{"video":"https://www.youtube.com/watch?v=jNbF8Zs9Zn8","width":"800","height":"450"}

Κράτος Βαλκανία.

Πόλη Αιθερία.

 

b2ap3_thumbnail_1_20150319-220258_1.jpgΟ Παυσανίας, ο εξηνταπεντάχρονος άστεγος με το πλούσιο μαλλί και την γενειάδα καθόταν γύρω από το βαρέλι με την φωτιά. Οι φλόγες φώτιζαν το υγρό από την βροχή στενάκι. Τριγύρω του ένα μάτσο μπόμπιρες σχημάτιζαν έναν κύκλο και τον άκουγαν σχεδόν θαρρείς, με θρησκευτική ευλάβεια.

-Οι πολυεθνικές, με πολιτικό εργαλείο τον νεο-φιλελευθερισμό αποκτούσαν συνεχώς δύναμη. Ο Τσόμσκι έγραφε από την δεκαετία του 90 πως άρχισαν να ιδιωτικοποιούνται τα κέρδη και να κοινωνικοποιούνται τα χρέη. Οι πολιτικοί τις βοήθησαν να αποκτήσουν τόση δύναμη ώστε στο τέλος αυτές παραγκώνισαν και τους ίδιους και ανέλαβαν μόνες τους την διακυβέρνηση των χωρών.

Τα παιδάκια τον κοίταξαν στα μάτια. Ο Παυσανίας δάκρυσε.

-Μας πήραν την ζωή οι μπάσταρδοι, είπε, και αμέσως συνοφρυώθηκε ζητώντας συγγνώμη για τις άσχημες εκφράσεις.

-Και οι παλιές μαφίες; ρώτησε ένας πιτσιρικάς.

-Οι ξεπουλήμενοι με τα πιστόλια; ρώτησε ο Παυσανίας και συνέχισε: οι πολυεθνικές αποκτώντας δύναμη ήθελαν να αποικιοποιήσουν ολοένα και περισσότερες δραστηριότητες των κοινωνιών. Ακόμα και τις εγκληματικές. Πρότειναν στις συμμορίες και τις μαφίες να ενταχθούν ως υπάλληλοι στις εταιρείες τους. Να δέρνουν και να σκοτώνουν για λογαριασμό των οικονομικών καρτέλ και των τραστ και όχι των Νονών. Οι Νονοί μετατράπηκαν σε κάτι σαν προιστάμενοι των εγκληματικών δραστηριοτήτων. Κάποιοι Νονοί δέχτηκαν. Κάποιοι όχι. Αυτοί που αρνήθηκαν αντιμετώπισαν μια ολομέτωπη επίθεση από την στρατικοποιημένη πλέον αστυνομία, τις πολυεθνικές και τις συμμορίες που εντάχτηκαν στο νέο καθεστώς. Αντιστάθηκαν αλλά δεν άντεξαν για πολύ. Οι περισσότερες συμμορίες προδόθηκαν εκ των έσω και πέσανε.

Ένας άλλος πιτσιρικάς σήκωσε το χέρι του σαν να ήταν στο σχολείο. Ο Παυσανίας του έκανε ένα νεύμα να μιλήσει.

-Και ο Βολόντια; Πότε ήρθε ο Βολόντια;

-Την πιο σκοτεινή και κατάλληλη ίσως στιγμή! Εμφανίστηκε όταν τα κινήματα είχαν εξαφανιστεί, εξαιτίας των μικροπολιτικών τους διαφορών και της σφοδρής επίθεσης του νέου κράτους. Η απογοήτευση είχε ήδη κυριαρχήσει σε όλο τον λαό. Η μοιρολατρία είχε γίνει καθεστώς εντός των παροικιών αστέγων μέσα στην πόλη. Ο κόσμος είχε πάψει να ελπίζει και άρχισε να παρακαλάει σχεδόν για μια σφαίρα από την αστυνομία ή τις συμμορίες. Η δουλεία είχε γίνει τρόπος ζωής. Θα μπορούσες να πεις πως το μυαλό του Βολόντια ήταν το τελευταίο αμόλυντο σε έναν κόσμο όπου οι φτωχοί άρχισαν να φοβούνται την ζωή και να επιζητούν τον θάνατο. Τότε εμφανίστηκε… Από το πουθενά… Χωρίς να έχει κανένα συμφέρον και πρόσφερε μια μικρή δικαιολογία για ζωή.

-Τι ακριβώς έκανε; ρώτησε ένα ακόμη πιτσιρίκι.

-Πυροβόλησε δυο φορές. Μια φορά για να σκοτώσει και μια δεύτερη για να σιγουρέψει πως το θύμα του δεν θα σηκωθεί ξανά όρθιο.

Ο ΑΓΙΟΣ ΒΟΛΟΝΤΙΑ

1

(Πως άρχισαν όλα (πιλότος) μέρος Ά

 

{"video":"https://www.youtube.com/watch?v=eGlAkiCN4-M","width":"800","height":"450"}

b2ap3_thumbnail_trabesti.jpgΗ κοπέλα από την Αλβανία περπατούσε στο υγρό οδόστρωμα κουνώντας το μικρό ροζ τσαντάκι της επιδεικτικά. Δεν ήταν μόνο οι μαύρες γυαλιστερές ως το γόνατο μπότες της, το δικτυωτό καλσόν της, η ροζ μίνι φούστα της με το σκίσιμο στο πλάι αριστέρα ή το ανύπαρκτο σχεδόν μπουστάκι της που πιο πολύ συγκρατούσε παρά έκρυβε το στήθος της, που σου τραβούσαν την προσοχή. Ήταν τα μάτια της που μοιάζαν να πετάνε φλόγες.

Ακούμπησε με την πλάτη της σε έναν σιδερένιο φανοστάτη και άναψε τσιγάρο. Έφτιαξε λίγο το κατάμαυρο καρέ μαλλί της και κοίταξε με το προκλητικό της βλέμμα στον δρόμο. Ψυχή δεν κυκλοφορούσε και το ψιλόβροχο δεν έλεγε να σταματήσει.

Από το βάθος της λεωφόρου εμφανίστηκε ένα ακριβό αμάξι. Για την ακρίβεια ακούστηκε. Από τα ηχεία του έπαιζε ένα γνωστό λαικοπόπ τραγούδι, χιτάκι της εποχής. Πλησιάζοντας το σημείο που είχε “στηθεί” η Αλβανίδα η μουσική χαμήλωσε Τα μπρος και πίσω παράθυρα του αμαξιού ανοίξανε και από μέσα ξεπρόβαλλαν δύο από τα πέντε άτομα που βρίσκοταν εντός του. Δεν υπήρχε αμφίβολια πως επρόκειτο για γόνους μεγαλοαστικών οικογενειών – κατά πάσα πιθανότητα σπουδαστές κάποιου κολλεγίου.

Η φτωχή Αλβανίδα τους κοίταξε πριν ξεφυσήξει τον καπνό της.

-Πόσο πάει κούκλα; ρώτησε ο νεαρός από την θέση του συνοδηγού.

-Τριάντα ευρώ ο καθένας σας και ήμαστε εντάξει.

-Τι λες μωρή πεταμένη; Φώναξε ο οδηγός, τριάντα ευρώ έκανε τα χρόνια του μνημονίου, πέντε και πολλά σου είναι.

-Και μια κλωτσιά στον κώλο όταν τελειώσουμε, συμπλήρωσε ένας νεαρός από το πίσω καθίσμα κάνοντας την παρέα να γελάσει.

-Πάτε αλλού να παίξετε, είπε η Αλβανίδα και ρούφηξε μια ακόμη τζούρα από το τσιγάρο της.

“Όχι ρε πούστη μου” αναφώνησε το ξανθό πλουσιόπαιδο από την θέση του συνοδηγού κοιτάζοντας τον λαιμό της.

Η κοπέλα στον λαιμό είχε…καρύδι, το «μήλο του αδάμ», ένα από τα σημεία της ανατομίας του ανθρώπινου σώματος που κάνει τους άντρες να ξεχωρίζουν από τις γυναίκες.

-Τραβέλι είναι, φώναξε στους άλλους το ξανθό πλουσιόπαιδο.

-Πουστάρα είσαι μωρή πεταμένη; Φώναξε ένας ακόμα νεαρός από το πίσω καθίσμα.

Η Αλβανίδα πλησιάσε το ακριβό αμάξι. Χαμογέλασε. Γύρισε την πλάτη της, σήκωσε το πόδι της και με το τακούνι από την μπότα της έδωσε μια “γερή” στην πόρτα του αμαξιού. Μετά ξαναστράφηκε προς τα άφωνα πλουσιόπαιδα που μόλις διαπίστωναν πως το αμάξι τους είχε υποστεί ζημιά κοντά στα τρακόσια ευρώ. Τους χαμογέλασε και ύψωσε το μεσαίο δάχτυλό της.

-Πουστάρα! θες τσαμπουκά πουστράκι; Θα τον έχεις! είπε ο οδηγός και πετάχτηκε έξω από το αμάξι. Η υπόλοιπη παρέα τον ακολούθησε.

Η τραβεστί τώρα καταλάβαινε πως τα πράματα παίρναν μια επικίνδυνη τροπή. Ο δρόμος ήταν άδειος, ψυχή δεν κυκλοφορούσε, η βροχή και οι βροντές δυνάμωναν και αυτή ήταν μόνη απέναντι σε 5 καλογυμνασμένα πλουσιόπαιδα που φτιάχναν έναν κύκλο τριγύρω της. Το ‘χε πάρει απόφαση πως το βράδυ θα τελείωνε με έναν άγριο ξυλοδαρμό. Δεν θα ‘ταν η πρώτη φορά άλλωστε. Το βλέμμα της πάγωσε όταν είδε τον ξανθό συνοδηγό να βγάζει ένα μαχαίρι από το κολλεγιακό μπουφάν του. Η λεπίδα του άστραψε αντανακλώντας το φως της κολώνας.

-Είσαι ένας λάθος της φύσης, ένα μίασμα, μονολογούσε καθώς την πλησίαζε, είσαι και λαθρομετανάστης! Καιρός να καθαρίσουμε την χώρα μας!

Όταν τράβηξε το μαχαίρι του από το σώμα της, η τραβεστί, κείτονταν νεκρή στο πεζοδρόμιο μέσα σε μια λίμνη αίματος.

Τα κολλεγιόπαιδα το κολλούσαν -δίναν «πέντε»- ο ένας στον άλλον σαν μπασκετμπολίστες μπαίνοντας στο αμάξι.

-Κανείς δεν τα βάζει με τους «σενιορίτος» φώναξε ο ένας από αυτούς καθώς το αμάξι έκανε δυο «κωλιές» πριν χαθεί προς της λεωφόρο από όπου εμφανίστηκε…

b2ap3_thumbnail_20150319-221059.PNGΛίγο αργότερα μια άλλη πόρνη, η Μπέσα,σχεδόν ολόιδια με την τραβεστί, έτρεχε μέσα στην καταρρακτώδη βροχή. Φτάνοντας στο νεκρό σώμα του αδερφού της γονάτισε. Του σήκωσε το κεφάλι και δάκρυσε. Τον αγκάλιασε και κοίταξε προς την λεωφόρο καθώς τα δάκρυα της αναμειγνύονταν με τις στάλες της βροχής (που έπεφτε δυνατή μέσα στην νύχτα). Ούρλιαξε. Ούρλιαξε όσο πιο δυνατά μπορούσε. Πρώτα η οικογένεια, μετά η φυλή, μετά το έθνος και τώρα η κοινωνία απορρίπτανε αυτήν και τον αδερφό της. «Τον πούστη και την πουτάνα». Μόνο που αυτή την φόρα δεν ένιωθε την απόρριψη αλλά την κύρηξη πολέμου από την κοινωνία . Αν η κοινωνία της είχε κηρήξει τον πόλεμο τότε και αυτή θα ανταπέδιδε. Ήταν η νύχτα που βαθιά μέσα της είχε αλλάξει κάτι για πάντα.

 

 

 

 

 

 

 

                                                                                                              2

{"video":"https://www.youtube.com/watch?v=qevOObjMMOM","width":"800","height":"450"}

b2ap3_thumbnail_2_20150319-221350_1.jpgΟι δυο μπράβοι του εισπρακτικού τμήματος της πολυεθνικής καθόταν έξω από το μπλέ «φτιαγμένο» σπορ Subaru αμάξι τους. Αυτός διέσχισε με ελαφρύ τροχάδην το δρόμο και τους πλησίασε. Με το χέρι του έφτιαξε τα ακούρευτα μαλλιά του και κούμπωσε το πέτσινο μπουφάν του.

-Δεν άργησα; τους ρώτησε.

-Έλα ρε, έχουμε δέκα σπίτια να πάμε σήμερα. Πότε θα προλάβουμε; του απάντησε ο ένας από τους δυο μπράβους.

Αυτός κοίταξε την παλιά πολυκατοικία απέναντι τους.

-Αυτή είναι; ρώτησε δείχνοντας με το βλέμμα του το ετοιμόρροπο κτίριο.

-Στον τρίτο όροφο.

-Τι έχουμε μέσα;

-Κακοπληρωτές. Έχουν καθυστερήσει τις δόσεις από το δάνειό τους για έξι μήνες.

-Αν δεν ήταν κακοπληρωτές δεν θα φωνάζαν εμάς να τους δείρουμε. Ρωτάω τι είναι αυτοί που μένουν μέσα;

-Οικογένεια. Τετραμελής. Μπαμπάς, μαμά, παππούς και γιος. Ο μπαμπάς τα χρόνια του μνημονίου ήταν ΜΑΤατζής

-Α, δικιά μας ήταν; Και πως ξέπεσε;

-Αφού τα νέα αφεντικά μας ,βάλαν χέρι στα ταμεία τους. Τους τα πήραν όλα εκτός από τα δάνεια.

Γέλασαν και οι τρεις τους.

-Τελικά οι πολυεθνικές είναι χειρότερες και από τα πρώην αφεντικά μας, αποφάνθηκε ο τρίτος της παρέας, εννοώντας ως «πρώην αφεντικά» τους Νονούς της νύχτας, πριν αυτοί απορροφηθούν απ’ τις μεγάλες εταιρείες.

-Πάμε, είπε αυτός και κινήσαν προς το εσωτερικό του παλιού κτιρίου.Το ασανσέρ δεν δούλευε και ανέβηκαν με τα πόδια ως τον τρίτο όροφο. Χτύπησαν την πόρτα και περίμεναν.

Ένας εξηντάχρονος με το τσιγάρο στο στόμα, ένα βρώμικο κασκορσέ και μια πιτζάμα τους άνοιξε.

-Για την δόση ήρθατε; ρώτησε σχεδόν μουγγρίζοντας.

-Είσαι ο ματατζής; ρώτησε αυτός.

Ο εξηντάχρονος άντρας κούνησε το κεφάλι του. Τότε ήταν που αυτός τον άρπαξε από το κασκορσέ και τον έσπρωξε με δύναμη στο εσωτερικό του σπιτιού ρίχνοντας τον πάνω στο τραπέζι του σαλονιού. Η γυναίκα του και ο γιος του έτρεξαν από την κουζίνα στο σαλόνι παρακαλώντας τον να τον αφήσει. Οι τρεις μπράβοι δεν ακούγαν λέξη. Αυτός τον έριξε κάτω και άρχισε να του δίνει κλωτσιές.

-Να το συζητήσουμε, κλαψούριζε τώρα ο πρώην ματατζής, σας υπηρέτησα που να πάρει ο διάολος , δεν μπορείτε να μου φέρεστε έτσι.

Αυτός σταμάτησε να τον κλωτσάει και έσκυψε μπροστά στο ματωμένο πρόσωπο του ματατζή.

-Πότε μας υπηρέτησες; τον ρώτησε.

-Πριν χρόνια.

-Πριν πολλά χρόνια;

-Ναι.

-Τώρα μπορείς να μας υπηρετήσεις;

Ο εξηντάχρονος δεν απάντησε.

Ο πατέρας του εξηντάχρονου εμφανίστηκε στο σαλόνι σκούζωντας και παρακαλώντας να τους λυπηθούν. Αυτός έκανε νόημα και οι δυο μπράβοι πίσω του έβγαλαν τα όπλα τους και τον πυροβόλησαν τρεις φορές ρίχνοντάς τον κάτω νεκρό. Μετά σήκωσε τον εξηντάχρονο και τον κοίταξε στα μάτια.

-Οι εταιρείες λένε πως τους είσαι εντελώς άχρηστος, του είπε.Τον έσυρε ως το μπαλκόνι με φόρα και τον πέταξε στο κενό. Οι άλλοι δυο μπράβοι ακολουθούσαν ξοπίσω του σέρνοντας την γυναίκα του ματατζή και τον γιο του. Μόλις φτάσαν στο μπαλκόνι απλά τους πέταξαν στο κενό.

Οι τρεις τους κοιτάχτηκαν.

-Άλλα εννιά σπίτια και σχολάμε, είπε αυτός

-Λες και μας στα γεράματα να μας κάνουν τα ίδια;

-Για αυτό πάμε να προλάβουμε τους άλλους εννιά να μην μας σκοτώσουν από τώρα. Αυτό το αρχίδι τουλάχιστον πρόλαβε να γεράσει.

Βγαίνοντας από το σπίτι ένα παλιό στέλεχος της αριστεράς που τον είχε δείρει ως ματατζής ο εξηντάχρονος, βγήκε από το διπλανό διαμέρισμα διαμαρτυρόμενος.

-Δεν έχετε το δικαίωμα να συμπεριφέρεστε έτσι, φώναξε ξοπίσω τους στο κλιμακοστάσιο.

Αυτός γύρισε βγάζοντας το πιστόλι του και του έριξε μια σφαίρα στην καρδιά. Μετά κοίταξε τους φίλους του.

-Κωλοχώρα, τους έχω βαρεθεί όλους.

-Σε κάθε πολυκατοικία τα ίδια.

                                                                                               

                                                                                                                               3

{"video":"https://www.youtube.com/watch?v=YkADj0TPrJA","width":"800","height":"450"}

b2ap3_thumbnail_5_20150319-221746_1.PNGΗ Μπέσα προχωρούσε μέσα στην Ιθώμη, την περιοχή της Αιθερίας όπου συγκέντρωνε τους άστεγους της πόλης. Καθημερινά νέα καραβάνια ξεσπιτωμένων και φτωχών κατέφταναν στην Ιθώμη. Η περιοχή είχε πάρει το όνομα της από της αρχαία Σπάρτη. Κατά την εξέγερση των ειλώτων η Ιθώμη ήταν το μόνο οχυρό τους, που οι Σπαρτιάτες δεν μπόρεσαν να κατακτήσουν ποτέ.

Μέσα στην νύχτα η τριανταπεντάχρονη αλβανίδα περπατούσε με την φωτογραφία του αδερφού της στο χέρι. Κάθε λίγο σταματούσε κάποιον περαστικό ή κοντοστεκόταν πάνω από κάποιον άστεγο για να του την δείξει και να τον ρωτήσει αν είχε δει κάποιον- κάτι, περασμένο βράδυ.

Το πρωί ο ιατροδικαστής είχε αποφανθεί ως αίτια θανάτου του αδερφού της «τον θάνατο από υπερβολική δόση ηρωίνης». Ο αστυνομικός επιθεωρητής συμφώνησε και ο φάκελος έκλεισε πριν καν ανοίξει.

Η Μπέσα ήξερε. Απλά ήξερε. Με την αστυνομία των πολυεθνικών δεν υπήρχε καμιά πιθανότητα να μάθει την αλήθεια. Απλά ήλπιζε πως κάποιος από τους αστέγους και φτωχούς της Ιθώμης θα έδειχνε την στοιχειώδη ανθρώπινη αλληλεγγύη. Μια λέξη ξεχασμένη.

Αντι για αλληλεγγύη, εισέπραξε από κάποιους εκκλήσεις να ταχτεί σε κάποια από τις νέο-ορθόδοες μεταμνημονιακές οργανώσεις που ξεπήδησαν στην χώρα της Βαλκανίας. Κάποιοι άλλοι της μίλησαν για προφητείες που συνέδεαν τον θάνατο του αδερφού της με τους «έλληνες από τον Σείριο» που μέσω του θανάτου στέλναν μήνυμα.

Μέχρι τα χαράματα είχε απελπιστεί. Τριγυρνούσε εδώ και εκεί στους δρόμους της Ιθώμης απογοητευμένη. Σκεφτόταν να ψάξει μόνη της, αλλά από πού να ξεκινούσε; Τι γνώριζε από αυτά τα πράματα; Από τότε που θυμόταν τον εαυτό της ήταν μια πόρνη. Μια αλβανίδα πόρνη μέσα στους δρόμους της Αιθερίας.

b2ap3_thumbnail_20150319-221907.jpgΚαθόλη την νύχτα είχε αντιληφθεί αυτόν τον τύπο με την τραγιάσκα να βρίσκεται σε απόσταση ξοπίσω της. Στην αρχή νόμισε πως θα ταν κάποιο άφραγκο λιγούρι της Ιθώμης που απλά θα ‘θελε να την γαμήσει. Καθώς περνούσαν οι ώρες όμως ανυσήχησε. Κανένα άφραγκο λιγούρι δεν θα παρακολουθούσε μια πόρνη επί πέντε ώρες συνεχόμενα.

Ξαπόστασε σε ένα έρημο δρόμο να ανάψει τσιγάρο. Ο τύπος με την τραγιάσκα κοντοστάθηκε. Γύρισε και τον κοίταξε.

-Αν θες να με βιάσεις και να με σκοτώσεις πίστεψε με τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή. Σε παρακαλώ μόνο μην με βιάσεις και με αφήσεις να ζήσω . Σκότωσε με.

Ο Λευτέρης, ο τύπος με την τραγιάσκα έβγαλε ένα τσιγάρο από την τσέπη του και της το έδειξε.

-Κανείς δεν θέλει να σε βιάσει και κανείς να σε σκοτώσει. Έχεις φωτιά; Να πλησιάσω;

Η Μπέσα κούνησε το κεφάλι της και ο Λευτέρης την πλησιάσε. Του άναψε το τσιγάρο.

-Και κανείς δεν θα πεθάνει απόψε, συμπλήρωσε αφού τράβηξε την πρώτη του τζούρα.

-Ποιος είσαι; τον ρώτησε.

Ο Λευτέρης κούνησε τους ώμους του.

-Κάποιος που θεωρεί πως δεν πάει παρακάτω. Κάποιος που θεωρεί πως ήρθε η ώρα να πούμε αρκετά. Κάποιος που θεωρεί πως ο θάνατος του αδερφού σου ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.

Εκείνη την ώρα από το βάθος του δρόμου ακούστηκε ένα γυναικείο ουρλιαχτό.

 

                                                                                           4

{"video":"https://www.youtube.com/watch?v=BR7Wb13bXEg","width":"800","height":"450"}

b2ap3_thumbnail_gang_domination___thug_by_atomhawk-d5cye73.jpgΣε ένα στενό, μέρα μεσημέρι, αυτός και οι δυο συνεργάτες του κλωτσούσαν μια γυναίκα. Τα δυο παιδιά της κοιτούσαν τρομαγμένα. Λίγο παραπέρα ο άντρας της κείτονταν νεκρός.

-Δεν σας είπαμε να βγείτε από το σπίτι; την ρώτησε.

-Δεν έχει δικαίωμα να το πάρει η τράπεζα.

Αυτός κοίταξε τους άλλους δυο.

-Να το πάλι το «δικαίωμα», τους είπε. Ύστερα γύρισε στην γυναίκα και την ρώτησε, ακόμα πιστεύετε πως έχετε δικαιώματα; Αυτά ήταν παλιά.

-Οι νταβάδες που δουλεύεις θέλουν να μας ξεσπιτώσουν για να πάρουν το κτίριο, του απάντησε.

-Ε και; αφού μπορούν γιατί να μην το κάνουν; της απάντησε, αποκτήστε και σεις δύναμη να μην μπορούν να σας επιβάλλονται.

-Ρε μαλάκα μη τους βάζεις ιδέες, φώναξε ο ένας από τους δυο μπράβους.

-Γιατί, λες και θα ζήσει για να τις εφαρμόσει; είπε γελώντας αυτός και βγάζοντας το πιστόλι του την σημάδεψε.

Η γυναίκα έβαλε τα κλάμματα. Τον παρακάλεσε.

-Άσε τουλάχιστον τα παιδιά μου να ζήσουν. Σε παρακαλώ!

-Τι με πέρασες για κανένα τέρας; λες να θέλω να δουν τα παιδιά τον φόνο της μάνας τους; είπε και γύρισε ρίχνοντας δυο σφαίρες στους γιους της.

Η γυναίκα ούρλιαξε.

Γύρισε και ψύχραιμα την σημάδεψε πριν πατήσει την σκανδάλη.

Μετά ήρεμα βγήκαν οι τρεις τους από το στενό και πλησιάσαν ένα περιπολικό.

Ο αστυνομικός καθόταν έξω από αυτό και έτρωγε τυρόπιτα.

-Αυτοί ήταν οι τελευταίοι, του είπε, σχολάσαμε για σήμερα. Κανόνισε εσύ την χαρτούρα.

-Ξέρω, ξέρω, απάντησε ο αστυνομικός, θα δώσω σήμα και θα έρθει ο ιατροδικαστής όπου θα αποφανθεί «θάνατος από πρέζα».

-Πολύ πρέζα σαν να έπεσε στην πόλη! είπε γελώντας αυτός και τον χτύπησε ελαφρά στους ώμους, καλή βάρδια.

-Στο καλό παιδιά, απάντησε ο αστυνομικός μασώντας μια μπουκιά απ’ την τυρόπιτα του.

Ο ένας από τους μπράβους ψιθύρισε στο αυτί του καθώς φεύγανε:

-Σε 15 χρόνια θα κάνουμε τα ίδια και σ αυτόν.

Γελάσανε και οι τρεις τους.

b2ap3_thumbnail_5_20150319-222624_1.jpgΑφού αποχωρίστηκαν αυτός ανέβηκε στην μηχανή του, διέσχισε όλη την Αιθερία και έφτασε στην γειτονιά του. Θα έβλεπε λίγο την μάνα του και μετά θα πήγαινε στην κοπέλα του στο απέναντι σπίτι. Στον δρόμο σκεφτόταν πως ενώ τα πράματα είχαν αλλάξει πλέον στην Βαλκανία, αυτή η κοπέλα, συνέχιζε να σκέφτεται με τον παλιό τρόπο. Ώρες-ώρες του εξέφραζε τις αριστερές ιδέες της. Έδιωξε αυτές τις σκέψεις. Πλησιάζοντας στο σπίτι της μάνας του, είδε ένα γνώριμό αμάξι παρκαρισμένο από έξω, αυτό του προισταμένου του. Μπήκε μέσα και είδε την μάνα του δεμένη στην καρέκλα. Πριν προλάβει να πει κάτι αντίκρυσε τον προιστάμενο του με πέντε μπράβους , φίλους και συναδέλφους του από την δουλειά.

-Τι συμβαίνει ρε παιδιά; τους ρώτησε.

-Αυτή η γυναίκα χρωστάει πέντε δόσεις, απάντησε ο προιστάμενος.

-Τι λέτε μωρέ, το σπίτι το ‘χουμε αγορασμένο εδώ και χρόνια.

-Εδώ τα χαρτιά μου άλλα λένε, απάντησε αδιάφορα ο προιστάμενος.

Αυτός τον πλησίασε και του ψιθύρισε:

-Κύριε προιστάμενε είναι η μητέρα μου. Δεν μπορεί κάποιο λάθος θα έγινε.

-Κανένα λάθος, απάντησε, η περιοχή όλη είναι φιλέτο, είπε με νόημα, πράμα που σήμαινε πως είτε χρωστούσε κάποιος το σπίτι του είτε όχι, οι εταιρείες θα του το παίρναν για να το εκμεταλλευτούν.

-Κύριε… πήγε να ψελίσει αλλά τον διέκοψε ο ανώτερός του.

-Κάνε τα στραβά μάτια, θα φροντίσω να πάρεις ένα μπόνους και τράβα την ζωή σου παραπέρα.

Οι πέντε μπράβοι άρπαξαν την καρέκλα με τη δεμένη μάνα του και την μετέφεραν στο μπαλκόνι όπου και την πέταξαν στο κενό.

Αυτός όρμησε στις σκάλες. Βγήκε έξω και πλησίασε την μάνα του που κείτοταν ακίνητη.

Η κοπέλα του έτρεξε από την απέναντι πλευρά του δρόμου. Στάθηκε δίπλα του.

-Τα καθάρματα! φώναξε, τα καθάρματα! ξαναφώναξε πιο δυνατά.

Πίσω τους είχαν σταθεί τώρα ο προιστάμενος και οι πέντε μπράβοι του.

Η κοπέλα κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος τους. Οι μπράβοι έβγαλαν τα πιστόλια τους και τα αδειάσαν πάνω της.

Αυτός είχε σαστίσει.

Ένας μπράβος πλησίασε τον προιστάμενο.

-Μ αυτόν τι θα κάνουμε; τον ρώτησε, θα χουμε πρόβλημα στο μέλλον.

Ο προιστάμενος σκέφτηκε λίγο.

-Τσιμεντώστε τον και πετάξτε τον στο φράγμα εδώ πιο πάνω.

Αυτός γύρισε βγάζοντας από την ζώνη του τα δυο του πιστόλια.

b2ap3_thumbnail_2_20150319-222752_1.PNGΠριν αντιδράσουν οι μπράβοι άρχισε να πυροβολεί.

Οι δύο πρώτες σφαίρες του πέτυχαν τον προιστάμενο. Οι δυο επόμενες δύο από τους μπράβους.

Οι τρεις εναπομείναντες μπράβοι πρόλαβαν να καλυφτούν πίσω από ένα αμάξι οι δυο και στην είσοδο της οικοδομής ο τρίτος και άρχισαννα ανταποδίδουν τα πυρά.

Μια από τις σφαίρες τους τον βρήκε στο πόδι. Οπισθοχώρησε πυροβολώντας. Κινήθηκε προς την μηχανή του, μια CBR750.

-Στο αμάξι! Ξεφεύγει! φώναξε ο ένας μπράβος.

b2ap3_thumbnail_fragma.jpgΣε λίγο τον κυνηγούσαν με το αμάξι. Αυτός κατευθυνόταν προς τον λόφο λίγο πιο πάνω από το σπίτι του, όπου βρισκόταν το υδάτινο φράγμα. Ο ελικοειδής δρόμος που ανέβαζε στον λόφο οδηγούσε σε ένα δρόμο που ‘χε φτιαχτεί ακριβώς πάνω στα τοιχώματα του φράγματος. Αριστερά βρισκόταν το φράγμα και δεξιά ένας γκρεμός. Το αμάξι των μπράβων στην ευθεία του δρόμου μπόρεσε να τον πλησιάσει αρκετά. Ο ένας μπράβος έβγαλε το κεφάλι του από την θέση του συνοδηγού. Σημάδεψε και πυροβόλησε μια φορά. Η σφαίρα πέτυχε το πίσω λάστιχο της μηχανής του. Αυτός έχασε τον έλεγχο της μηχανής. Έκανε δυο “κωλιές” πριν σπάσει το προστατευτικό κιγκλίδωμα και πέσει μέσα στο φράγμα.

Ώρες αργότερα καθώς νύχτωνε οι δύτες της αστυνομίας ακόμη ψάχνανε να βρουν το πτώμα του.

 

 

 

 

b2ap3_thumbnail_250px-Norris-dam-west-tn1.jpgb2ap3_thumbnail_fragma-2.jpgb2ap3_thumbnail_fragma-3-ptvsh.jpg

                                                                                                                   5

{"video":"https://www.youtube.com/watch?v=6Mt0ee9FraQ","width":"800","height":"450"}

b2ap3_thumbnail_20150319-223259.PNGΟ Λευτέρης και η Μπέσα τρέξανε προς το μέρος που ακουγόταν οι στριγγλιές. Φτάνοντας εκεί συνάντησαν μια γυναίκα πάνω από ένα πτώμα. Πλησιάζοντας κατάλαβαν πως επρόκειτο για το νεκρό σώμα μιας ακόμα τραβέστι. Η Μπέσα γονάτισε δίπλα στην γυναίκα που έκλαιγε πάνω από το πτώμα και την αγκάλιασε.

Ο Λευτέρης βγήκε στον δρόμο κοιτώντας το οδόστρωμα προσεκτικά αδιαφορώντας για το πτώμα και την άτυχη γυναίκα που είχε ξεσπάσει σε λυγμούς. Σε κάποιο σημείο του δρόμου έσκυψε. Έβγαλε το κινητό του και φωτογράφισε τα σημάδια απ’ τα λάστιχα.

Μερικά λεπτά αργότερα έξω από ένα διανυκτερεύον καφέ ο Λευτέρης σύγκρινε τις φώτογραφίες που τράβηξε από τα σημάδια στον δρόμο στα σημεία των δύο δολοφονιών. Η Μπέσα έβγαινε από το μαγαζί κρατώντας δυο κυπελάκια με ζεστό καφέ στα χέρια.

-Τι κοιτάς; τον ρώτησε.

-Την ταυτότητα αυτών που σκότωσαν τον αδερφό σου και το άτυχο παλικάρι σήμερα, της απάντησε και της έδειξε τις φωτογραφίες.

Η Μπέσα τον κοίταξε αμήχανα.

-Ξέρουμε τα λάστιχα του αυτοκινήτου. Αν σταθούμε τυχεροί θα μάθουμε και τον ιδιοκτήτη του…

Δυο στενά πιο κάτω , οι δυο μπράβοι συνεργάτες του, είχαν «ψωνίσει» δυο πόρνες της Ιθώμης και τις πηδούσαν. Όταν τέλειωσαν οι κοπέλες τους ζήτησαν να τις πληρώσουν. Οι μπράβοι γέλασαν. Τράβηξαν τα όπλα τους και τις σημάδεψαν.

b2ap3_thumbnail_astegos2.jpgΑπό το βάθος του δρόμου εμφανίστηκε ένας γέρος κουτσός. Τους εκλιπαρούσε καθώς πλησίαζε να μην τις κάνουν κακό.

-Ποιος είσαι γέρο εσύ; ρώτησε ο ένας μπράβος.

Ο γέρος γονάτισε.

-Ο πατέρας τους… σας παρακαλώ! Φτωχοί άνθρωποι ήμαστε. Μην μας κάνετε κακό.

Οι δυο μπράβοι γέλασαν. Ο δεύτερος κοίταξε τις γυμνές κοπέλες και τις ρώτησε.

-Έχετε για νταβατζή τον πατέρα σας;

Οι κοπέλες δεν μίλησαν.

Ο μπράβος τις πλησιάσε και έχωσε το πιστόλι του μέσα στο στόμα της μιας κοπέλας.

-Σε ρώτησα κάτι, της φώναξε.

Μια σφαίρα εκείνη την ώρα χτυπούσε το χέρι του μπράβου. Πριν καταλάβουν και οι δυο τι ακριβώς έγινε ένας τύπος φορώντας την κουκούλα της μπλούζας του στο κεφάλι του, εμφανίστηκε πίσω από τον δεύτερο μπράβο που σημάδευε τον γέρο και με ένα μαχαίρι τον άρπαζε από το κεφάλι και του έκοβε τον λαιμό.

Η Μπέσα και ο Λευτέρης ακούγοντας τον πρώτο πυροβολισμό πέταξαν τους καφέδες του. Ο Λευτέρης τράβηξε το πιστόλι του και άρχισαν να τρέχουν προς το σημείο.

-Οι φονιάδες, φώναξε ο Λευτέρης, είναι ακόμα εδώ!…

b2ap3_thumbnail_assassin_s_creed___nikolai_orelov_by_bb22andy-d7vfjup.png.jpgΟ κουκουλοφόρος είδε τον μπράβο με το πληγωμένο χέρι να σκύβει να αρπάξει το πιστόλι του. Με το πόδι του, του πάτησε το χέρι.

Άστεγοι από τα γύρω στενά μαζεύτηκαν και κοιτούσαν το σκηνικό.

Ο κουκουλοφόρος πίεσε με το πόδι του το χέρι του μπράβου. Έβγαλε το πιστόλι του και του ερίξε δυο φορές. Μετά κουτσαίνοντας πλησίασε τις δυο κοπέλες. Πήρε από κάτω τα ρούχα τους και τις σκέπασε πρόχειρα. Πλησίασε τον γέρο πατέρα τους, άπλωσε το χέρι και τον βοήθησε να σηκωθεί.

-Πήγαινε γέρο, του είπε.

Ο γέρος κούνησε το κεφάλι του σαν να τον ευχαριστούσε. Έσκυψε να του φιλήσει τα χέρια αλλά ο άντρας με την κουκούλα τον απέτρεψε.

Ο Λευτέρης με τη Μπέσα φτάναν στο σημείο λαχανιασμένοι.

Ο άντρας γύρισε και τους είδε.

Ο Λευτέρης τον σημάδευε με το όπλο του.

-Αν είναι να με σκοτώσεις κάντο, αλλά σε παρακαλώ κάντο καλά και σήμερα, του είπε ο κουκουλοφόρος.

Ένας άστεγος γέρος ημί-τρελος άπλωσε το χέρι του και φώναξε.

b2ap3_thumbnail_astegow.jpg

-Είναι ο ο Άγιος Βολόντια! ο προστάτης των φτωχών.

Πλησιάσε έτσι καμπουριαστός όπως ήταν τον Λευτέρη και του έπιασε το χέρι.

-Τι πας να κάνεις; Είναι ο Άγιος Βολόντια. Μόλις έσωσε τα κορίτσια από τους μπράβους των εταιρειών.

Ο Λευτέρης σάστισε.

-Τι λες γέρο; Δεν υπάρχουν Άγιοι, του είπε.

Και οι υπόλοιποι συγκεντρωμένοι φώναζαν:

«Είναι ο Άγιος Βολόντια,!ήρθε για να σώσει τους φτωχούς.»

Ένας φώναξε:

«Ο θεός τον έστειλε!»

b2ap3_thumbnail_day_watch_poster_by_lagutin-d3daars.jpgΟ κουκουλοφόρος τότε είπε φωνάζοντας:

-Δεν ξέρω αν μ’ έστειλε ο διάολος αλλά σίγουρα ο θεός δεν μ’ έστειλε. Σας παρακαλώ σκοτώστε με τώρα. Δεν ξέρετε τι έχω κάνει. Δεν ξέρετε ποιος είμαι. Δεν ξέρετε με ποιον έχετε μπλέξει…

«Είσαι ο Άγιος Βολόντια, η μόνη μας ελπίδα!», φώναζε το πλήθος που ολοένα και μεγάλωνε.

Ο Λευτέρης κοίταξε το πόδι του Βολόντια που αιμοραγούσε.

-Έχει χάσει πολύ αίμα, είπε στην Μπέσα.

Τον πλησιάσαν και τον έπιασαν από τους ώμους.

-Που τον πάμε; ρώτησε η Μπέσα.

-Στου Παυσανία, θα δεις.

Καθώς αποχωρούσαν ο κόσμος χειροκροτούσε και φώναζε:

«Βολόντια μην μας αφήνεις!»

«Άγιε Βολόντια σε χρειαζόμαστε!»

Λίγο αργότερα ο Παυσανίας υποδεχόταν μέσα σε κάτι ερείπια τον Λευτέρη, την Μπέσα και τον Άγιο Βολόντια.

Η νύχτα φωτιζόταν από τις αστραπές που προμύνηαν ακόμη μια βροχή στην Αιθερία.

-Καλώς ήλθατε, είπε με ήρεμη φωνή ο Παυσανίας.

-Ότι και να ‘στε είμαι εχθρός σας, είπε ο Βολόντια.

-Όχι, απάντησε με σιγουριά ο Παυσανίας, είσαι ένας ακόμη μπράβος του καθεστώτος που προξενούσες μέχρι σήμερα κακό στην κοινωνία και τους φτωχούς. Σήμερα το μεσημέρι σαν ειρωνεία της τύχης βίωσες στο πετσί σου το κακό που προκαλούσες στους άλλους. Σου σκοτώσαν την μητέρα, όπως εσύ σκότωνες τις μητέρες των φτωχών. Σου σκοτώσαν την αγαπημένη, όπως εσύ σκότωνες τις αγαπημένες των φτωχών. Και τέλος σκοτώσαν εσένα, όπως εσύ σκότωνες τους φτωχούς.

-Μόνο που δεν πέθανα εγώ, είπε ο Βολόντια κοιτώντας στα μάτια τον Παυσανία.

-Οι θάνατοι δεν είναι μόνο βιολογικοί. Για τους φτωχούς χτες υπήρχε ένας τρισάθλιος μπράβος. Σήμερα γεννήθηκε ο Βολόντια.

Η Μπέσα διέκοψε.

-Αιμορραγεί.

-Εμείς, είπε ο Παυσανίας, μπορούμε να γιατρέψουμε την πληγή στο πόδι σου. Εσύ, είπε πιάνοντας τον Βολόντια από τα μαλλιά και φέρνοντας το πρόσωπο του δίπλα στο δικό του, θα πρέπει μόνος σου να γιατρέψεις τις πληγές της ψυχής σου.

-Και τον πόνο που προκάλεσα στην κοινωνία, απάντησε ο Βολόντια και λιποθύμησε.

b2ap3_thumbnail_under_the_bridge_by_jonone-d4q4633.jpgΗ νυχτερινή βροχή ξέσπασε πάνω από την πόλη της Αιθερίας. Οι σταγόνες έπεφταν πάνω στο λιπόθυμο σώμα του Βολόντια μέσα στα ερείπια.

Στην Ιθώμη ο κόσμος αγκαλιαζόταν.

Κάποιοι πιτσιρικάδες είχαν «τρυπώσει» μέσα στην εκκλησία και κλέψανε κεριά που τα μοιράζαν στον κόσμο.

Καλυμένοι όλοι κάτω από υπόστεγα άναβαν κεριά και χαμογελούσαν.

Μετά από χρόνια το χαμόγελο είχε επιστρέψει….

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τέλος πρώτου κεφαλαίου

Συνεχίζεται

 

b2ap3_thumbnail_20150319-224123.jpg

{"video":"https://www.youtube.com/watch?v=bF8jNbWPusQ","width":"800","height":"450"}

η επιμέλεια στο κείμενο έγινε απο την Μ.Χ

 

avatar
  Subscribe  
Notify of