Homan Square στο Σικαγο, λειτουργεί ως κέντρο ανάκρισης ανεπίσημα/φωτογραφία Guardian

Από τον Αύγουστο του 2004 μέχρι τον Ιούνιο του 2015, 7185 άνθρωποι οδηγήθηκαν σε ανεπίσημο χώρο διεξαγωγής ανακρίσεων με πρόφαση την κατοχή ναρκωτικών ή άλλων μικροπαραβάσεων, όπου βασανίστηκαν με διάφορα μέσα με στόχο την απόσπαση πληροφοριών από τις αρχές.

Το Homan Square είναι μια παλιά αποθήκη περιφραγμένη με συρματοπλέγματα και εξοπλισμένη με κάμερες που θυμίζει περισσότερο  παραστρατιωτικές εγκαταστάσεις, είπε στην εφημερίδα Guardian ένας δικηγόρος. Όμως εκεί δεν πηγαίνουν οι επικίνδυνοι αλλά άνθρωποι που στην πλειοψηφία τους (5386) αντιμετώπισαν κατηγορίες για κατοχή παράνομων ουσιών: λόγω ηρωίνης το 35% και μαριχουάνας το 22%.

Από τα άτομα που οδηγήθηκαν εκεί, το 82.2% ήταν μαύροι, το 11.8% ήταν Λατίνοι και το 5.5% λευκοί. Η ουσία είναι όμως πως από τον συνολικό αριθμό των 7000 που βρέθηκαν έγκλειστοι εκεί τα τελευταία 11 χρόνια, μόνο 68 άτομα είχαν δικαίωμα επικοινωνίας με το δικηγόρο τους κατά τη διάρκεια της σύλληψής τους.  Ο Κρεγκ Φάτερμαν, καθηγητής νομικής του Πανεπιστημίου του Σικάγο ανέφερε πως αυτό σημαίνει πως »λιγότερο από το 1% είχε πρόσβαση σε νομική βοήθεια, κάτι που από μόνο του είναι αποτρόπαιο».

Το χαμηλό ποσοστό πρόσβασης σε νομική βοήθεια που κυμαίνεται σύμφωνα με τις περσινές στατιστικές στο 0.3%, είναι γενικό φαινόμενο στο Σικάγο. Οι δικηγόροι καταγγέλλουν πως η αστυνομία τους εμποδίζει συστηματικά από το να εισέλθουν σε αστυνομικούς σταθμούς και στο Homan Square. Όμως αυτό που διαφοροποιεί το δεύτερο είναι πως δεν υπάρχουν δημόσια αρχεία καταγραφής προσαχθέντων/συλληφθέντων ούτε τηλέφωνο επικοινωνίας, έτσι ο εντοπισμός ενός ανθρώπου από την οικογένεια ή το δικηγόρο του είναι κάτι πολύ δύσκολο. Ο καθηγητής Φάτερμαν επισήμανε πως »κανείς δεν γνωρίζει εάν κάποιος άνθρωπος βρίσκεται εκεί, αφού εκείνη τη στιγμή είναι απλά εξαφανισμένος».  

Κι ενώ υπάρχουν έγγραφα που καταδεικνύουν πως έχουν γίνει επισκέψεις δικηγόρων σε κάποια άτομα, αρκετοί δεν επιβεβαιώνουν κάτι τέτοιο. Μια ανώνυμη γυναίκα που ανακρίθηκε στο Homan Square για κλοπή, θυμάται πως βρισκόταν εκεί για περίπου δέκα ώρες και πως ένιωθε τρομαγμένη αφού την ανέκριναν μέσα σε κάτι που η ίδια περιέγραψε ως »κλουβί». Παρόλο που δεν της είχε επιτραπεί να επικοινωνήσει με το δικηγόρο της, διάφορα έγγραφα αναφέρουν το αντίθετο. Σύμφωνα με δική της μαρτυρία, μόνο όταν μεταφέρθηκε στα κεντρικά γραφεία όπου έγινε η επίσημη σύλληψή της, μπορεσε να έρθει σε επαφή με το δικηγόρο της.

Την περασμένη Δευτέρα κατατέθηκε μήνυση από τρεις ανθρώπους που βίωσαν την κόλαση του Homan Square.  Οι Atheris Mann, Jessie Patrick και Deanda Wilson κατηγορουν έξι αστυνομικούς και τη δημοτική αρχή για εφαρμογή αντισυνταγματικών μεθόδων καταστολής και βασανισμού.

Ο τριανταεννιάχρονος Γουίλσον βρισκόταν σ’ ένα μικρό μαγαζί απ’ όπου αγόραζε ενα αναψυκτικό όταν την ίδια στιγμή εμφανίστηκε ένας αστυνομικός που του πέρασε χειροπέδες και του έκανε σωματικό έλεγχο. Παρόλο που πάνω του δεν βρέθηκαν ούτε όπλα ούτε ναρκωτικά, ο αστυνομικός τον μετέφερε στο Homan Square. Κατά τη διάρκεια της κράτησής του εκεί δέχτηκε απειλές με μαχαίρι. Ο μπάτσος κρατούσε μαχαίρι στο λαιμό του Γουίλσον και άρχισε να κόβει κομμάτια από τη φόρμα του, όταν ο Γουίλσον ζήτησε να επικοινωνήσει με δικηγόρο. Ο Γουίλσον είχε αρνηθεί να παράσχει πληροφορίες για το εμπόριο ναρκωτικών που επικρατούσε στη γειτονιά του. Ενόσω βρισκόταν στην αποθήκη-χώρο ανάκρισης δεν του είχε επιτραπεί να χρησιμοποιήσει την τουαλέτα και αναγκάστηκε να ουρήσει ενώ φορούσε χειροπέδες.
 
Την ημέρα σύλληψης του Άθερις Μαν και του θετού του γιού Τζέσι Πάτρικ, η τετραμελής οικογένεια είχε μόλις παραλάβει το αυτοκίνητό της από τον μηχανικό και έκαναν σχέδια να πάνε για ντόνατς. Όταν τους σταμάτησε η αστυνομία, ο αστυνομικός ανέφερε στη Λατόνια Γουίλσον, σύζυγο του Άθερις και μητέρα του Πάτρικ, πως »ο ένας από τους δύο θα καταλήξει στη φυλακή». Σύμφωνα με τη μήνυση δεν υπήρχε εύλογη υποψία για τη σύλληψη των δύο αντρών. Μάρτυρας στο περιστατικό ήταν ο τότε δύο ετών γιός της Λατόνια και του Άθερις.

Ο Άθερις και ο Πάτρικ υπέστησαν εκτενείς σωματικούς ελέγχους, κατά τη διάρκεια των οποίων οι αστυνομικοί »έψαξαν παντού» ενόσω οι δύο άντρες ήταν γυμνοί. Τους είχαν δέσει με χειροπέδες το ένα χέρι πάνω στον τοίχο και το άλλο σε κάτι καθίσματα μέσα σε κελιά χωρίς παράθυρα όπου δεν υπήρχε φαγητό, νερό, ούτε τουαλέτα. Οι αστυνομικοί αγνόησαν το αίτημά τους για επικοινωνία με δικηγόρο. Όταν κατά τη διάρκεια της ανάκρισης ο πενηντατετράχρονος Μαν είπε πως δεν γνωριζε τίποτα για εμπορους ναρκωτικών, ένας αστυνομικός τον άρπαξε από το γιακά και άρχισε να απειλεί την οικογένειά του. Έλεγε πως θα συλλάβει τη γυναίκα του, πως θα την έφερνε εκεί και ο ίδιος δεν θα έβλεπε το γιό του να μεγαλώνει, εάν δεν έδινε πληροφορίες γι’ αυτούς που εμπορεύονταν ηρωίνη. Ακόμα χρησιμοποίησαν ένα καταιγισμό από βρισιές, ρατσιστικές προσβολές και απειλές για κατασκευασμένες κατηγορίες εάν ο θετός του γιός δεν έδινε πληροφορίες για παράνομα όπλα. Ο Πάτρικ ρωτήθηκε για όπλα γιατί όπως του είπε ένας αστυνομικός, »εσείς οι μαλάκες βγάζετε περισσότερα λεφτά σε μια μέρα απ’ ότι εγώ». Μετά από 12 ώρες κράτησης μεταφέρθηκαν σε αστυνομικό τμήμα όπου συνελήφθησαν επίσημα.

Παρόμιες μαρτυρίες για πρωκτικούς ελέγχους και δέσιμο με αλυσίδες εμφανίζονται σε άλλες μηνύσεις αλλά και συνεντευξεις της εφημερίδας Guardian.

Η προσφυγή των τριών ανδρών αποτελεί την πρώτη νομική δράση ενάντια στα »αντισυνταγματικά κέντρα κράτησης» καταδικάζοντας την καταστολή που μπορεί να ξεκινά από το Homan Square, αλλά αποτελεί μια γενικευμένη μορφή καταστολής που συγκαλύπτεται από όλη την αστυνομία.

Πιο κάτω ο Έιντζελ Περέζ, που ειχε συλληφθεί αλλά δεν αντιμετώπισε ποτέ καμία κατηγορία, περιγράφει τα βασανιστηρια που υπέστη.

Με έβαλαν μέσα από την πίσω μεριά, ανεβήκαμε σκάλες και φτάσαμε στο δευτερο όροφο. Εκεί έχει μικρά δωμάτια με μεταλλικές πόρτες. Τα δωμάτια είναι κατασκευασμένα από τούβλα, είναι άδεια, δεν υπάρχει τίποτα μαλακό εκεί, μόνο ένα μικρό παγκάκι. Το δωμάτιο που με έβαλαν είχε δύο τραπέζια, σκόρπιες καρεκλες και ένα σωρό από μεταλλικά κομμάτια που νομίζω ανήκαν σε κάποια σπασμένη καρέκλα, αλλά δεν μπορώ να είμαι σίγουρος. Βρίσκονταν ήδη μέσα δύο αστυνομικοί κι άλλοι δύο ακολουθούσαν πίσω μας.

Δεν μου είπαν να κάτσω αμέσως. Νομίζω ο αστυνομικός Εντ ήταν που με κρατούσε και ένας αλλος άρχισε να με τραβά από το μπράτσο λέγοντας »εδωσες αρκετές ευκαιρίες σ’ αυτό το παιδί, πάρ’ τον μέσα, στείλε τον σε περιφερειακή φυλακή. Γάμησε τον, αυτός δεν θέλει να μας βοηθήσει θα μας προκαλέσει προβλήματα, γαμησέ τον». Κάποιος άλλος είπε »ας του περάσουμε αλυσίδες στα πόδια» και τότε κάποιος έφυγε και πήγε να φέρει τις αλυσίδες που μοιάζουν με χειροπέδες με τη διαφορά πως έχουν μακριά αλυσίδα. Μου πέρασαν αλυσίδες στα πόδια και το ένα μου χέρι ήταν με χειροπέδες δεμένο σε ένα πάγκο και το αλλο στα καθίσματα.

Όταν συνέβη αυτό ήμουν ήδη σε κατάσταση σοκ, τα μάτια μου είχαν δάκρυα. Μετά με έσπρωξε σε ένα μεταλλικό στύλο και πίεσε τα δάχτυλα του μέσα στις κόγχες των ματιών μου, λέγοντας »καλά θα κάνεις να γίνεις συνεργάσιμος». Προσποιούνταν πως θα με χτυπούσαν με μπουνιές αλλά δεν με άγγιζαν και στην προσπάθειά μου να αποφύγω τα χτυπήματα χτυπούσα από μόνος μου το κεφάλι μου στον τοίχο πίσω μου. Δεν με χτύπησαν, αλλά φρόντισαν να χτυπήσω από μόνος μου. Μετά μου σήκωσαν το πίσω μέρος της μπλούζας και ένιωσα να περιφέρουν κάτι μεταλλικό και κρύο στην πλάτη μου ξεκινώντας από πάνω.

Τότε ξεκίνησε να λέει πράγματα σεξουαλικού περιεχομένου »Νομίζεις πως είσαι όμορφο αγόρι, όταν πας στη φυλακή θα δεις πως είναι να είσαι πουτανα. Μιλούσε για το πως είναι να διεισδύσει ένας Αφρο-αμερικανός μέσα σου χρησιμοποιώντας τη λέξη »νέγρος» και είπε πως όταν είσαι στη φυλακή και διεισδύσει μέσα σου ένας Αφρο-Αμερικανός νιώθεις σαν να μπαίνει ένα όπλο. Ταυτόχρονα κουνά πάνω στην πλάτη μου το μεταλλικό αντικείμενο δεξιά-αριστερά, μου βγάζει το παντελόνι και μεταφέρει το μέταλλο στο άκρο μου. Τότε ένιωσα κάτι σκληρό και κρύο μέσα μου. Τότε φρίκαρα δεν μπορούσα να μιλήσω, έπαθα κρίση πανικού.

Ζητούσα νερό ή κάτι όμως δεν μπορούσα να αρθρώσω λέξη καθαρά και δεν με καταλάβαιναν, είχα κολλήσει ανάμεσα σε κραυγες. Ο μικρόσωμος Ιρλανδός αστυνομικός επέστρεψε στο δωμάτιο, έβαλε ένα κουρέλι στο στόμα μου και μου είπε να ηρεμίσω, συνέχεια μου έλεγαν να ηρεμήσω. Μετά μου πέταξαν σταγόνες νερά στο πρόσωπο, από το σοκ μου ανέβηκε η αδρεναλίνη και κατάφερα κάπως να επανέλθω και να κατευνάσω τουλάχιστον τους ήχους που έκανα γιατί πάλευα να πάρω ανάσα και ακουγόταν σαν να πνιγόμουν.

Μετά με πήραν στις τουαλέτες όπως βλέπετε στο βίντεο από τις καμερες ασφαλείας. Μου είπαν να καθαριστώ και να φαίνομαι οσο πιο καθαρός και φυσιολογικός γίνεται, γιατί ήμουν γεμάτος δάκρυα. Είχα ήδη τότε συμφωνήσει να συνεργαστώ μαζί τους, απλά για να σταματήσουν, γιατί με απειλούσαν. Πριν γίνει αυτό είχαν απειλήσει πως θα πήγαιναν στους γονείς μου. Ο πατέρας μου εκείνη την εποχή πέθαινε από καρκίνο και το να πάνε να δημιουργήσουν προβλήματα με την οικογένεια, με τον θείο μου… είπαν πως θα ενοχοποιούσαν με ψεύτικα στοιχεία τους γονείς και τους φίλους μου. Όταν άκουσα αυτό για τους γονείς μου, είπα εντάξει θα πω ότι θέλετε.

 

Το άρθρο αποτελείται από πληροφορίες που δημοσίευσε η εφημερίδα Guardian εδώ κι εδώ.

Μετάφραση-επιμέλεια BlackCat

avatar
  Subscribe  
Notify of