Στις 9 Απριλίου 1981 ο Μικέλ Ντυφρέν έδωσε μια διάλεξη[1] στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών Αθήνας, σχετικά με τις σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ τέχνης και πολιτικής.

Τα βασικά ζητήματα που επιχείρησε να διασαφηνίσει στην ομιλία του αφορούν στις σχέσεις τέχνης και πολιτικής, μέσω μιας ειδικότερης τοποθέτησης γύρω από την στράτευση της τέχνης στο πλαίσιο της διάκρισης της μορφής από το περιεχόμενο και οριοθετώντας την προσωπική του άποψη συναρτήσει της «λαϊκής τέχνης».

Το πρώτο ζήτημα που διατυπώνει αφορά στην προοδευτική διαφοροποίηση του πεδίου της πολιτικής από αυτό της τέχνης, κατά τη θεσμοποίηση τους. Η πολιτική, κατά τον Ντυφρέν, εμφανίζεται όταν μια εξουσία εδραιώνεται στη βάση ορισμένων αρχών, οικοδομώντας αυτό που ονομάζουμε «πολιτικό κατεστημένο». Η διαφοροποίηση, όμως, του ενός από το άλλο πεδίο δεν συνεπάγεται σε καμία περίπτωση και την αυτονομία τους.  Είναι προφανές, λόγου χάρη, ότι οι πολιτικές εξουσίες δεν είναι οι μοναδικές, μιας και ο προοδευτικός καταμερισμός της εργασίας και η εξειδίκευση των ατόμων προώθησαν την ανάδυση ορισμένων κορυφαίων θεσμών, όπως η παιδεία, το δίκαιο ή η θρησκεία, θεσμοί που συνεπάγονται ένα ολόκληρο σύστημα εξουσιών. Στη βάση αυτού του σχετικού με την εξουσία επιχειρήματος αναλύεται η φαινομενική ανεξαρτησία της τέχνης από την πολιτική.

Ο Ντυφρέν, για την ακρίβεια, εκλαμβάνει τις σχέσεις τέχνης και πολιτικής, ως σχέσεις ανταγωνισμού.  Ας εξετάσουμε το γιατί. Από τη μία, η τέχνη ή διαφορετικά η καλλιτεχνική πρακτική προκαλούν την εξουσία, είτε-κυρίως- στο μέτρο που διεγείρουν τη φαντασία, είτε στο μέτρο που επικοινωνούν ιδέες και οικοδομούν συστήματα αξιών. Από την άλλη, η πολιτική εξουσία επιχειρεί πάντα να επεκταθεί, με συνέπεια να επιδιώκει την «τιθάσευση» της τέχνης ή την κυριαρχία πάνω της. Στην πραγματικότητα, αυτό που συντελείται είναι η υπεροχή της πολιτικής πάνω στην τέχνη, η οποία επιτυγχάνεται είτε εξουσιάζοντας είτε προσανατολίζοντας την. Συγκεκριμένα, στις μέρες μας, η «λογοκρισία» επεισέρχεται με λεπτότερο τρόπο στα καλλιτεχνικά ζητήματα, επιδιώκοντας τηναπονεύρωση των έργων τέχνης, μέσω της γνωστής διαδικασίας της «χειραγώγησης». Μέσω αυτής της διαδικασίας η τέχνη χάνει την ανατρεπτική της ικανότητα και γίνεται ένα πολυτελές και εμπορεύσιμο αντικείμενο.

            Σε αυτό το σημείο ο Ντυφρέν χρησιμοποιεί εύστοχα το παράδειγμα της Γκερνίκας του Πάμπλο Πικάσο. Το έργο αυτό του 1937 αποτελεί μια κραυγή διαμαρτυρίας για το βομβαρδισμό του ομώνυμου χωριού από γερμανικά αεροπλάνα που βοηθούσαν το φασιστικό καθεστώς του Φράνκο. Από τη στιγμή, που κοιτάζουμε το έργο αυτό αποκλειστικά ως έργο τέχνης, θαυμάζοντας το αποκλειστικά για τη μορφολογία του, προκαλείται και η προαναφερόμενη απονεύρωση του.

