Η μεγάλη φωτιά είχε ήδη ανάψει. Ο σώζων εαυτόν, σωθήτω. Το πλήθος στην προκυμαία, το «Και», παρακαλούσε να μπει σε βάρκες για να ανέβει στα πλοία που είχαν αποτραβηχτεί αρόδου.

Μόνος του προσπαθούσε να καταλάβει τί γινόταν, αν θα έβρισκε κάτι. Η οικογένεια μάλλον τον είχε χάσει μέσα σ’ αυτόν τον χαμό. Φοβόταν, είχε πάρει ένα μπογαλάκι με ρούχα κι είχε χώσει στη ζώνη του μια ζωγραφιστή εικόνα – της αγίας Αναστασίας της Φαρμακουλύτριας (έτσι γράφει πάνω κι έτσι την έλεγε κι ο ίδιος) – που πέρναγε από προηγούμενες γενιές πάντα στο τελευταίο παιδί της οικογένειας.

Τον τρόμο στο χαμένο του βλέμμα είδε μια γυναίκα, η κυρα-Βασιλικώ. Ήταν με άλλες γυναίκες και κοντά στην προβλήτα. Φώναξε· «Αχ το παλληκαράκι, δεν θα το αφήσουν!». Έπαιρναν πρώτα (και σχεδόν μόνο) γυναίκες με παιδιά. Η κυρα-Βασιλικώ και οι άλλες γυναίκες έβγαλαν από τα μπογαλάκια τους ρούχα και τον έντυσαν γυναίκα. Χαρτζηλίκωσαν τον βαρκάρη, που κάτι πήρε χαμπάρι, να κάνει ότι δεν είδε.

Πέρασαν με τη βάρκα δίπλα από αμέτρητους άλλους που κολυμπούσαν να φτάσουν στα καράβια. Ανέβηκαν σ’ ένα γαλλικό. Είδε αξιωματικό να χτυπάει με το ξίφος του τα χέρια ενός που σκαρφάλωνε από την άγκυρα να ανέβει. Δεν ξανακοίταξε πίσω, δεν είδε ποτέ την φωτιά και τους καπνούς πάνω από τη Σμύρνη.

Έφτασαν νύχτα στη Χίο. Χάθηκαν με την κυρα-Βασιλικώ στην αποβίβαση. Πήρε το δρόμο περπατώντας με τους άλλους να φτάσει στον πρώτο καταυλισμό προσφύγων.

Έφτασε, έλεγε, σ’ ένα υψωματάκι κι από κάτω ήταν ο καταυλισμός. Σούρουπο, είχαν ανάψει κεριά και ήταν σαν να έβλεπες γρι-γρι σε μια μαύρη θάλασσα από ανθρώπους. Μόνο που δεν ακουγόταν κύμα ή, μάλλον, ακουγόταν: ένα κύμα από πνιγμένα αναφιλητά και η μουρμούρα του κλάμματος, όπως την έφερνε το αεράκι. Από χιλιάδες.

Τρομοκρατήθηκε, γονάτισε κι άρχισε να κλαίει γοερά φωνάζοντας την κυρα-Βασιλικώ. «Εδώ είμαι» άκουσε μια κραυγή από μακριά. Ακολούθησαν τις φωνές τους και βρέθηκαν.

Δεν έμαθα ποτέ τί απέγινε η κυρα-Βασιλικώ. Την ιστορία άλλωστε την έμαθα από την μικρή κόρη του, το τελευταίο από τα έξι παιδιά του, που κληρονόμησε την, ασημωμένη πια, «Φαρμακουλύτρια». Είχε παντρευτεί μια νταρντάνα από το Αϊδίνιο που τη γνώρισε υπηρέτρια σε ένα σπίτι «καθαρόαιμων Ελλήνων» που την κακομεταχειρίζονταν. Είχε εγκατασταθεί σε ένα χωριό που, τότε, οι πατεράδες και οι μανάδες μιλούσαν ιδιαιτέρως αρβανίτικα. Αυτός, αυτή, τα παιδιά τους, τα εγγόνια τους θα ήμαστε πάντα «ξένοι», όπως και κάθε οικογένεια που δεν είχε καταγωγή απ’ το χωριό. Δεν το έλεγαν απαραίτητα με κακία, υπενθύμιζαν όμως τον αόρατο φράχτη σε κάθε ευκαιρία. Κι εγώ ακόμα, τρίτη γενιά στο αρβανιτοχώρι, το άκουσα καναδυό φορές – «α, της Μαρίας του μπαρμπα-Νίκου του ξένου;»

Να μη ξεχάσουμε.

avatar
  Subscribe  
Notify of