι και τόσο πολυτέλεια», άρχισα να γράφω παράλληλα σε διαδικτυακά περιοδικά, επειδή για μένα τουλάχιστον και σε πολλούς σαν εμένα, το βιβλίο είναι ανάγκη.

Έτσι μπήκε πια στη ζωή μου και το Diastixo.gr, διάβασα, ξαναδιάβασα αλλιώς, και βγήκαν κείμενά μου και ποιήματα απ’ το συρτάρι. Για να φτάσω στο εξής συγκλονιστικό, οι ίδιοι οι εκδότες, οι συγγραφείς να με παρακαλούν να γράψω γι’ αυτούς όχι στο Έθνος αλλά στο διαδίκτυο πια. Δεν απορώ καθόλου, αφού ακόμα και τις ειδήσεις στο διαδίκτυο τις αναζητώ, όπως και τους αγαπημένους μου συγγραφείς, τις νέες λογοτεχνικές φωνές, αναγνωρίζοντας πια πως όλα είναι εδώ, άχυρα μαζί με διαμάντια!

Η καθημερινή επαφή με βυθίζει στα άχυρα, αλλά πόσο έντιμο όλο αυτό, ο καθένας μας είναι εδώ με τα όλα του! Το προφίλ του εικόνα αμείλικτα ειλικρινής, δεν είναι η κασέτα που βγάζουμε σε προαναγγελθείσα συνέντευξη αλλά η καθημερινότητα που με τα λάικ, τις φωτογραφίες και τις μουσικές, με τις αγάπες και τις τσαντίλες μας, διαρκώς μας προδίδει (κι ευτυχώς).

Αλλά είναι κι ένας ολόκληρος λογοτεχνικός κόσμος, ποτάμι από τα κάτω που εξελίσσεται και κυλά. Ο Φαρσάρης για έναν ολόκληρο χρόνο ανέβαζε μια ιστορία καθημερινά και το ArtMagazine και το ΛόγωΤέχνης κατόρθωσε να συγκεντρώσει φέτος 1.480 συμμετοχές, ως επί το πλείστον νέα παιδιά από το εξωτερικό, την περιφέρεια και την Αθήνα. Τα διηγήματα άστραφταν, τα αποτελέσματα μας ανάγκασαν αντί για είκοσι να εκδώσουμε τελικά τα σαράντα. Ο χώρος γέμισε από νέους ανθρώπους που δεν έλαβαν πρόσκληση, δε μας ήξεραν, όλα έγιναν εύκολα κι άμεσα, διαδικτυακά, ο Μουρσελάς και ο Ξανθούλης που δεν τα πάνε καλά με το διαδίκτυο είχαν σαστίσει. Και με τη συμμετοχή αλλά και με τις ιστορίες.

Τα διαδικτυακά περιοδικά αρχίζουν να ξεφυτρώνουν πια σαν μανιτάρια. Με όλα τα καινούργια καλά –ανοιχτά σε νέες φωνές, δημοκρατικά– και με όλες τις παλιές μας γνωστές παθογένειες: παρέες, βραβεία, πληρωμένες συνεντεύξεις και κριτικές, φλυαρίες και απίστευτες σαχλαμάρες, είναι τέτοια η ευκολία του μέσου, που η βλακεία σου ανεβαίνει προτού καν τη σκεφτείς, το διαδίκτυο, όπως και να το κάνουμε, δεν είναι καθόλου το «αγαπημένο μου ημερολόγιο».

Αλλά με όλα τα λάθη, τα πάθη, τα φάλτσα, είναι η ελευθερία αλλόκοτη κι αλλάζει σίγουρα και συνθήκες και δεδομένα.

Με την εκδοτική φούσκα να υφίσταται ακόμη (αλλ’ έχει ζαρώσει πια το μπαλόνι) ανοίγει μια νέα προοπτική, αυτή του να γράφεις επειδή δεν μπορείς παρά να γράφεις κι όχι για δόξα ή και για χρήμα. Στο διαδίκτυο «κάθε θαύμα τρεις ημέρες», κι ο καθένας μας «είμαι Θεός ήλιος καλοκαιρινός» (εντάξει και καθημερινός). Αλλά κάπου εκεί πέρα, μαζί με όλο τον εγωισμό, τη ματαιοδοξία και τη ματαιοπονία… υπάρχει, θα υπάρχει πάντα το ποίημα και η ιστορία. Με τη δική του δυναμική και τη δική του ζωή, με το δικό του πάντα αλλόκοτο και αινιγματικό πεπρωμένο.

Ναι, ζω σ’ ένα σπίτι με 30.000 βιβλία και διαβάζω με δίψα καθημερινά από το διαδίκτυο ποίηση και λογοτεχνία. Αυτό που με νοιάζει πια, σε όποια μορφή και με όποιο υλικό, είναι το ποίημα και είναι η ιστορία. Και ποιητές θα υπάρχουν όπως θα υπάρχουν πάντα κι αφηγητές. Όλα τ’ άλλα…”

“Εάν δεν αγγίξεις τα όρια αρνείται να σου αποκαλυφθεί ο μέγας άγνωστος εαυτός σου”…. Ελένη Γκίκα, “Αιώνια Επιστροφή”

0 0 vote
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments