Ο ΑΓΙΟΣ ΒΟΛΟΝΤΙΑ

{"video":"https://www.youtube.com/watch?v=jNbF8Zs9Zn8","width":"800","height":"450"}

b2ap3_thumbnail_21381-26622.jpgΚράτος Βαλκανία.

Πόλη Αιθερία.

Ο Παυσανίας, ο εξηνταπεντάχρονος άστεγος με το πλούσιο μαλλί και την γενειάδα καθόταν γύρω από το βαρέλι με την φωτιά. Οι φλόγες φώτιζαν το υγρό από την βροχή στενάκι. Τριγύρω του ένα μάτσο μπόμπιρες σχημάτιζαν έναν κύκλο και τον άκουγαν σχεδόν θαρρείς, με θρησκευτική ευλάβεια.

-Οι πολυεθνικές, με πολιτικό εργαλείο τον νεο-φιλελευθερισμό αποκτούσαν συνεχώς δύναμη. Ο Τσόμσκι έγραφε από την δεκαετία του 90 πως άρχισαν να ιδιωτικοποιούνται τα κέρδη και να κοινωνικοποιούνται τα χρέη. Οι πολιτικοί τις βοήθησαν να αποκτήσουν τόση δύναμη ώστε στο τέλος αυτές παραγκώνισαν και τους ίδιους και ανέλαβαν μόνες τους την διακυβέρνηση των χωρών.

Τα παιδάκια τον κοίταξαν στα μάτια. Ο Παυσανίας δάκρυσε.

-Μας πήραν την ζωή οι μπάσταρδοι, είπε, και αμέσως συνοφρυώθηκε ζητώντας συγγνώμη για τις άσχημες εκφράσεις.

-Και οι παλιές μαφίες; ρώτησε ένας πιτσιρικάς.

-Οι ξεπουλήμενοι με τα πιστόλια; ρώτησε ο Παυσανίας και συνέχισε: οι πολυεθνικές αποκτώντας δύναμη ήθελαν να αποικιοποιήσουν ολοένα και περισσότερες δραστηριότητες των κοινωνιών. Ακόμα και τις εγκληματικές. Πρότειναν στις συμμορίες και τις μαφίες να ενταχθούν ως υπάλληλοι στις εταιρείες τους. Να δέρνουν και να σκοτώνουν για λογαριασμό των οικονομικών καρτέλ και των τραστ και όχι των Νονών. Οι Νονοί μετατράπηκαν σε κάτι σαν προιστάμενοι των εγκληματικών δραστηριοτήτων. Κάποιοι Νονοί δέχτηκαν. Κάποιοι όχι. Αυτοί που αρνήθηκαν αντιμετώπισαν μια ολομέτωπη επίθεση από την στρατικοποιημένη πλέον αστυνομία, τις πολυεθνικές και τις συμμορίες που εντάχτηκαν στο νέο καθεστώς. Αντιστάθηκαν αλλά δεν άντεξαν για πολύ. Οι περισσότερες συμμορίες προδόθηκαν εκ των έσω και πέσανε.

Ένας άλλος πιτσιρικάς σήκωσε το χέρι του σαν να ήταν στο σχολείο. Ο Παυσανίας του έγνεψε έκανε νεύμα να μιλήσει.

-Και ο Βολόντια; Πότε ήρθε ο Βολόντια;

-Την πιο σκοτεινή και κατάλληλη ίσως στιγμή! Εμφανίστηκε όταν τα κινήματα είχαν εξαφανιστεί, εξαιτίας των μικροπολιτικών τους διαφορών και της σφοδρής επίθεσης του νέου κράτους. Η απογοήτευση είχε ήδη κυριαρχήσει σε όλο τον λαό. Η μοιρολατρία είχε γίνει καθεστώς εντός των παροικιών αστέγων μέσα στην πόλη. Ο κόσμος είχε πάψει να ελπίζει και άρχισε να παρακαλάει σχεδόν για μια σφαίρα από την αστυνομία ή τις συμμορίες. Η δουλεία είχε γίνει τρόπος ζωής. Θα μπορούσες να πεις πως το μυαλό του Βολόντια ήταν το τελευταίο αμόλυντο σε έναν κόσμο όπου οι φτωχοί άρχισαν να φοβούνται την ζωή και να επιζητούν τον θάνατο. Τότε εμφανίστηκε… Από το πουθενά… Χωρίς να έχει κανένα συμφέρον και πρόσφερε μια μικρή δικαιολογία για ζωή.

-Τι ακριβώς έκανε; ρώτησε ένα ακόμη πιτσιρίκι.

-Πυροβόλησε δυο φορές. Μια φορά για να σκοτώσει και μια δεύτερη για να σιγουρέψει πως το θύμα του δεν θα σηκωθεί ξανά όρθιο.

 

 {"video":"https://www.youtube.com/watch?v=OrE2zRtFWBA","width":"800","height":"450"}

 

 

b2ap3_thumbnail_Running_in_the_Rain_by_kumii.jpgΤο αγόρι με το κορίτσι τρέχανε μέσα στους βρεγμένους δρόμους της πόλης προς την στάση του λεωφορείου. Λίγο πιο πριν φιλιόντουσαν στην διασταύρωση μέχρι την στιγμή που είδαν το λεωφορείο να προσεγγίζει την στάση. Η κοπέλα τραβήξε το στόμα της από το δικό του. Τον κοίταξε και του είπε:

-Είναι το τελευταίο, πρέπει να το προλάβουμε.

Με τα σακίδια στα χέρια στρίψανε στην μεγάλη λεωφόρο και τρέξανε προς την στάση. Το λεωφορείο της γραμμής ερχόταν με ιλλιγγιώδη ταχύτητα από πίσω τους. Τα παιδιά κάναν αστεία και πειράζαν το ένα το άλλο καθώς τρέχανε. Λίγα λεπτά αργότερα έμπαιναν λαχανιασμένα μέσα στο όχημα.

Ο δεκαοχτάχρονος έκανε νόημα στην φίλη του και πήγαν και κάθησαν σε μια από τις πίσω θέσεις. Το λεωφορείο δεν ξεκινούσε όμως, παρ’ όλο που όλοι οι επιβάτες είχαν εισέλθει εντός του.

Ο οδηγός με το παχύ μουστάκι κοίταξε από τον καθρέφτη του το νεαρό ζευγάρι πριν φέρει τον ασύρματο κοντά στο στόμα του και δώσει την θέση του.

Μια ηλικιωμένη κυρία που καθόταν δίπλα στο ζευγάρι φώναξε:

-Οδηγέ θα ξεκινήσουμε; μπήκαμε όλοι.

Ο μουστακαλής τριανταπεντάρης δημόσιος υπάλληλος δεν μίλησε.

Ένας συνομήλικος του επιβάτης παρενέβη.

-Οδηγέ, γιατί δεν ξεκινάμε, υπάρχει κάποιο πρόβλημα;

-Τι πρόβλημα έχετε κύριε; απάντησε με άγριο ύφος ο οδηγός.

-Εγώ κανένα. Απλά ρωτάω γιατί δεν ξεκινάμε; Θέλουμε να πάμε σπίτια μας.

-Και γω θέλω να πάω σπίτι μου κύριε. Με περιμένουν η γυναίκα μου και τα δυο παιδιά μου, απάντησε ο οδηγός.

Εκείνη την ώρα δύο μεγαλόσωμοι με πολιτικά μπήκαν τρέχοντας στο λεωφορείο από την μεσαία πόρτα και κατευθύνθηκαν προς την μεριά των παιδιών. Ο οδηγός σηκώθηκε από την θέση του και πλησίασε και αυτός τα παιδιά.

-Αυτοί είναι; Ρώτησε ο ένας από τους ελεγκτές.

Ο οδηγός σχεδόν μούγγρισε και αμέσως έριξε μια σφαλιάρα στον δεκαοχτάχρονο νεαρό.

-Τι βαράς ρε πούστη; Αντέδρασε αμέσως ο νεαρός που πήγε να σηκωθεί αλλά ο δεύτερος ελεγκτής, ο αμίλητος τον έσπρωξε αμέσως.

Ο πρώτος ελεγκτής έκανε νόημα στον οδηγό.

-Εσύ τράβα μπροστά και ξεκίνα.

Ο οδηγός υπάκουσε. Μετά γύρισε και κοίταξε τον δεκαοχτάχρονο.

-Εισητήρια; τον ρώτησε.

-Κοιτάξτε, είμαι άνεργος και γω και ο πατέρας μου. Δεν έχουμε λεφτά για φαϊ σπίτι.

-Εγώ άλλο σε ρώτησα. Εισητήρια; του ‘πε ανεπηρέαστος ο ελεγκτής και του ρίξε μια μπουνιά.

b2ap3_thumbnail_s.jpgΟ πιτσιρικάς πήγε να σηκωθεί και να αντιδράσει αλλά οι δυο ελεγκτές τον άρπαξαν και σέρνοντάς τον, τον έριξαν στο πάτωμα του λεωφορείου. Την ώρα εκείνη ο οδηγός ξεκινούσε το όχημα ενώ οι ελεγκτές ξεκινούσαν να κλωτσάνε τον πιτσιρικά.

Η κοπέλα του πιτσιρικά είχε σηκωθεί και τους χτυπούσε με τα χεράκια της αναγκάζοντας τον έναν ελεγκτή να γυρίσει και να της αστράψει μια σφαλιάρα που την έκανε να χτυπήσει το κεφάλι της στο τζάμι και να πέσει λιπόθυμη κάτω.

Το λεωφορείο διέσχιζε την πόλη ενώ οι δυο ελεγκτές συνέχιζαν να χτυπάνε με κλωτσιές τον δεκαοχτάχρονο.

-Λεφτά να φάτε δεν έχετε, αλλά μου θέλες και μουνί ε; φώναζε ο ένας.

-Θα σε τελειώσουμε ρε αλήτη, συμπήρωνε ο άλλος.

Οι επιβάτες αρχικά παρακαλούσαν τους ελεγκτές να σταματήσουν.

Η ηλικιωμένη κυρία σηκώθηκε και προσφέρθηκε να πληρώσει αυτή το εισητήριο.

-Κράτα τα λεφτά σου μαντάμ, ούρλιαξε ο πρώτος ελεγκτής.

Τότε σηκώθηκε ο τριανταπεντάχρονος επιβάτης και τους πλησιάσε φωνάζοντας.

-Αρκετά, θα φωνάξω την αστυνομία τώρα! είπε και προσπάθησε να βγάλει από το σακάκι του το κινητό του.

Ο λιγομίλητος δεύτερος ελεγκτής τον πλησίασε και του άρπαξε την συσκευή την οποία και έσπασε πετώντας την με δύναμη κάτω.

Ο τριανταπεντάχρονος τον έπιασε από τον γιακά ενώ και ο δεύτερος ελεγκτής παράτησε τον αιμόφυρτο πιτσιρικά και πλησίασε να βοηθήσει τον συνάδελφο του στην συμπλοκή με τον επιβάτη.

Ο δεκαοχτάχρονος μισολιπόθυμος σύρθηκε ως το μέρος που ήταν η φίλη του.Της μίλησε:

-Αθηνούλα;

Αυτή άνοιξε τα μάτια και τον κοίταξε.

Σηκώθηκαν με δυσκολία οι δυο τους και πλησιάσαν προς την πόρτα.

-Μόλις σταματήσει στην στάση πηδάμε έξω και τρέχουμε, της ψιθύρισε αλλά ο ένας ελεγκτής τους άκουσε και γύρισε. Κινήθηκε προς το μέρος τους ενώ ο δεύτερος φώναξε στον οδηγό.

-Μην σταματάς πουθενά. Άνοιξε την πίσω πόρτα και μην σταματάς πουθενά.

Μετά παράτησε τον τριανταπεντάχρονο κάτω στο έδαφος και πλησίασε και αυτός το ζευγαράκι.

-Να πηδήξεις δεν ήθελες πιτσιρίκο; Φώναξε ο πρώτος ελεγκτής καθώς η πόρτα άνοιγε εκείνη την ώρα.

-Να πα να γαμηθείς φασίστα! του φώνανε ο πιτσιρικάς.

b2ap3_thumbnail_to_catch_the_bus_by_Tesoulin.jpgΟ ελεγκτής μαζί με τον συνάδελφο του άρχισαν να τον χτυπάνε μπουνιές και κλωτσιές. Ο δεκαοχτάχρονος έχασε την ισσοροπία του, παραπάτησε στα σκαλιά της εξόδου και το σώμα του έπεσε έξω από το κινούμενο όχημα

Οι ελεγκτές τώρα γύρισαν και κοίταξαν την Αθηνούλα. Κινήθηκαν προς το μέρος της.

Οι επιβάτες φώναζαν «φονιάδες, δολοφόνοι», «σταματήστε το λεωφορείο τώρα!»

Ο οδηγός έκοψε ταχύτητα και η Αθηνούλα έτρεξε με φόρα και πήδηξε έξω. Κουτρουβάλησε δυο φορές στο οδόστρωμα αλλά σηκώθηκε αμέσως όρθια. Κατευθυνθήκε προς τα πίσω, στο σημείο που ρίξανε το αγόρι της.

Από πίσω της τρέχανε οι δυο ελεγκτές. Αντίκρυσε τον δεκαοχτάχρονο νεκρό μέσα σε μια λίμνη αίματος. Ούρλιαξε.

Οι δυο ελεγκτές πλησιάζαν. Ο ένας έβγαλε σουγιά. Ο αλλός τον κοίταξε απορημένος.

-Αν δεν της κλείσουμε το στόμα πάμε μέσα ισόβια.

Η κοπελιά είδε τον σουγιά. Σάσιστε προς στιγμήν. Κοίταξε αριστερά και δεξιά της και χώθηκε τρέχοντας σε ένα στενό. Οι δυο ελεγκτές την πήραν στο κατόπι. Στο σκοτεινό στενό υπήρχε μα κόκκινη γραμμή στο δρόμο, μόλις η πιτσιρίκα την πέρασε ο ελεγκτής συγκράτησε τον συνάδελφο του.

-Βαγγέλη! σταμάτα.

-Τι έπαθες;

-Μπήκε στην Ιθώμη, του ‘πε ο Στέλιος και συμπήρωσε, μόνο μπάτσοι μπορούν να μπουν εκεί.

Ο Βαγγέλης άρχισε να φωνάζει και να ουρλιάζει.

-Αν μιλήσει την βάψαμε.

-Εκτός από την κοπέλα είναι και οι επιβάτες.

Ο Βαγγέλης έβγαλε το κινητό του τηλέφωνο, αφού πήρε μερικά νούμερα το έφερε στο αυτί του.

-Νίκο, ο Βαγγέλης είμαι, έχω πρόβλημα.

Όταν το έκλεισε κοίταξε τον Στέλιο.

-Ο γαμπρός μου είναι μπάτσος, είπε θα κανονίσει αυτός τους επιβάτες. Θα τσεκάρει τι δάνεια έχουν και θα τους απειλήσει πως αν δεν πουν αυτά που θέλουμε θα φροντίσει να τους “τρέξει”.

-Και η μικρή;

-Θα πρέπει να την βρούμε εμείς. Θα βοηθήσει και αυτός όσο μπορεί.

 

 

Κεφάλαιο 2

{"video":"https://www.youtube.com/watch?v=bF8jNbWPusQ","width":"800","height":"450"}

b2ap3_thumbnail_ghetto_by_bleedinghitman-d5oi52f.jpgΜέσα στην Ιθώμη η νύχτα άπλωνε το πέπλο της. Το ψιλόβροχο εδώ δεν σταματούσε σχεδόν ποτέ. Ήταν η ώρα που οι άστεγοι ξεκινούσαν την μάχη με το κρύο, η ώρα που οι νεόκοποι νταβατζήδες και πρεζέμποροι ξεκινούσαν την δουλειά τους. Αυτή την ώρα έβγαιναν οι ιερόδουλες στην αναζήτηση ενός ξεροκόμματου για ακόμη μια νύχτα. Φωτιές καίγανε σε κάθε γωνία του δρόμου ενώ οι ρακοσυλλέκτες επέστρεφαν από την αναζήτηση πολύτιμων υλικών στα σκουπίδια όλη μέρα.

Η Αθηνούλα προχωρούσε ανάμεσα στους μόνιμους κάτοικους του γκέτο της Αιθερίας.

Κάποια στιγμή μέσα στη μέση του δρόμου έχασε τις αισθήσεις της και λιποθύμησε. Όταν ξύπνησε αντίκρυσε το βλέμμα του Βολόντια. Τρόμαξε. Αυτός την καθυσήχασε με ένα νεύμα του.

-Ηρέμησε, της είπε, λιποθύμησες στο δρόμο και σε βρήκε ο Λευτέρης.

Η Μπέσα την πλησίασε και της πρόσφερε μια κούπα με ζεστό τσάι.

Η Αθηνούλα το χτύπησε με δύναμη ρίχνοντας το κάτω και σπάζοντας το. Μετά ξέσπασε σε ουρλιαχτά και κλάμματα ανάκατα.

Ο Παυσανίας τους πλησίασε και με ηρεμία είπε:

-Είναι σε κατάσταση σοκ.

Λίγα λεπτά αργότερα στην στέγη ενός κτιρίου ο Βολόντια κοιτούσε την Ιθώμη να απλώνεται κάτω του. Ο Λευτέρης πλησίασε πίσω του

-Τι έμαθες; τον ρώτησε.

Ο Λευτέρης δίστασε λίγο. Μετά έφτιαξε την τραγιάσκα του πριν μιλήσει και του διηγηθεί το περιστατικό με το λεωφορείο και τους ελεγκτές.

-Θέλει ψυχολογική υποστήριξη, του είπε ο Βολόντια.

-Πρέπει να μείνει ζωντανή πρώτα.

Ο Βολόντια γύρισε και τον κοίταξε απορημένος.

-Οι ελεγκτές και ένας μπάτσος φίλος τους την ψάχνουν να της κλείσουν το στόμα.

-Είναι σίγουρο;

Ο Λευτέρης ξεφύσησε.

-Αν μιλήσει το κορίτσι θα ‘ναι δύσκολο να καλυφτεί δικαστικώς το έγκλημα. Ακόμα και τα χειρότερα καθεστώτα θέλουν να κρατάνε τα προσχήματα.

-Μόλις μας δώσανε ένα πρόσχημα να τους ξεμπροστιάσουμε.

-Πρέπει να μιλήσουμε με τη Μπέσα και τον Παυσανία πρώτα.

-Το γρηγορότερο.

Εκείνη την ώρα ακούστηκε φασαρία κάτω στον δρόμο.

b2ap3_thumbnail_acbc9570a8fadb2a065695a9ca7b7cc6.jpg

Οι δυο άντρες κοίταξαν από την ταράτσα. Δέκα μαύρα τζιπάκια με φιμέ τζάμια εισέρχοταν στην γειτονιά. Κύκλωναν την πιάτσα με τους πρεζέμπορους και τους νταβατζήδες. Μπράβοι βγαίνανε από μέσα κρατώντας ότι πιο σύγχρονο σε βαρύ και ελαφρύ οπλισμό.

Ο Νίκος, ο αστυνομικός γαμπρός του Βαγγέλη βγήκε τελευταίος από το τζιπάκι με τους δυο ελεγκτές να τον ακολουθούν.

Κοίταξε τον υπόκοσμο της περιοχής και έβγαλε μια φωτογραφία από την τσέπη του.

-Ακούστε καλά. Θα το πω μόνο μια φορά. Ποιος έχει δει αυτή την κοπέλα;

Κανείς δεν μίλησε.

-Οι ανώτεροί μου διαβεβαιώνουν πως θα υπάρξει αμοιβή για όποιον μας δώσει επαρκή στοιχεία.

Ένας μαύρος νταβατζής κινήθηκε με αργές κινήσεις προς ένα σκοτεινό στενάκι. Ο Νίκος τον ακολούθησε μόνος του.

-Σ’ ακούω Τανζανέ, του είπε.

Ο Λευτέρης κοίταξε τον Βολόντια.

-Ο Τανζανός, η ντροπή της φυλής του.

-Τον ξέρεις;

-Τον κατηγόρησα μια φορά για ρουφιάνο παλιά αλλά δεν είχα στοιχεία. Αλλά το ξέρω πως είναι. Την μικρή που την έχετε;

-Σε ένα άδειο σπίτι στα βόρεια. Την πήγε εκεί η Μπέσα.

-Σε λίγο οι μπράβοι θα ‘ναι εκεί. Ο Τανζανός κάτι θα ξέρει για να τράβηξε τον μπάτσο στο στενό. Τρέχα και παρ’ τες από εκεί.

-Και συ;

Ο Λευτέρης γλιστρούσε από στέγη σε στέγη ώσπου έφτασε στην ταράτσα ενός κτιρίου. Από κει παρακολουθούσε την κουβέντα του Τανζανού με τον Νίκο.

-Την έχουν κάτι φαντασμένοι στα βόρεια, είπε ο Τανζανός και έδωσε ένα χαρτάκι στον Νίκο, εδώ είναι η διεύθυνση.

Ο Νίκος το κοίταξε. Μετά σήκωσε το κεφάλι και τον αντίκρισε.

-Θα φροντίσω να πάρεις καλή αμοιβή σκατόμαυρε.

-Από ένα ναζί σαν εσένα δεν θέλω λεφτά. Θέλω να μου δώσεις δύναμη.

Ο Νίκος τον κοίταξε απορημένος και ο Τανζανός συνέχισε:

-Να βγάλεις από την μέση τον ανταγωνισμό στην πιάτσα. Για σένα θα ‘ναι εύκολο. Και μην ανυσηχείς… εγώ εδώ είμαι, είπε και του έκλεισε το μάτι.

Ο Νίκος χαμογέλασε και έφυγε. Πλησίασε στα τζιπάκια και φώναξε στους μπράβους:

-Την βρήκαμε, φεύγουμε!

 

Κεφάλαιο 3

{"video":"https://www.youtube.com/watch?v=V_9m4n-X0H8","width":"800","height":"450"}

b2ap3_thumbnail_8b511d5301488e465911f524df3ce8b9-d3j582v.jpgΤην ώρα που βγαίνανε από το σπίτι ο Βολόντια με την Μπέσα και την Αθηνούλα πλησιάζαν τα δέκα τζιπάκια. Ένας από τους μπράβους πήδησε έξω και με το ούζι του άρχισε να πυροβολεί. Ο Βολόντια τράβηξε το πιστόλι του και του έριξε τρεις φορές σωριάζονταν τον κάτω. Κοίταξε μετά τα κορίτσια και φώναξε:

-Τρέξτε!

Η Μπέσα τον πλησιάσε.

-Δεν μπορείς να τα βάλεις μόνος σου με όλους αυτούς.

-Είπα τρέξτε!

-Παρά τα όσα λέει ο λαός δεν είσαι άγιος.

-Είπα ποτέ πως είμαι; Θα τους καθυστερήσω Μπέσα και θα έρθω ξοπίσω σας. Τώρα τρέξτε!

Η Μπέσα αγκάλιασε την Αθηνούλα και ξεκίνησαν τα τρέχουν.

Ο Βολόντια έβγαλε τα δυο του πιστόλια και τα άδειασε χωρίς ιδιαίτερα αποτελέσματα προς τα τζιπ.

Οι μπράβοι βγαίνανε έξω με τα ούζι στα χέρια.

Πριν αρχίσουν να πυροβολούν ο Βολόντια τράβηξε από τη ζώνη του δυο βόμβες καπνού και τις πέταξε προς τους διώκτες της Αθηνούλας. Όταν διαλύθηκε ο καπνός ο Νίκος βγήκε από το τζιπ. Κοίταξε αριστερά και δεξιά. Μετά στράφηκε προς τον Βαγγέλη.

-Τι είναι αυτό το κορίτσι;

-Ένα απλό ροκ πουτανάκι, απάντησε ο Βαγγέλης.

Ο Νίκος νευρίασε.

-Το ροκ πουτανάκι σου απ΄ ότι φαίνεται το προστατεύει επαγγελματίας. Γιατί ένας επαγγελματίας να προστατέψει ένα ρoκ πουτανάκι ηλίθιε;

-Δεν ξέρω, Νίκο, ελικρινά.

Ο αστυνόμικός κοίταξε τους μπράβους.

b2ap3_thumbnail_SWAT_by_blackpoint.jpg

-Ξαμολυθείτε σε όλη την Ιθώμη να τους βρείτε. Δώστε σήμα στους δικούς σας να αποκλείσουν την γειτονιά. Κανείς δεν μπαίνει κανείς δεν βγαίνει και φέρτε το γαμημένο λαπ-τοπ μου!

Ο Στέλιος ρώτησε τον Νίκο:

-Το λαπ-τοπ τι το θες;

-Να μπω στα αρχεία της υπηρεσίας μας, να δω αν υπάρχει κάτι για το ροκ πουτανάκι του Βαγγέλη.

-Μα δεν μπορεί να ήταν κάποιοι σημαντικοί αυτή και ο γκόμενος της.

-Τότε πως εξηγεις το γεγονός πως την προστατεύει επαγγελματίας; Αυτοί οι άνθρωποι για να κάνουν ότι έκανε αυτός παίρνουν ένα κάρο λεφτά.

-Αυτός το κάνει δωρεάν, ακούστηκε η φωνή ενός εικοσιπεντάχρονου κουτσού καμπούρη άστεγου.

Ο Νίκος ακούμπησε το λαπ-τοπ του στο καπό της μηχανής του τζιπ και πλησίασε τον εικοσιπεντάχρονο.

-Γιατί να το κάνει τζάμπα ενώ μπορεί να πάρει λεφτά;

-Γιατί είναι άγιος!

-Άγιος;

Ο εικοσιπεντάχρονος κούνησε το κεφάλι του.

-Και έχει όνομα αυτός ο Άγιος καμπούρη;

-Βολόντια. Ο Άγιος Βολόντια.

-Και που μπορώ να τον βρω;

-Αυτό θα σου κοστίσει αφεντικό.

-Θες λεφτά;

-Έχω πολύ καιρό να δω λεφτά αφεντικό και ένας άνθρωπος σαν εμένα έχει ανάγκες.

Ο Νίκος έβγαλε ένα μάτσο χαρτονομίσματα από την τσέπη του.

-Φτάνουν αυτά;

Ο εικοσιπεντάχρονος τα έπιασε και χαμογέλασε σαν παιδί.

-Προς τα πού πήγε ο Άγιος σου;

-Τους άκουσα να λένε πως πρέπει να βγουν έξω από την Ιθώμη ως το χάραμα.

{"video":"https://www.youtube.com/watch?v=Q1T9ZvXab3w","width":"800","height":"450"}

Ο Νίκος έβγαλε από την τσέπη του σακακιού του ένα πιστόλι.

-Θα τον σκοτώσεις αφεντικό; ρώτησε ο εικοσιπεντάχρονος.

-Ναι, είπε ο Νίκος και πυροβόλησε τον κουτσό καμπούρη που σωριάστηκε αμέσως κάτω νεκρός με τα λεφτά στα χέρια.

Ο Νίκος περπάτησε ως το αμάξι. Ο Στέλιος πλησίασε τον καμπούρη και έσκυψε να πάρει τα λεφτά. Ο Νίκος χωρίς να γυρίσει αλλά κοιτώντας τον από το τζάμι του αμαξιού πυροβόλησε στο έδαφος στο σημείο που ήταν τα λεφτά. Ο Στέλιος κοντοστάθηκε.

-Γάμα τα λεφτά.

-Μα είναι μια περιουσία, αποφάνθηκε ο Στέλιος.

-Για πολύ λιγότερα εμείς σκοτώσαμε άνθρωπο σήμερα, συμπλήρωσε ο Βαγγέλης.

Ο Νίκος τους πλησιάσε αγριεμένος.

-Αν δεν ήσουν γαμπρός μου Βαγγέλη θα σου λέγα κατάμουτρα πως είσαι ένας ηλίθιος, αλλά είσαι γαμπρός μου και δε στο λέω, μετά σημάδεψε το μάτσο με τα χαρτονομίσματα και έριξε μια σφαίρα ανοίγοντας στο μάτσο μια τρύπα.

-Τώρα είναι άχρηστα. Πάμε να βρούμε το κορίτσι και αυτόν τον Άγιο.

 

Κεφάλαιο 4

{"video":"https://www.youtube.com/watch?v=pBsQVP-Olmw","width":"800","height":"450"}

b2ap3_thumbnail_1555368_317539511762092_1296665596335106749_n.jpgΟ Βολόντια, η Μπέσα και η Αθηνούλα προχωρούσαν μέσα στα βρεγμένα στενά της Ιθώμης με γρήγορο βήμα. Την ίδια στιγμή γύρω από την συνοικία-γκέτο αναπτυσσόταν μπράβοι και αστυνομικοί δημιούργωντας μια αδιαπέραστη περίμετρο.

Ο Νίκος με τους δυο ελεγκτές κινούταν με το τζιπ τους ψάχνοτας για την Αθηνούλα. Από πίσω τους ακολουθούσε μια πομπή από άλλα τέσσερα τζιπ γεμάτα με πάνοπλους μπράβους.

Κάποια στιγμή από το πίσω κάθισμα ο Νίκος έβγαλε από την τσέπη του το κινητό του και πληκτρολόγησε μερικά νούμερα. Στην βίλα του νεαρού Σενιορίτο-φονιά των τραβεστί ο πλούσιος πατέρας, σήκωνε το τηλέφωνο.

-Τους ακουμπάμε, ψιθύρισε ο Νίκος.

Ο πατέρας του νεκρού σενιορίτο, ξεφύσησε χωρίς να μιλήσει.

-Θέλω αυτόν και την ομάδα του! Νεκρούς ή ζωντανούς δεν με νοιάζει, είπε τελικά.

-Κύριε Γεωργίου; ρώτησε ο Νίκος, την κοπέλα τι να την κάνουμε;

-Ότι καταλαβαίνετε, απάντησε ο Γεωργίου και έκλεισε απότομα το τηλέφωνο. Έμεινε για μερικά λεπτά σκεφτικός στο γραφείο του. Όταν σήκωσε το βλέμμα του αντίκρυσε τον μεγάλο του γιο να τον παρατηρεί.

-Μπορώ να στείλω τους Σενιορίτος πατέρα, του είπε.

Ο Γεωργίου κούνησε αρνητικά το κεφάλι του πριν απαντήσει.

-Όχι, όχι. Αυτή την στιγμή ίσως θα ‘ταν λάθος Βίκτωρα.

-Και τι προτείνεις; Να μείνουμε με σταυρωμένα τα χέρια;

-Αυτό ακριβώς. Θα μείνουμε εδώ όλο το βράδυ και θα περιμένουμε τα νέα από την Ιθώμη. Παρ’ όλα αυτά θέλω να θέσεις σε επιφυλακή κάποιους Σενιορίτος που θα σου πω, για παν ενδεχόμενο.

{"video":"https://www.youtube.com/watch?v=OOl-diNxEys","width":"800","height":"450"}

Ο Λευτέρης κάπνιζε μπροστά στο σημείο που κάποτε ορθώνονταν μια «συστοιχία» πολυκατοικιών. Κοιτούσε τα συντρίμια σκεφτικός. Οι σκέψεις του διαλύθηκαν όταν είδε από μακριά να πλησιάζουν τρέχοντας ο Βολόντια με την Μπέσα και την Αθηνούλα.

-Δύσκολα τα πράματα, είπε στον Βολόντια.

-Τι έχουμε;

-Μπάτσοι και μπράβοι του καθεστώτος έχουν κυκλώσει όλη την γειτονιά. Δεν μπαίνει και δεν βγαίνει τίποτα.

Ο Βολόντια κοίταξε τριγύρω του σκεφτικός. Μετά πλησίασε έναν κάδο σκουπιδιών και τον κλώτσησε ρίχνοντάς τον κάτω.

-Κανείς καμιά ιδέα; φώναξε.

Οι υπόλοιποι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους.

-Μπορώ να προτείνω εγώ κάτι, ακούστηκε από την απέναντι πλευρά η φωνή του Τανζανού.

Ο Βολόντια σήκωσε το κεφάλι του και αντίκρυσε τον νταβατζή να τους πλησιάζει συνοδεία πέντε ενόπλων μελών της συμμορίας του.

-Έλεγα να τον τιμωρήσω αργότερα, όταν θα τέλειωναν όλα αυτά, ψιθύρισε ο Λευτέρης, αλλά τώρα με διευκολύνει πολύ.

-Δεν ξέρω αν το πρόσεξες αλλά κρατάνε όπλα, απάντησε επίσης ψιθυριστά η Μπέσα.

Η Αθηνούλα βαριανάσαινε και κοιτούσε όλο αγωνία τον Βολόντια.

-Μη με κοιτάς έτσι φιλενάδα, μάλλον την πατήσαμε, της είπε.

-Δεν μπορεί, απάντησε η κοπελίτσα, κάποια λύση θα υπάρχει.

Ο Τανζανός χαμογελούσε καθώς πλησίαζε και άλλο με τα τσιράκια του.

-Μια λύση για να σπάσετε τον αποκλεισμό της Ιθώμης και να ξεφύγετε θα ήταν να χρησιμοποιήσετε τους υπονόμους που οδηγούν στο κέντρο της Αιθερίας.

-Πως δεν το σκέφτηκες εσύ αυτό; ψιθύρισε η Μπέσα στον Λευτέρη.

-Το σκέφτηκα, της απάντησε ψιθυριστά , αλλά δεν το πρότεινα

-Χαζός είσαι;

-Όχι. Απλά φοβάμαι τα ποντίκια και εκεί κάτω έχει από δαύτα.

-Προτιμάς να πεθάνουμε παρά να δεις ποντίκια;

Ο Λευτέρης κούνησε στο πλάι το κεφάλι του.

Ο Τανζανός συνέχιζε τον μονόλογο του:

-Αναρωτιέμαι πως θα ξεφύγετε όμως από αυτή την κατάσταση; Μπορώ βέβαια να σας βοηθήσω εγώ. Το καθεστώς μου δίνει πολλά για τα κεφάλια σας. Αν εσείς δώσετε περισσότερα ίσως και να σας βοηθήσω.

Ο Λευτέρης έφτιαξε την τραγιάσκα του και τον πλησίασε.

-Τι ζητάς; τον ρώτησε.

Ο Αφρικάνος χαμογέλασε αποκαλύπτωντας τα κατάλευκα δόντια του πριν απαντήσει.

-Τα πάντα!

Ο Λευτέρης χαμογέλασε και αυτός πριν φέρει τα δάχτυλα στο στόμα του και σφυρίξει.

Αμέσως μετά από τα γύρω στενά άρχισαν να εμφανίζονται καμιά τριανταριά αφρικανοί με παλούκια στα χέρια. Ο Τανζανός κοίταξε σαστισμένος τριγύρω του.

-Η περίπτωση σου νταβατζάκο με απασχόλησε ιδιαίτερα σήμερα το βράδυ. Ήρθες φτωχόπαιδο από την χώρα σου. Πείνασες, βίωσες τον ρατσισμό των δικών μας, σε εκμεταλλεύτηκαν και μόλις βρήκες μια τρύπα στο σύστημα χώθηκες για να ξεφύγεις από όλα αυτά. Στην αρχή πουλούσες ναρκωτικά στους δικούς σου ανθρώπους, μετά άρχισες να εξεδίδεις τις νεαρές συμπατριώτισσές σου. Αργότερα, όταν μεγάλωσαν οι δουλειές σου χάραξες δυο-τρεις από αυτές γιατί θεώρησες πως σε κλέβουν. Πριν τρία χρόνια σκότωσες και έναν συμπατριώτη σου επειδή αρνήθηκε να σου παραχωρήσει την κόρη του που την ήθελες για πόρνη, καλά θυμάμαι; Σου είπα, η περίπτωσή σου με απασχόλησε ιδιαίτερα και από ότι φαίνεται απασχόλησε και τους συμπατριώτες σου ιδιαίτερα όλα αυτά τα χρόνια.

-Κρατάμε όπλα και εσείς μερικά κομμάτια ξύλο, απάντησε ο Τανζανός.

-Και πόσους να σκοτώσεις με τα όπλα σου; Απάντησε ένας από τους αφρικανούς που πλησιάζαν με τα παλούκια στα χέρια.

Την ίδια στιγμή ο Βολόντια και η Μπέσα τραβούσαν τα πιστόλια τους και σημάδευαν τους μπράβους του Τανζάνου. Ένας από αυτούς πήγε να σηκώσει το ούζι του αλλά δυο σφαίρες από το πιστόλι του Βολόντια τον χτύπησαν κάνοντας το σώμα του να τιναχτεί πριν σωριαστεί νεκρό στο χώμα.

-Πετάξτε τα όπλα σας, φώναξε αμέσως μετά η Μπέσα, αναγκάζοντας τα τσιράκια του Τανζανού να υπακούσουν σκύβοντας και ακουμπώντας τα όπλα τους στο έδαφος.

-Φύγετε τώρα! φώναξε η Μπέσα.

Καθώς τα τσιράκια άρχισαν να τρέχουν μακριά οι Αφρικανοί κύκλωναν τον Τανζανό και ξεκινούσαν να τον χτυπάνε με τα παλούκια.

Ο Βολόντια κοίταξε τον Λευτέρη.

-Ξέρω που είναι οι υπόνομοι αλλά πρέπει να βιαστούμε, απάντησε αυτός, χωρίς καν να τον ρωτήσουν και οι τέσσερίς τους ξεκίνησαν να τρέχουν.

Μερικά λεπτά αργότερα το τζιπ του Νίκου σταματούσε στο σημείο όπου κείτονταν σχεδόν μισοπεθαμενός ο Τανζανός. Ο αστυνομικός με τους δυο ελεγκτές βγήκαν από το αυτοκίνητο. Στάθηκαν πάνω από τον αιμόφυρτο νταβατζή.

-Βό…βοήθεια, ψέλλισε με δυσκολία ο Τανζανός.

Ο Νίκος έβγαλε το πιστόλι του. Τον σημάδεψε και του έδωσε την χαριστική βολή. Μετά στράφηκε προς έναν από τους συνεργάτες του και διέταξε:

-Τους στηρίζει η γειτονιά. Δώσε εντολή να γίνει έρευνα σε κάθε σπίτι ξεχωριστά. Επίσης δώσε σήμα να σηκωθεί και το ελικόπτερο για επιτήρηση και έρευνα.

 

Κεφάλαιο 5

{"video":"https://www.youtube.com/watch?v=Dn8-4tjPxD8","width":"800","height":"450"}

b2ap3_thumbnail_concrete_jungle_by_joakimolofsson-d4yx7ua.jpgΜέσα τους υπονόμους της Ιθώμης τέσσερις φιγούρες έτρεχαν με τον Λευτέρη να βλαστημάει κάθε στιγμή που αντίκρυζε έναν ποντικό.

Κάποια στιγμή στο βάθος φάνηκε μια αχτίδα φωτός. Ο Βολόντια τους σταμάτησε.

-Εκεί είναι η έξοδος, τους είπε.

-Τι θα κάνουμε μόλις βγούμε έξω; ρώτησε η Αθηνούλα.

-Πρέπει με ένα τρόπο να σε στείλουμε εκτός Βαλκανίας, απάντησε ο Λευτέρης.

-Εννοείς να την στείλουμε στον Βορρά; ρώτησε η Μπέσα.

Ο Λευτέρης κούνησε το κεφάλι του.

-Υπάρχουν ακόμα στον Βορρά ρώσικες απελευθερώμενες περιοχές, επισήμανε, είναι η μόνη λύση.

-Δύσκολο να φτάσει ως τις πόλεις κράτη της Ουκρανίας, παρενέβη ο Βολόντια, δύσκολο και επικίνδυνο.

-Και τι θα κάνει; Θα κρύβεται; Θα κρύβεται μια ζωή;

-Όσο ήμουν μπράβος του καθεστώτος είχα ακούσει αρκετές φορές για τον “Αριστερό Εισσαγγελέα”, είπε ο Βολόντια.

Ο Λευτέρης με την Μπέσα κοιτάχτηκαν.

-Μας δουλεύεις τώρα; ρώτησε η Μπέσα.

-Καθόλου. Ο τύπος είναι αριστερών πεποιθήσεων αλλά και ικανότατος στην δουλειά του. Ακόμα και σ’ αυτό το καθεστώς πολλές φορές έχει λειτουργήσει με βάση τον ανθρωπισμό του.

-Σώπα! Και αν είναι έτσι τότε γιατί το καθεστώς τον διατηρεί στην θέση του; ρώτησε η Μπέσα.

-Γιατί τον χρησιμοποιεί με άλλους τρόπους. Όπως σας είπα είναι ικανότατος και πανέξυπνος άνθρωπος. Και έντιμος.

Η Μπέσα κοίταξε την Αθηνούλα.

-Δεν νομίζω πως είναι καλή ιδέα. Εσύ τι θέλεις να κάνουμε Αθηνούλα μου;

Η πιτσιρίκα πήρε μια ανάσα πριν απάντησει:

-Δεν θέλω να φύγω από την Αιθερία.

Ο Βολόντια έσκυψε μπροστά της και την έπιασε από τους ώμους.

-Νιώθεις έτοιμη να πας να καταθέσεις;

Η Αθηνούλα κούνησε το κεφάλι της θετικά.

Ο Βολόντια σηκώθηκε όρθιος. Κοίταξε την έξοδο της σήραγγας που αποτελούσε τον υπόνομο της πόλης.

-Έχει ήδη ξημερώσει. Αν υπολογίζω σωστά την απόσταση θα ήμαστε στο γραφείο του “Αριστερού”, σχεδόν την στιγμή που θα φτάνει και αυτός.

-Διαφωνώ με το σχέδιο σας, αλλά πάμε, είπε ο Λευτέρης.

-Εγώ δεν κάνει να εμφανιστώ σε ένα μέρος γεμάτο μπάτσους, επισήμανε ο Βολόντια και συ Λευτέρη θα προδώσεις την κάλυψη σου για το μέλλον. Τα κορίτσια θα μπουν μόνα τους εκεί μέσα. Εμείς θα ήμαστε για κάλυψη κάπου εκεί κόντα. Συμφωνούμε;

Ενώ ολοένα και περισσότερες αχτίδες του ήλιου «εισέβαλαν» θαρρείς μέσα στην σήρραγα οι τέσσερίς τους δώσανε τα χέρια και αγκαλιάστηκαν.

Κεφάλαιο 6

{"video":"https://www.youtube.com/watch?v=nVj9FyuYISg&index=99&list=PLsSlYbBPzFW8ICU8DJcWjO7jtEAP3Nc3M","width":"800","height":"450"}

Η Μπέσα με την Αθηνούλα πέρασαν την εξωτερική είσοδο με το φυλάκιο και εισήλθαν στο επιβλητικό γυάλινο κτίριο. Μερικά λεπτά αργότερα βγήκαν από το ασανσέρ στον πέμπτο όροφο και κατευθύνθηκαν προς το γραφείο του εισαγγελέα. Αστυνομικοί και υπάλληλοι με πολιτικά διέσχιζαν πάνω κάτω τον διάδρομο.

Ο Βολόντια με τον Λευτέρη καθόταν δύο στενά παρακάτω έξω από ένα αμάξι που έκλεψαν πριν μερικά λεπτά για να κατευθυνθούν προς το μέγαρο της εισαγγελίας.

Η Μπέσα άνοιξε την πόρτα και η Αθηνούλα πέρασε μέσα στο γραφείο του εισαγγελέα για να καταθέσει. Τις υποδέχτηκε ένας μοντέρνος νέος που φάνταζε γοητευτικός μέσα στο κοστούμι του. Χαμογέλασε και στις δυο τους πριν φτιάξει τα γυαλιά του με τον κοκκάλινο σκελετό και κάθησε στο γραφείο του. Ακολούθως άνοιξε έναν φάκελο. Για μερικά δευτερόλεπτα έμεινε σκεφτικός και μετά έδωσε εντολή να περάσουν μέσα οι δυο ελεγκτές.

Τις επόμενες δυο ώρες η Αθηνούλα εξετάστηκε κατ’ αντιπαράσταση με τους δυο ελεγκτές. Η Μπέσα περίμενε ακριβώς έξω από το γραφείο του Αριστερού εισσαγγελέα. Απέναντι της ήρθε και έκατσε ο Νίκος. Της χαμογέλασε καθώς την κοιτούσε. Η Μπέσα γύρισε αλλού το κεφάλι της. Ο Νίκος λίγο μετά σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς το ασανσέρ.

Όσο η Αθηνούλα υποβαλλόταν στο μαρτύριο που ονομαζόταν κατάθεση, ο Νίκος μιλούσε στο κινητό του καθώς κατέβαινε το κτίριο.

Η Αθηνούλα διηγούνταν το περιστατικό στο λεωφορείο και ξεσπούσε σε λυγμούς και κλάμματα. Την ίδια στιγμή οι ελεγκτές κατέρριπταν ένα προς ένα όλα τα στοιχεία της κατάθεσής της.

Ο Νίκος βγήκε από το κτίριο της εισσαγγελίας και μπήκε σε μια μερσεντές. Ο Γεωργίου του χαμογέλασε.

-Μόλις βγουν μπορείτε να βγάλετε από την μέση την Αλβανίδα κύριε Γεωργίου.

Ο Γεωργίου κοίταχτηκε με τον γιο του τον Βίκτωρα που βρισκόταν στην θέση του οδηγού.

-Αποφάσισα τελικά να ζήσει η Αλβανίδα, είπε στον Νίκο.

-Και η μικρή; ρώτησε ο Νίκος.

Ο Γεωργίου ξεφύσησε πριν πει:

-Ο πολιτισμός μας στηρίζεται στο κράτος. Το κράτος μας στηρίζεται στον σεβασμό των πολιτών προς αυτό. Οι υπάλληλοι του κράτους δεν πρέπει να είναι αλλά και να δείχνουν αλάνθαστοι. Κάθε μορφή αμφισβήτησης προς το πρόσωπό τους αποτελεί απειλή για το ίδιο μας το κράτος και η μικρή εκεί πάνω διαπράττει αυτό ακριβώς το έγκλημα τώρα που μιλάμε.

Ο Νίκος κούνησε το κεφάλι του και έβγαλε το πιστόλι του. Ο Γεωργίου του έπιασε το χέρι και κούνησε το κεφάλι του αρνητικά.

-Αυτή την δουλειά θα την αναλάβουν οι Σενιορίτος, του είπε, είναι ένας παλιός λογαριασμός που πρέπει να εξοφληθεί.

Η Αθηνούλα τέλειωσε την κατάθεση της. Ο εισαγγελέας δήλωσε πως τα στοιχεία δεν επαρκούσαν για να πάει η υπόθεση της δολοφονίας του φίλου της στο δικαστήριο και με μεγάλη του λύπη έκλεισε τον φάκελο.

Η μικρούλα βγήκε κλαίγοντας και έπεσε με λυγμούς στην αγκαλιά της Μπέσα.

Διέσχιζαν με δυσκολία οι δυο τους τον διάδρομο. Οι αστυνομικοί τις κοιτούσαν και γελούσαν ειρωνικά ενώ μερικοί αναφέρθηκαν σε αυτές με χυδαιότητες. Κάποιοι από τους συγγενείς των ελεγκτών, κυρίως γυναίκες, στο προαύλιο του κτιρίου τις επιτέθηκαν και τις χτύπησαν.Όταν μπήκαν στο κλεμμένο αμάξι αποφάσισαν να πάνε σε μια καφετέρια στο κέντρο της Αιθερίας. Ο Λευτέρης έβαλε μπροστά τον κινητήρα. Μια μηχανή πίστας με δυο άτομα τους ακολουθούσε από απόσταση…

Οι τέσσερίς τους κάθησαν στην καφετέρια . Η Αθηνούλα πότε τους εξιστορούσε τι συνέβη στο γραφείο του εισαγγελέα και πότε ξέσπαγε σε κλάμματα. Η Μπέσα δίπλα της, την αγκάλιαζε και την παρηγορούσε.

Ο Βολόντια καθόταν αμίλητος συλλογιζόμενος. Πόσο λάθος είχε εκτιμήσει τον εισαγγελέα, το σύστημα, το καθεστώς!

Κάποια στιγμή η Μπέσα σήκωσε την Αθηνούλα και κατευθύνθηκαν προς τις γυναικείες τουαλέτες.

Από τα πίσω τραπέζια σηκώθηκε και ένα νεαρό παιδί που φορούσε γυαλιά ηλίου. Πλησιάσε με σίγουρα βήματα προς τις γυναικείες τουαλέτες βγάζοντας ένα πιστόλι με σιγαστήρα. Ανοίγοντας την πόρτα αντίκρυσε τις δυο γυναίκες να κοιτάζονται στον καθρέφτη. Σημάδεψε και πυροβόλησε τρεις φορές. Οι σφαίρες τρυπήσαν την πλάτης της Αθηνούλας που σωριάστηκε κάτω. Η Μπέσα έβγαλε μια στριγγλιά.

Από τα έξω τραπέζια ο Βολόντια με τον Λευτέρη τινάχτηκαν όρθιοι. Τρέξανε προς τις τουαλέτες. Εκείνη την ώρα ο νεαρός Σενιορίτο έβγαινε τρέχοντας από αυτές. Ο Λευτέρης τράβηξε το πιστόλι του. Ο Βολόντια αγνόησε τον πιστολέρο και μπήκε μέσα όπου αντίκρυσε την Μπέσα να κρατάει την 18χρόνη κοπελίτσα μέσα σε μια λίμνη αίματος.

b2ap3_thumbnail_leyterhs.jpgΟ Λευτέρης κυνήγησε μέχρι έξω στον δρόμο τον Σενιορίτο. Πριν ανέβει στην μηχανή τον σημάδεψε και έριξε δυο φορές. Ο οδηγός της μηχανής βλέποντας τον σύντροφο του νεκρό έβαλε ταχύτητα και εξαφανίστηκε.

Στις τουαλέτες ο Βολόντια γονάτισε και έσκυψε πάνω από την Αθηνούλα. Αυτή του χαμογέλασε παρόλο τον πόνο της.

-Μην με κοιτάς έτσι φίλε, την πατήσαμε του είπε.

Ο Βολόντια με δάκρυα στα μάτια της απάντησε:

-Δεν μπορεί κάποια λύση θα υπάρχει.

Η κοπελίτσα έκλεισε τα μάτια της και σταμάτησε να αναπνέει.

Ο Λευτέρης εκείνη την ώρα έμπαινε μέσα στις τουαλέτες.

Ο Βολόντια γύρισε και τον κοίταξε.

 

 

{"video":"https://www.youtube.com/watch?v=eUv4KUlyeto&index=33&list=PLsSlYbBPzFW8ICU8DJcWjO7jtEAP3Nc3M","width":"800","height":"450"}

Το παρόν επεισόδιο αφιερώνεται

στην μνήμη του Θανάση Καναούτη

που σκοτώθηκε από ελεγκτές των αστικών συγκοινωνιών

επειδή απλά δεν είχε λεφτά να πληρώσει για ένα εισιτήριο

{"video":"https://www.youtube.com/watch?v=wYq9vzzyb7E","width":"800","height":"450"}

b2ap3_thumbnail_20150403-212716.PNG

 

η επιμέλεια του κειμένου έγινε από την Μ.Χ.

 

 

 

 

avatar
  Subscribe  
Notify of