«Να κάνουμε μια επανάσταση στη ζωγραφική ή να ζωγραφίσουμε την επανάσταση;»

Στη βάση της παραπάνω φράσης εκθέτονται οι σκέψεις του Μ. Ντυφρέν σχετικά με τη στράτευση της τέχνης. Με άλλα λόγια το ερώτημα μπορεί να τεθεί και ως εξής: να δώσουμε επαναστατική μορφή στην τέχνη ή να στραφούμε προς ένα επαναστατικό περιεχόμενο;

Ας ξεκίνησουμε από το πρόταγμα που θέλει την τέχνη να φέρει επαναστατική μορφή. Χαρακτηριστική περίπτωση της συγκεκριμένης κατηγορίας συνιστούν όλα τα μοντερνιστικά κινήματα της πρωτοπορίας, όπως λόγου χάρη ο φουτουρισμός και ο ντανταϊσμός.  Στις περιπτώσεις των μοντερνιστικών κινημάτων συνέβησαν δύο πράγματα. Από τη μία, η απόρριψη κάθε παραδοσιακής φόρμας ήταν σε πολλές περιπτώσεις βαθύτατα πολιτική, μιας και και η αισθητικά αποδεκτή φόρμα συνδέεται με την εξουσία, από τη στιγμή που εκφράζει την απαίτηση διατήρησης του ισχύοντος κοινωνικού και πολιτικού συστήματος. Από την άλλη, όμως, η συνεχής αναζήτηση της πρωτοπορίας και οι ολοένα αυξανόμενες μορφολογικές αναζητήσεις οδήγησαν προοδευτικά το μοντερνισμό στο να απολέσει το πολιτικό του νόημα και να υποταχθεί στους κανόνες που επιβάλλει η μόδα, δηλαδή οι περιστασειακές- ως προς την αισθητική και το στίγμα των έργων τέχνης- απαιτήσεις της ελεύθερης αγοράς της τέχνης και του κοινού.

Από την άλλη το πρόταγμα που θέλει την τέχνη να φέρει επαναστατικό περιεχόμενο βρήκε την πλήρη έκφραση του στο κίνημα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, που απέρριψε κάθε μορφολογική αλλαγή. Ο ίδιος ο Λένιν είχε πει ότι η τέχνη οφείλει να είναι ευανάγνωστη, προσιτή και παραδοσιακή. Κρίνοντας, όμως, εκ του αποτελέσματος αυτού του είδους η πολιτικοποίηση της τέχνης δεν έφερε το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Από τα παραπάνω γίνεται αντιληπτό αυτό που είχε ειπωθεί από τον Μ. Μπρεχτ, πως αν θέλουμε να διατυπώσουμε ένα επαναστατικό μήνυμα θα πρέπει να επενδύσουμε σε μια νέα μορφή. Η τέχνη με άλλα λόγια, όπως επισημαίνει και ο Ντυφρέν για να είναι πολιτικά στρατευμένη πρέπει να κάνει κριτική και αυτοκριτική, να μεταμορφώνεται συνεχώς και να απορρίπτει την παραδοσιακή μορφή.

Ο Ντυφρέν ολοκλήρωσε την ομιλία του με μια πρόταση γύρω από την ιδέα της λαϊκής τέχνης, με την έννοια εκείνης της τέχνης που θα γίνεται από το λαό και για τον λαό. Υποστηρίζει ακόμη ότι η τέχνη είναι απελευθέρωσηηδονήκαι ελευθερία και πως η ηδονή μας απομακρύνει από τον καταναγκασμό και τη δουλεία ζωντανεύοντας τηφαντασία, η σημασία της οποίας για την καλλιτεχνική δημιουργία είχε τονιστεί ήδη από τους εμπειριοκράτεςΤ.Χομπς και Ν. Χιουμ.

Πηγή: www.exitnews.gr 

 

[1] Mikel Dufrenne, “Art et politique”

0 0 vote
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments