Το παρόν κείμενο στοχεύει στο να διερευνήσει τις βασικές κοινωνικές και πολιτικές προϋποθέσεις, καθώς και τα συνοδευτικά φαινόμενα του εθνικισμού[1] κατά την περίοδο 1870-1914 στην Ευρώπη, έτσι όπως τα προσδιορίζουν οι ιστορικοί Ε. Burns και E. Hobsbawm, στα συγγράμματα τους Ευρωπαϊκή ιστορία και Η εποχή των αυτοκρατοριών 1875-1914 αντίστοιχα. Οι πηγές που χρησιμοποιήθηκαν για τη συγγραφή αυτής της εργασίας λειτουργούν τόσο συνθετικά όσο και συγκριτικά, μιας και οι δύο επιστήμονες συγκλίνουν στη σπουδαιότητα ορισμένων φαινομένων για τη διαμόρφωση του εθνικισμού, όπως λόγου χάρη η εμφάνιση του γλωσσικού εθνικισμού ως μέσο του κρατικού εθνικισμού των διαφόρων ευρωπαϊκών χωρών και αποκλίνουν στην εξέταση άλλων, όπως για παράδειγμα, το μεταναστευτικό κύμα των τελών του 19ου αιώνα. Η επιλογή και διάκριση της προαναφερόμενης περιόδου από το χρονικό πλαίσιο του διευρυμένου 19ου αιώνα[2], μέσα στο οποίο γεννιέται και αναπτύσσεται ο εθνικισμός συνιστά απόρροια τεσσάρων θεμελιωδών διαφορών στους κόλπους του κατά την εξεταζόμενη περίοδο. Οι διαφορές αυτές σχετίζονται πρώτον, με την οικειοποίηση του από την άκρα δεξιά ιδεολογία, δεύτερον, με τη διεκδίκηση της εθνικής αυτοδιάθεσης από κάθε ομάδα που αυτοαποκαλούνταν ως «έθνος», τρίτον, με την αυξανόμενη τάση να θεωρείται ότι καμιά μορφή αυτονομίας δεν πληρούσε τους όρους της εθνικής αυτοδιάθεσης, πλην της πλήρους κρατικής ανεξαρτησίας[3] και τέλος, με τον ορισμό του έθνους με αναφορά στην εθνότητα και κυρίως, στη γλώσσα. Οι προαναφερόμενες διαφορές του πολιτικού εθνικισμού από το 1870 κι έπειτα, θα εξεταστούν εκτενέστερα στο κυρίως μέρος της εργασίας.

Ας δούμε όμως συνοπτικά ορισμένα βασικά στοιχεία για την γέννηση και εξέλιξη του φαινομένου από τη Γαλλική επανάσταση έως και το 1870, ώστε να κατανοήσουμε καλύτερα τον τρόπο με τον οποίο ο εθνικισμός πέρασε από τη φάση της συμπόρευσης με τον φιλελευθερισμό και τον ριζοσπαστισμό σε αυτή της απόλυτης διαφοροποίησης του από τα κινήματα αυτά.

Η Γαλλική επανάσταση βρήκε το ιδεολογικό της υπόβαθρο στις φιλελεύθερες και δημοκρατικές πολιτικές θεωρίες των Άνταμς Σμιθ, Τζον Λοκ, Ζαν Ζακ Ρουσσώ, Βολταίρου, Μοντεσκιέ και άλλων. Το τέλος της επανάστασης, το οποίο σημαδεύεται από το πραξικόπημα, που οργάνωσε ο Ναπολέοντας το 1799 και ακόμη περισσότερο τη στέψη του το 1804, ως αυτοκράτορα, και η ακόλουθη εγκαινίαση ενός εθνικιστικού αγώνα, με σκοπό την πολιτική, οικονομική και πολιτιστική αναγέννηση της Γαλλίας είναι που θεμελιώνει την άποψη του E.Burns ότι ο εθνικισμός αποτελεί, εν μέρει, «παιδί» της Γαλλικής επανάστασης. Ο εθνικισμός, ειδικά στις αρχές του 19ου αιώνα και έτσι όπως προβάλλεται από τα διάφορα ιστορικά παραδείγματα της περιόδου, όπως λόγου χάρη αυτού της Ιταλίας και του εθνικιστικού κινήματος των Καρμπονάρων, δε βρισκόταν σε αναγκαία αντίθεση με το φιλελευθερισμό, ειδικότερα όταν τιμούσε τα επιτεύγματα του απλού λαού ως ανώτερα από εκείνα μιας κοσμοπολίτικης τάξης, αντανακλώντας και την απέχθεια του φιλελευθερισμού προς τα παραδοσιακά προνόμια.

Ο εθνικισμός συνδέεται εκτός από τη Γαλλική επανάσταση και με το εμφανιζόμενο στις αρχές του 19ου αιώνα πνευματικό κίνημα, που αποκαλέστηκε «ρομαντισμός». Ο συνδετικός κρίκος μεταξύ αυτών εντοπίζεται στο γεγονός ότι ο ρομαντισμός έδινε έμφαση στον ατομικισμό που προερχόταν από την αλληλεπίδραση της μοναδικής προσωπικότητας με την εξωτερική εμπειρία, υπογραμμίζοντας την κληρονομικότητα στις νοοτροπίες και αποδίδοντας φόρο τιμής στο παρελθόν.  Ρομαντισμός και εθνικισμός συνδέονταν με την κοινή πεποίθηση ότι το παρελθόν θα πρέπει να λειτουργεί ως μέσο κατανόησης του παρόντος και σχεδιασμού του μέλλοντος. Η αντίληψη αυτή βρήκε την πληρέστερη ανάπτυξη της στη Γερμανία μέσα από έργα θεωρητικών, όπως του Χέρντερ[4] και μετέπειτα του Φίχτε[5].

  Η περίοδος 1800-1848
  Η περίοδος 1850-1870

Την περίοδο 1800- 1848 τα σημαντικότερα σχετιζόμενα με τον εθνικισμό φαινόμενα στην ευρωπαϊκή ήπειρο αφορούν στην Πρωσία, την αποτυχία του φιλελευθερισμού στη Γερμανία, τον εθνικισμό στην Αυστριακή αυτοκρατορία, το εθνικιστικό κίνημα της Ιταλίας, όπου το κίνημα των Καρμπονάρων βρισκόταν σε συνάφεια με τα φιλελεύθερα ιδεώδη. Σε αντίθεση με το εθνικιστικό κίνημα της Ιταλίας, της Ιρλανδίας αποσκοπούσε στην αποχώρηση της από τη Βρετανία και δεν αξίωνε την εφαρμογή του φιλελεύθερου προτύπου. Παράλληλα, κατά την ίδια περίοδο εκδηλώνεται και το αρχικά εκφερόμενο ως πολιτιστικό κίνημα του Πανσλαβισμού.

Αναλυτικότερα, η ήττα της Πρωσίας από τη Γαλλία το 1806 προσανατόλισε την πολιτική της, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα γερμανικά κρατίδια, στη διατήρηση της απομόνωσης της και την άρνηση συμμαχίας με τη Γαλλία, στοχεύοντας στην ανασυγκρότηση των στρατιών της, προκειμένου να διατηρήσει την αυθυπαρξία της απέναντι στο Ναπολέοντα. Η ανασυγκρότηση αυτή συντελέστηκε στο πρότυπο της εθνικής αναδιοργάνωσης, που είχε ακολουθήσει η Γαλλική επανάσταση και το οποίο στηριζόταν στην καθολική συμμετοχή των λαϊκών μαζών στις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Επιπλέον, η στρατολόγηση και η προαγωγή των αξιωματικών με κριτήριο την αξία τους κι όχι την καταγωγή τους ενθάρρυνε την αστική τάξη να συμμετάσχει με μεγαλύτερη προθυμία στις υποθέσεις της χώρας. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές αποδεικνύουν ότι η αναγκαία εκσυγχρονιστική πολιτική, στα πλαίσια του φιλελευθερισμού μπορούσε να συμβαδίσει με τον εθνικισμό. Στο πλαίσιο αυτών των μεταρρυθμίσεων, ο πρωθυπουργός της Πρωσίας Στάιν, διέλυσε το σύστημα των καστών, δίνοντας ισχυρή ώθηση στην κοινωνική και ταξική κινητικότητα, εκδημοκρατίζει τη πολιτική, προσπαθώντας να αυξήσει τη συνείδηση των Γερμανών αστών ως πολίτες και επεκτείνει τις παροχές του κράτος, τόσο για τη στοιχειώδη όσο και  για τη μέση εκπαίδευση, χρησιμοποιώντας την ως το βασικό μοχλό διάδοσης των αρχών του εθνικού καθήκοντος. Η Πρωσία, επίσης, στα πλαίσια της προσπάθειας της να καθιερωθεί ως ανεξάρτητη εθνική δύναμη, κυρίως σε αντίθεση προς την Αυστρία καταφέρνει την καθιέρωση του Zollverein, δηλαδή της τελωνειακής ένωσης. Αυτή η τελωνειακή ένωση αφορούσε όλα τα γερμανικά κρατίδια πλην της γερμανικής Αυστρίας. Ακολουθώντας τις απόψεις του οικονομολόγου Φρειδερίκου Λιστ αντιτάχθηκε στους θιασώτες του ελεύθερου εμπορίου, αξιώνοντας ότι η οικονομία συνιστά εμπειρία της κάθε χώρας ξεχωριστά. Η Πρωσία, ουσιαστικά, προέταξε μια εθνικιστική απάντηση στον διεθνισμό τον φιλελεύθερων οικονομολόγων, που υπερασπίζονταν, ειδικά στη Βρετανία, τη λειτουργία του ελεύθερου εμπορίου. Στην προκειμένη, η γερμανική και ως εκ τούτου η πρωσική εμπειρία απαιτούσε υψηλούς δασμούς, προκειμένου η Πρωσία προφυλαγμένη πίσω από ένα σύστημα δασμολογικής προστασίας να οικοδομήσει εργοστάσια και να παράγει τα απαραίτητα αγαθά για την οικονομική της ανάπτυξη.

            Στη Γερμανία του πρώτου μισού του 19ου αιώνα ο φιλελευθερισμός αποτυγχάνει να οδηγήσει σε εξελίξεις, που θα διαμόρφωναν την πολιτική της εμπειρία στην πορεία της Αγγλίας ή της Γαλλίας. Αυτό συμβαίνει μιας και ο Μέτερνιχ, αρχικά, επιδιώκοντας να ματαιώσει την προσπάθεια της Πρωσίας να ηγηθεί του γερμανικού έθνους, ενθαρρύνει μια αντιφιλελεύθερη αντίδραση, στηριζόμενος στο φόβο των ηγετικών τάξεων για αλλαγή του πολιτικού καθεστώτος. Αργότερα, το 1840, όταν στο πρωσικό θρόνο ανέβει ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος ο Δ’, φαινομενικά υποστηρικτής του φιλελεύθερου μοντέλου, θα διακηρύξει την αντίθεση του προς το συνταγματισμό και θα αρνηθεί το 1847, παρ’ όλες τις πιέσεις από αστούς Πρώσους φιλελεύθερους να προχωρήσει στον έλεγχο νομοθετικών και οικονομικών ζητημάτων στη συνέλευση διετών (Landtag).  

Στον απόηχο του εθνικού αισθήματος των Πρώσων λειτουργούν και τα διασπαστικά αισθήματα των διαφορετικών εθνοτήτων της Αυστριακής αυτοκρατορίας. Η αυτοκρατορία προσπάθησε να ενώσει αυτές τις διαφορετικές ομάδες, υπό την προστασία της δυναστείας των Αψβούργων και της υποτιθέμενα καλοπροαίρετης διοικητικής μηχανής της. Οι προσπάθειες αυτές από το 1815 και μετά προσέκρουαν όλο και περισσότερο στο πνεύμα ενός πολιτιστικού, αν όχι πολιτικού εθνικισμού, στους κόλπους αυτών των ομάδων. Η αυτοκρατορική κυβέρνηση επιδιώκοντας τη χειραγώγηση τους έστρεψε τους δουλοπάροικους εναντίον των κυρίων τους, επιδιώκοντας την αποσόβηση του εθνικού πολέμου, μέσω του ταξικού.

 Το πλέον διαδεδομένο πολιτιστικό εθνικιστικό κίνημα ήταν αυτό του πανσλαβισμού, το οποίο διατηρήθηκε ως αμιγώς πολιτιστικό έως και το 1848 χαρακτηρίζοντας τη διαφωνία ως προς τη προτεραιότητα τούτης ή εκείνης της γλώσσας και παράδοσης μεταξύ των διαφορετικών ομάδων της Αυστριακής αυτοκρατορίας[6]. Στη Ρωσία, η σλαβοφιλία τέθηκε υπό τον έλεγχο του δυτικόφιλου τσάρου Αλέξανδρου του Α’. Μετά το θάνατο του η αντίληψη ότι ο ρώσικος λαός κατείχε τον ιδιαίτερο του εθνικό χαρακτήρα αύξησε τη δημοτικότητα της.  

 Συνέπεια του εθνικού αισθήματος των λαών της Αυστριακής αυτοκρατορίας, καθώς και της Πρωσίας ήταν οι επαναστάσεις του 1848. Η ιστορία των επαναστάσεων του 1848 θα πρέπει να εξετάζεται με βάση τους εξής παράγοντες[7]: πρώτον, τους αγώνες των διαφόρων εθνοτήτων μέσα στην Αυστριακή Αυτοκρατορία, για την κατάκτηση της αυτονομίας τους και δεύτερον, τη σύγκρουση των δυνάμεων του εθνικισμού και του φιλελευθερισμού στη Γερμανία.

Η Φεβρουαριανή επανάσταση στη Γαλλία λειτούργησε ως καταλύτης στις εξελίξεις στην κεντρική Ευρώπη, έτσι ώστε ως το τέλος Μαρτίου η Αυστριακή αυτοκρατορία να διχοτομηθεί από τις διαδοχικές επαναστάσεις των λαών που συμπεριλάμβανε στο εσωτερικό της.

Το παράδοξο, όμως, του εθνικισμού, όπως εκδηλώθηκε στη δυτική Ευρώπη ήταν ότι το εθνικό αίσθημα εν συνεχεία λειτούργησε ως παράγοντας της παλινόρθωσης. Αυτό συνέβη, μιας και όταν μια πολιτιστική πλειονότητα αυτοανακηρυσσόταν ως ανεξάρτητο ή ημιανεξάρτητο κράτος, άλλες πολιτιστικές μειονότητες του νέου κράτους αντιδρούσαν για τη θεσμοθετημένη τους κατωτερότητα.  Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του κλίματος αποτέλεσε ο εμφύλιος πόλεμος στην Ουγγαρία μεταξύ των εθνικιστών του Κοσσούτ και των αντιθέτων τους. Με την εισβολή αυτοκρατορικών στρατευμάτων στη Βιέννη, η αυτοκρατορική κυβέρνηση ανακαταλαμβάνει τη θέση της και εφαρμόζει την πολιτική του αυτοκρατορικού εθνικισμού[8], προσπαθώντας να εξαλείψει τις εθνικιστικές τάσεις μέσα στην αυτοκρατορία. Υιοθετώντας το πρότυπο του εθνικού κράτους, συγκέντρωσε την εξουσία  στο πλαίσιο ενός ενιαίου πολιτικού συστήματος. Ειδικότερα, η νομοθεσία αναμορφώθηκε για να επιτευχθεί η νομική ομοιομορφία. Τέθηκε σε εφαρμογή η πολιτική του εκσυγχρονισμού, στον τομέα των μετακινήσεων και μεταφορών, με την κατασκευή σιδηροδρομικών γραμμών και δρόμων που θα ένωναν κάθε τμήμα της αυτοκρατορίας με τα υπόλοιπα. Τέθηκαν σε ισχύ δασμολογικοί περιορισμοί για την εισαγωγή ξένων προϊόντων, προκειμένου να ενθαρρυνθούν τα προϊόντα της εγχώριας βιομηχανίας. Βάσει όλων των παραπάνω, συμπεραίνουμε ότι η αυτοκρατορική κυβέρνηση προχώρησε σε όλα τα απαραίτητα μέτρα για τη δημιουργία ενός «αυτοκρατορικού εθνικού κράτους»[9]

Στην Πρωσία, η επανάσταση εξελίσσεται κατά ανάλογο τρόπο, ενώ κατά την ίδια περίοδο στη συνέλευση της Φρανκφούρτης, οι Γερμανοί απασχολούνται με την νεογέννητη αντιπαράθεση μεταξύ φιλελεύθερων και εθνικιστών. Οι συμμετέχοντες στη συνέλευση είχαν υποθέσει πως θα υλοποιούσαν έργο αντίστοιχο με αυτό της γαλλικής εθνοσυνέλευσης του 1789, αγνοώντας την σημασία της απουσίας εθνικού κράτους με συγκροτημένη κρατική, συγκεντρωτική εξουσία. Η συνέλευση βρέθηκε αντιμέτωπη με το πρόβλημα των εθνοτήτων, που εκφράστηκε μέσω της πολυγνωμίας για τη φύση του γερμανικού έθνους. Οι εκφερόμενες στη συνέλευση φιλελεύθερες απόψεις κλονίστηκαν, ακόμη, από τα γεγονότα στην Αυστρία και την Πρωσία και εν τέλει υποχώρησαν, χάρει της δημιουργίας Γερμανικού κράτους, δημιουργώντας για πρώτη φορά με τόση δυναμική την πεποίθηση ότι ο φιλελευθερισμός και ο εθνικισμός δεν θα μπορούσαν να συμβαδίζουν ξανά.

Την περίοδο 1850-1870 συντελείται η οικοδόμηση νέων εθνικών κρατών, ως συνέπεια της έξαρσης των εθνικών κινημάτων του Δυτικού κόσμου. Συντελείται η ενοποίηση της Γερμανίας, κάτω από την πρωσική κυριαρχία από το Βίσμαρκ, η ενοποίηση της Ιταλίας, καθώς και η δημιουργία του εθνικού κράτους των ΗΠΑ.

Ο ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ 1870-1914

 

Όπως προαναφέρθηκε, την περίοδο 1870-1914 παρατηρήθηκαν διαφορές στη φύση του πολιτικού εθνικισμού.

 Ο εθνικισμός, έτσι όπως εμφανίζεται στα τέλη του 19ου αιώνα, εκφράστηκε από δεξιούς ιδεολόγους κυρίως στη Γαλλία και την Ιταλία, οι οποίοι εναντιώνονται σε ξένους, φιλελεύθερους και σοσιαλιστές, αξιώνοντας την επιθετική πολιτική προς όφελος της επέκτασης των δικών τους κρατών. Αυτό χαρακτηρίζει όλα τα εθνικιστικά κινήματα των τελών του 19ου αιώνα, ο αριθμός των οποίων κατά την περίοδο αυτή αυξήθηκε δραματικά.

Ο εθνικισμός, όμως, δεν περιέγραφε μόνο μια δεξιά εκδοχή του φαινομένου, αφού αντικατέστησε την προϋπάρχουσα «αρχή της εθνικότητας», έννοια που χρησιμοποιούνταν ήδη από το 1830, χαρακτηρίζοντας όλα τα κινήματα και τους ηγέτες που υπερασπίζονταν το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση και εκείνο της ίδρυσης ανεξάρτητου εθνικού κράτους. Όμως, από το 1870 κι έπειτα ο σχηματισμός κρατών-εθνών κρίνεται αδύνατο να πραγματοποιηθεί αναίμακτα, αφού παύει να υφίσταται το ελεύθερο εμπόριο αφενός και αφετέρου λόγω της ολοένα και αυξανόμενης ισχύος των εθνικιστών. Συνέπεια αυτών συνιστά η εναντίωση των εθνικιστών στην κοινοβουλευτική πολιτική και η επερχόμενη ροπή τους προς το μοναρχισμό, το σοβινισμό και τέλος το φασισμό κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, στις αρχές του 20ου αιώνα.

Ο εκδημοκρατισμός της πολιτικής, έτσι όπως δυναμικά συντελείται την περίοδο που εξετάζουμε, έδωσε μεγάλη ώθηση στην κινητοποίηση τους. Επικαλούμενοι την πολιτική κινητοποίηση των ατόμων στο όνομα του «έθνους», οδήγησαν την έννοια του «πατριωτισμού» να γίνει σύμφυτη της άκρα-δεξιάς ιδεολογίας, στιγματίζοντας παράλληλα τους λοιπούς πολιτικούς χώρους ως «προδοτικούς». Αυτό ακριβώς συνιστά το πρώτο στοιχείο διαφοροποίησης του εθνικισμού της περιόδου 1870-1914 με την προγενέστερη, κατά την οποία, όπως μάλιστα περιγράφηκε στην εισαγωγή, ταυτιζόταν με τα φιλελεύθερα και ριζοσπαστικά κινήματα και όχι κατ’ ανάγκη με κάποιο συγκεκριμένο πολιτικό-ιδεολογικό χώρο. Παρόλο που ο εθνικισμός της περιόδου 1870-1914 υιοθετείται από τη δεξιά, υπάρχουν ωστόσο περιπτώσεις όπως αυτή της Ιρλανδίας με τον Τ. Κόνολλυ, όπου ο πατριωτισμός συμπορεύθηκε με τη μαρξιστική ιδεολογία.

Πρέπει, εδώ, να τονίσουμε ότι η ανάδειξη της εθνικής ταυτότητας συγκρότησε κατά τ’ άλλα ένα γενικό υπόστρωμα της πολιτικής. Τα κόμματα της εργατικής τάξης, που ευνοήθηκαν και εκείνα από τον εκδημοκρατισμό της πολιτικής γρήγορα διαπίστωσαν πόσο αναγκαίο ήταν να απευθύνονται στους ψηφοφόρους τους, όχι μόνο με βάση την ταξική τους ταυτότητα, αλλά όταν έγιναν μαζικά και με βάση την εθνική, ειδικά στις πολυεθνικές αυτοκρατορίες. Για παράδειγμα, στην Αυστριακή αυτοκρατορία κόμματα που ζητούσαν από τους προλετάριους να τα υποστηρίξουν, απευθύνονταν σε αυτούς ως Τσέχους, Πολωνούς ή Σλοβένους.

Η εκδοχή του εθνικισμού που αποτέλεσε κανόνα της εθνικής ιδεολογίας ήταν εδαφικής υφής, συνδεόταν με την αρχή της επικράτειας, δηλαδή του πλήρους πολιτικού ελέγχου από τις υπάρχουσες πολιτικές οντότητες σε μια σαφώς ορισμένη επικράτεια και στους κατοίκους της. Ακραίο παράδειγμα αυτού συνιστά ο σιωνισμός και η διακήρυξη του Χερτσλ, κατά την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα, ότι η επικράτεια αυτή δεν ήταν απαραίτητο να συνδέεται ιστορικά με τους Εβραίους.

Την εποχή όμως αυτή η έννοια της «πατρικής γης», η οποία συνιστούσε πραγματική κοινότητα ανθρώπινων όντων, με πραγματικές κοινωνικές σχέσεις απείχε από την έννοια του σύγχρονου έθνους που αριθμεί εκατοντάδες χιλιάδες αν όχι εκατομμύρια ανθρώπους. Γι αυτό τόσο το κράτος, όσο και ο εθνικισμός αντικατέστησαν αυτές τις μικρές, αλλά πραγματικές κοινότητες ανθρώπων, με τη φαντασιακή κοινότητα του «έθνους», οικειοποιούμενοι τους συγγενικούς δεσμούς και τους συνειρμούς της «πατρικής γης» και χρησιμοποιώντας τους σε επικράτειες μεγάλης κλίμακας, μετατρέποντας τους σε μεταφορές.

Αυτή η φαντασιακή κοινότητα συνδέθηκε με το φαινόμενο του 19ου αιώνα, το «κράτος- έθνος», όπου το εκάστοτε κράτος είχε ανάγκη να κατασκευάσει το έθνος του[10]. Το έθνος, ως νέα κρατική θρησκεία των πολιτών, τους συνέδεε με το κράτος τους, εξουδετερώνοντας κάθε άλλη «πίστη» πέραν αυτού, όπως πίστη στη θρησκεία, σε κάποια εθνότητα που δεν ταυτιζόταν με το κράτος, στην τάξη. Επιπλέον, στα συνταγματικά κράτη, όσο περισσότερο εισέρχονταν οι μάζες στην πολιτική, μέσω των εκλογών, τόσο περισσότερο έδαφος υπήρχε να ακουστούν οι εκκλήσεις σε άλλες πίστεις στο σύνολο της επικράτειας.         

Ο κρατικός εθνικισμός κατά την περίοδο που εξετάζουμε κρίθηκε απαραίτητος, γιατί τόσο η οικονομία του τεχνολογικού προτύπου όσο και η διοίκηση, δημόσια ή ιδιωτική, απαιτούσαν μαζική στοιχειώδη εκπαίδευση, τέτοια ώστε να εξασφαλίζει την ικανότητα γραφής και ανάγνωσης στους κατοίκους της επικράτειας. Επιπλέον, κατά το 19ο αιώνα η εκπαίδευση συνιστούσε το προσφορότερο μέσο της κρατικής προπαγάνδας.

Συγκεκριμένα, κατά την περίοδο 1870-1914 ο αριθμός των δημοτικών σχολείων, των διδασκόντων και των παιδιών που φοιτούσαν πολλαπλασιάστηκε στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Το εκάστοτε εθνικό σύστημα εκπαίδευσης, απαιτώντας την ύπαρξη εθνικής γλώσσας, κατέστησε την εκπαίδευση, από κοινού με τα δικαστήρια και τη γραφειοκρατία, ως έναν από τους βασικότερους μοχλούς εθνικότητας.

Ένα άλλο στοιχείο του κρατικού εθνικισμού ήταν ο γλωσσικός εθνικισμός. Όσα μέλη μιας επικράτειας είχαν ως πρώτη γλώσσα κάποιο τοπικό ιδίωμα αποκλείονταν από τις υψηλότερες βαθμίδες των δημόσιων και ιδιωτικών υποθέσεων. Ενώ, λοιπόν, οι υψηλότερες θέσεις ανήκαν σε όσους μιλούσαν λόγιες γλώσσες, τόσο η πολιτική εξουσία, δηλαδή κατ’ ουσία η κρατική εξουσία, όσο και οι εθνικιστές πίεζαν προς την κατεύθυνση της εξαναγκαστικής χρήσης του τοπικού ιδιώματος. Ο γλωσσικός εθνικισμός προβάλλει απαραίτητος στο πλαίσιο της έκκλησης για μια ανεξάρτητη κρατική επικράτεια, η οποία έμοιαζε αδιαχώριστη από τη γλώσσα.

Ο κρατικός εθνικισμός συσπειρώνοντας κάποιους κατοίκους και αποξενώνοντας κάποιους άλλους συνέβαλλε στον ορισμό εκείνων των εθνοτήτων που αποκλείονταν από την επίσημη εθνότητα, επειδή προέβαλλαν αντιστάσεις στην επίσημη γλώσσα και ιδεολογία. Ένας από τους πλέον συνήθεις λόγους που ορισμένα μέλη αυτών των εθνοτήτων δεν αφομοιώνονταν ήταν ότι δεν τους επιτρεπόταν να γίνουν πλήρη μέλη του επίσημου έθνους, όπως για παράδειγμα οι ιθαγενείς ηγετικές ομάδες των ευρωπαϊκών αποικιών.  

 Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα κρατικού εθνικισμού συνιστούν τα κίνητρα του «πολιτιστικού αγώνα», που εξαπέλυσε ο Βίσμαρκ το 1872, με στόχο την αυτοκρατορική ενότητα της Γερμανίας[11]. Ο Βίσμαρκ στράφηκε αρχικά εναντίον της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας. Παρακινώντας αρχικά τη Βουλή ν’ απελάσει του Ιησουίτες από τη χώρα, επέβαλε στη συνέχεια την ψήφιση των «Νόμων του Μαΐου» που επέτρεπαν την παρέμβαση του κράτους στους διορισμούς επισκόπων και ιερέων. Επίσης, απαγόρευσε τους διορισμούς στις θέσεις αυτές, σε όσους δεν έφεραν τη γερμανική υπηκοότητα. Ωστόσο, η ανάληψη από το Καθολικό κόμμα της Γερμανίας του ¼ των εδρών στις εκλογές του 1874, οδήγησε την Καθολική εκκλησία στην ανάκτηση της προηγούμενης θέσης της και στην αποτυχία του «πολιτιστικού αγώνα».

Εν συνεχεία ο Βίσμαρκ στράφηκε κατά του σοσιαλισμού. Εκμεταλλευόμενος δύο απόπειρες δολοφονίας του από κάποιους που δεν είχαν παρά την πιο απόμακρη σχέση με τους σοσιαλιστές, προχώρησε στην έκδοση νομοθεσίας, με την οποία καταργούσε το δικαίωμα των εργατών να συγκεντρώνονται και να εκδίδουν έντυπα. Παράλληλα, υιοθέτησε τμήμα του πολιτικού προγράμματος τους. Ακόμη, για τους στρατιωτικούς σκοπούς του, προχώρησε σε μέτρα ασφάλισης της υγείας των εργατών κατά την εργασία, επιδιώκοντας να καταστήσει το Γερμανό εργάτη, στρατιώτη.

Η αποπομπή του Βίσμαρκ από την εξουσία το 1890 από τον Γουλιέλμο το Β’, προκειμένου να επιτευχθεί ο απόλυτος έλεγχος της αυτοκρατορίας, με την επαναφορά στην πίστη στα ελέω θεού προνόμια του βασιλικού οίκου της Πρωσίας, οδήγησαν στην σταδιακή αύξηση της ισχύος των σοσιαλιστών, με αποκορύφωμα τις εκλογές του 1912 που αποτέλεσαν τη μεγαλύτερη κοινοβουλευτική δύναμη θέτοντας σε ευθεία σύγκρουση την εθνική ενότητα με την ταξική πάλη.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης η σχέση του κρατικού εθνικισμού με τον ιμπεριαλισμό, καθώς και η παρουσίαση του τελευταίου ως συνέπεια της συναισθηματικής υποβολής των κατώτερων τάξεων στην έννοια της «πατρίδας» και του «έθνους». Καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, ο ιμπεριαλισμός ορίζεται ως η υποταγή ενός λαού σε κάποιον άλλο.[12] Ένας άλλος ορισμός του φαινομένου αναφέρει ότι συνιστά το αποτέλεσμα της ανάγκης της βιομηχανικής Ευρώπης να επενδύσει το πλεονάζον κεφάλαιο της.[13] Όμως, το επιχείρημα αυτό αν και ευσταθεί στο παράδειγμα της Βρετανίας δεν λειτουργεί κατά όμοιο τρόπο στις περιπτώσεις της Γαλλίας και της Γερμανίας, αποδεικνύοντας ότι αν και οι οικονομικοί λόγοι ήταν οι σημαντικότεροι για την εκδήλωση του φαινομένου, ωστόσο δεν ήταν μοναδικοί.

[14]Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών του 19ου αιώνα κλιμακώνεται ο διεθνής ανταγωνισμός μεταξύ των χωρών που προχωρούσαν στην κατεύθυνση της εκβιομηχάνισης, με στόχο την εκμετάλλευση περιοχών, κατάλληλων για την προμήθεια των απαραίτητων πρώτων υλών, καθώς επίσης και για την αναζήτηση σε αυτές, των αγορών των βιομηχανικών προϊόντων που παρήγαγαν. Αποκορύφωμα αυτού του ανταγωνισμού, συνιστά η οικονομική διαμάχη μεταξύ Βρετανίας και Γερμανίας. Όμως, αυτός ο διεθνής ανταγωνισμός δεν έφερε συνέπειες μόνο στις σχέσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών, αλλά και στις σχέσεις αυτών με τις υποανάπτυκτες χώρες κυρίως της Αφρικής και της Ασίας, αφού εξαρτιόνταν ολοένα και περισσότερο από αυτές, εξαιτίας των προαναφερθέντων παραγόντων. Οι δυτικοί κατάφεραν να αποδιοργανώσουν τον τρόπο ζωής των γηγενών κατοίκων των αποικιών και να επιβάλλουν σ’ αυτούς δυτικούς θεσμούς. Σε μεγάλο βαθμό, οι εργάτες των αποικιών, συνιστούσαν μία ανειδίκευτη εργατική τάξη, στην υπηρεσία του δυτικού καπιταλισμού.

Οι δυτικοί, επίσης, στα πλαίσια της προαναφερόμενης κλιμάκωσης του διεθνούς ανταγωνισμού επιδίωκαν τον πλήρη έλεγχο τόσο της διακυβέρνησης, όσο και της οικονομίας των αποικιοκρατούμενων χωρών. Παρότι, όμως, οι πρωταρχικές αιτίες του ιμπεριαλισμού ήταν πρωτίστως οικονομικές, καθώς και πολιτικές, ωστόσο η υποστήριξη του συνδεόταν και με ποικιλία συναισθημάτων προς την αυτοκρατορική πολιτική. Υπήρχαν, άλλωστε κι εκείνοι που υποστήριζαν πως η Ευρώπη είχε καθήκον να «εκπολιτίσει τους απολίτιστους πληθυσμούς των αποικιών». Άλλοι πάλι, υποστήριζαν τον ιμπεριαλισμό, γιατί η πολιτική αυτή τους έδινε τη δυνατότητα να πανηγυρίσουν την ισχύ της πατρίδας τους. Ο ιμπεριαλισμός χρησιμοποιήθηκε πολιτικά και προς την κατεύθυνση της διαδικασίας της εθνικής ανασυγκρότησης και απείχε πολύ από τη λογική του σχεδιασμού της εθνικής ασφάλειας και της διατήρησης μιας γενικής ισορροπίας δυνάμεων.

Ένα άλλο στοιχείο του φαινομένου του εθνικισμού, που κύρια διαφοροποιεί την αφήγηση του E. Hobsbawm από αυτή του E. Burns, αφορά το ρόλο του μεταναστευτικού κύματος των τελών του 19ου αιώνα στη διαμόρφωση του εθνικισμού κατά την περίοδο αυτή. Τα χρόνια από το 1870 έως το 1914 αποτελούν περίοδο μαζικής κινητικότητας και μετανάστευσης, ενώ η δεκαετία έως το 1914 συνιστά περίοδο εκδήλωσης οικονομικής κρίσης και κοινωνικής έντασης. Η ξενοφοβία δεν προερχόταν τόσο «από τα κάτω», αλλά κυρίως από τα μεσαία στρώματα. Για αυτό το κομμάτι της αστικής τάξης, η μετανάστευση συμβόλιζε τα προβλήματα που προέκυπταν από την εξάπλωση του αστικού προλεταριάτου και ως συνέπεια αυτού, την απειλή του πολιτισμού τους. Ακόμη, η εισροή των μεταναστών, ειδικά στις ΗΠΑ, αναδείκνυε την αδυναμία της κοινωνίας να αντιμετωπίσει τα προβλήματα μιας σαρωτικής αλλαγής και την άρνηση των νέων μαζών να αποδεχτούν τις ηγετικές ομάδες που προϋπήρχαν.

Από την άλλη, η ξενοφοβία των εργατικών στρωμάτων αντανακλούσε τις πολιτιστικές προστριβές και τον ανταγωνισμό στο πεδίο της εργασίας. Εξαίρεση, αποτελεί η περίπτωση που από πιέσεις των εργατών δεν εισήχθησαν στην αγορά εργασίας μετανάστες, όπως στα παραδείγματα της Καλιφόρνιας και της Αυστραλίας.

Με βεβαιότητα μπορούμε να αναφέρουμε, ότι η εισροή μεγάλου αριθμού μεταναστών σε ξένες χώρες, τους οδηγούσε στο να ανακαλύψουν, συχνά, αισθήματα εθνικότητας. Κατά αυτόν τον τρόπο η εθνικότητα έγινε ένα πραγματικό δίκτυο ανθρώπινων σχέσεων και όχι απλά μια φαντασιακή κοινότητα. Όσο περισσότερο εντεινόταν η μετανάστευση των λαών, καθώς και η εκβιομηχάνιση, με τη συνακόλουθη επέκταση του αστικού περιβάλλοντος, τόσο πιο πρόσφορο ήταν το έδαφος για την ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης μεταξύ των μεταναστευόντων πληθυσμών. Η αλληλοβοήθεια και η προστασία που ανέπτυξαν μεταξύ τους οι μετανάστες συνέβαλλαν στην άνοδο του εθνικισμού στα έθνη τους. Ουσιαστικά η νοσταλγία για τον παλαιό τρόπο ζωής τους, έθρεψε τη δύναμη της νέο-παραδοσιοκρατίας, που αφορούσε τη συντηρητική στάση απέναντι στη σύγκρουση του παλαιού κόσμου με την εκβιομηχάνιση, τον καπιταλισμό, τον προλεταριακό σοσιαλισμό και εν γένει τη νεωτερικότητα. 

Δεδομένου ότι, όπως μάλιστα προαναφέρθηκε, ο εθνικισμός της εξεταζόμενης περιόδου συνέστησε ένα γενικό υπόστρωμα  της πολιτικής, βρίσκοντας απήχηση τόσο στα απογοητευμένα μεσαία στρώματα ή στους αντιφιλελεύθερους προδρόμους του φασισμού, όσο και σε κάθε πολιτικό χώρο, ο οποίος εκμεταλλευόμενος το εθνικό κάλεσμα ενδεχομένως απολάμβανε κάποιο επιπλέον πλεονέκτημα, την αναγγελία του Α’ παγκόσμιου πολέμου διαδέχθηκαν ξεσπάσματα πατριωτισμού στις βασικές εμπόλεμες χώρες. Η εθνική προπαγάνδα κατά τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο στηριζόταν στη διακήρυξη της κάθε χώρας ότι αποτελούσε «θύμα» επιθετικής πολιτικής, που στρεφόταν κατά των αξιών και του πολιτισμού που ενσάρκωνε, όταν η ίδια δεν ενδιαφερόταν για δόξα και κατακτήσεις.

Παραταύτα, υπάρχει μεγάλη διαφορά στην ιδεολογία των εθνικιστικών κινημάτων και της κρατικής προπαγάνδας από τη μία και στην απήχηση της εθνικότητας από την άλλη.[15] Ο πρώτος επιδίωκε απλώς την εγκαθίδρυση ή την επέκταση του «έθνους», στηριζόμενος στα μεσαία στρώματα, που απέδιδαν τις δυσχέρειες που αντιμετώπιζαν στους μετανάστες και στις κυβερνήσεις, οι οποίες βρίσκονταν θετικά διακείμενες απέναντι σε μια ιδεολογία, που πρόβαλε τον πατριωτισμό, ως τη μόνη αναγκαία συνθήκη για τους πολίτες.

            παλαιό ή νέο, όπως για παράδειγμα αυτό της θρησκείας[16]. Παράλληλα, τα κινήματα αυτά συνειδητοποίησαν την ανάγκη να διατυπώσουν, αν όχι κάποιο συγκεκριμένο πολιτικό πρόγραμμα, τουλάχιστον μέριμνα για ορισμένα οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα. Έτσι, αναδεικνύονται κινήματα, που αναπροσδιορίζονται ως «εθνικοσοσιαλιστικά», όπως στο παράδειγμα της Βοημίας, η οποία διεκδικούνταν από Τσέχους και Γερμανούς, που ανήκαν σε εργατικά κινήματα. Συνεπώς, συμπεραίνουμε ότι ο εθνικισμός έγινε μαζικός και δημοφιλής, όντας συνονθύλευμα διαφορετικών στοιχείων. 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Καταλήγοντας, συμπεραίνουμε ότι ο εθνικισμός συνιστά ένα σύνθετο φαινόμενο, το οποίο ιστορικά συνδέθηκε στη γέννηση του με το φιλελευθερισμό και το ριζοσπαστισμό, αποσχίστηκε από αυτούς κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, εν συνεχεία ταυτίστηκε με την άκρα- δεξιά ιδεολογία και παράλληλα χρησιμοποιήθηκε τόσο από την κυβερνητική προπαγάνδα, όσο και από άλλους πολιτικούς χώρους, χάρει τη μαζικοποίησης τους. Γενικά κατά την περίοδο 1870-1914, ο εθνικισμός συνιστά δημιούργημα κυρίως των μεσαίων στρωμάτων, ως αντιστάθμισμα, της ταξικής τους κατωτερότητας, έναντι των μεγαλοαστών. Παράλληλα, όμως, βρίσκει την υποστήριξη και από τμήμα της εργατικής τάξης. Πρόκειται, δηλαδή, για έναν κατά βάση μικροαστικό εθνικισμό που βασίστηκε σε αγώνες για την εδραίωση των εθνικών γλωσσών, στην δημιουργία κράτους- έθνους, στη ξενοφοβία, προσεγγίζοντας την πολιτική δεξιά. 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

E. Burns, Ευρωπαϊκή ιστορία ο Δυτικός πολιτισμός: Νεότεροι χρόνοι, Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο, 2006, σ.598-799

E. Hobsbawm, Η εποχή των αυτοκρατοριών: 1875-1914, Αθήνα: ΜΙΕΤ, 2000, σ.223-256

E. Hobsbawm, Για την ιστορία, Αθήνα, 1998, σ.324

[1] Ο Hobsbawm ορίζει τον εθνικισμό ως το κλασικό παράδειγμα κουλτούρας ταυτότητας που βασίζεται στο παρελθόν, μεταμφιέζοντας μύθους σε ιστορία (βλ. E. Hobsbawm, Για την ιστορία, Αθήνα, 1998, σ.324).

Ο E. Burns ορίζει τον εθνικισμό ως συναίσθημα που προκύπτει από ένα ευρύ φάσμα ιστορικών, γεωγραφικών, γλωσσικών και πολιτιστικών περιστάσεων. Χαρακτηρίζεται από τη συνείδηση των μελών μιας ομάδας ότι ανήκουν σε μια παράδοση που απορρέει από αυτές τις περιστάσεις και διαφέρει από τις παραδόσεις άλλων ομάδων. (βλ. E. Burns, Ευρωπαϊκή ιστορία, σ. 599)

[2] Κατά τον E. Hobsbawm ο διευρυμένος 19ος αιώνας αφορά την περίοδο 1789-1914

[3] Η δημιουργία εθνικών κρατών είναι η πολιτική εφαρμογή του εθνικισμού, ο μετασχηματισμός του συναισθήματος σε εξουσία. (βλ. E. Burns, Ευρωπαϊκή ιστορία, σ. 599)

[4] Ο Johann Herder, 1744- 1803, ήταν προτεστάντης πάστορας και θεολόγος. Ασχολήθηκε με τους παλαιούς πολιτισμούς και το 1780 εξέθεσε τις απόψεις του,  στην εμπεριστατωμένη του πραγματεία με τίτλο Ιδέες για μια φιλοσοφία της ανθρώπινης σκέψης, παρακολουθώντας την πορεία του ευρωπαϊκού πολιτισμού από την αρχαία Ελλάδα έως την Αναγέννηση. Πίστευε ότι ο πολιτισμός δεν ήταν προϊόν μιας τεχνητής ελίτ, αλλά των απλών ανθρώπων. Κανένας πολιτισμός δεν θεωρούνταν σταθερός αν δεν συνέχιζε να εκφράζει το μοναδικό λαϊκό ιστορικό χαρακτήρα, το Volkgeist. (βλ. E. Burns, Ευρωπαϊκή ιστορία, σ. 603)

[5] Ο J. G. Fichte, 1762- 1814, ήταν καθηγητής του πανεπιστημίου της Ιένας. Αρχικά, είχε προωθήσει την πίστη στη σημασία του εσωτερικού πνεύματος ενός ατόμου, δημιουργού του δικού του ηθικού σύμπαντος. Μη έχοντας κανένα εθνικό αίσθημα, χαιρέτισε τη Γαλλική επανάσταση. Η κατάκτηση όμως μεγάλου μέρους της Γερμανίας από τον Ναπολέοντα, τον οδήγησε στην υιοθέτηση των απόψεων του Χέρντερ. Μάλιστα, συνέταξε τη σειρά Ομιλίες προς το γερμανικό έθνος, όπου διακήρυσσε την ύπαρξη ενός γερμανικού πνεύματος ανώτερου από τα άλλα εθνικά πνεύματα.  (βλ. E. Burns, Ευρωπαϊκή ιστορία, σ. 607)

[6] Η φιλολογία του κινήματος, όπως για παράδειγμα, το έργο του επαναστάτη Πολωνού Πάλατσκι, Ιστορία του Βοημικού λαού ενέπνευσε όσους επιθυμούσαν την απαλλαγή τους από ό,τι θεωρούσαν ξένο ζυγό. (βλ. E. Burns, Ευρωπαϊκή ιστορία, σ. 620)

[7] E. Burns, Ευρωπαϊκή ιστορία σ.623

[8] E. Burns, Ευρωπαϊκή ιστορία, σ.627

[9] E. Burns, Ευρωπαϊκή ιστορία, σ.627

[10] Βλ. Πιλούντσκι, E. Hobsbawm, Η εποχή των Αυτοκρατοριών, 1875-1914

[11] E. Burns, Ευρωπαϊκή ιστορία, σ.753-7

[12] E. Burns, Ευρωπαϊκή ιστορία, σ.687

[13] E. Burns, Ευρωπαϊκή ιστορία, σ. 690

[14] E. Burns, Ευρωπαϊκή ιστορία, σ. 684-91

[15] E. Hobsbawm, Η εποχή των αυτοκρατοριών, σ.252

[16] Παράδειγμα αποτελεί το εθνικιστικό κίνημα των Ιρλανδών, το οποίο αναδείχθηκε σε μείζονα πολιτική δύναμη, αφού δεδομένου ότι απευθυνόταν στους Ιρλανδούς ανεξάρτητα από το εκάστοτε θρησκευτικό δόγμα, ουσιαστικά ταύτισε τον ιρλανδικό εθνικισμό με τους καθολικούς Ιρλανδούς (βλ. E. Hobsbawm, Η εποχή των αυτοκρατοριών, σ.253).

0 0 vote
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments