Καθώς συμπληρώνονται 13 χρόνια από την εισβολή των ΗΠΑ στο  Ιράκ, οι συνέπειες του πολέμου συνεχίζουν να συσσωρεύονται, από γενιά σε γενιά.

Κι ενώ οι Ιρακινοί εξακολουθούν να ζουν με όσα τους προκάλεσε ο πόλεμος, αυτό δεν είναι το Ιράκ, που οι περισσότεροι από τους ανθρώπους του κάποτε γνώριζαν. Στο άρθρο αυτο Ιρακινοί μιλούν για τα ανεξίτηλα σημάδια που άφησε αυτός ο πόλεμος στη ζωή τους.

«Πριν, κανείς δεν έδινε σημασία στο ποιοι ήταν σουνίτες και σιίτες, αλλά ο πόλεμος τ’άλλαξε όλα αυτά» [Getty Images]
«Δεν έχω ιδέα πώς μοιάζει σήμερα η κόρη μου».

Η Shaimaa, 46 ετών, δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της καθώς εξιστορούσε το πώς η ζωή της άλλαξε μετά την κατοχή που ηγήθηκαν οι ΗΠΑ το 2003. Έχασε πολλούς αγαπημένους της και δεν έχει δει την κόρη της για χρόνια.

Η Shaimaa, η οποία σήμερα ζει στην Ερμπίλ, γνώρισε τον σύζυγό της, τον Ισμαήλ, το 1998. Μέσα σε λίγους μήνες, παντρεύτηκαν. «Η ζωή μας ήταν απλή, αλλά ήμασταν ευχαριστημένοι», θυμάται. «Όχι ούτε στους χειρότερους εφιάλτες μου, δεν θα μπορούσα να έχω φανταστεί, πως όλα θα αλλάξουν μέσα σε λίγα χρόνια».

Λίγο μετά την εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ, ο Ισμαήλ, σιίτης μουσουλμάνος, αποφάσισε να ενταχθεί σε μια πολιτοφυλακή. Στην αρχή, το κράτησε μυστικό, αλλά μια μέρα ήρθε στο σπίτι φορώντας μια στολή.

Η Shaimaa δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να τον πείσει να αποχωρήσει από την πολιτοφυλακή. «Η κόρη μου, η Γιασμίν, ήταν τριών ετών εκείνη την εποχή, ήταν δύσκολο για μένα να βλέπω τον Ισμαήλ να γίνεται μαχητής, αλλά έπρεπε να αποδεχθώ το γεγονός. Δεν μπορούσα να τον αφήσω», είπε.

Το ζευγάρι πέρασε τρία ταραχώδη χρόνια οικογενειακών διαφορών. Το 2006, τα γεγονότα πήραν δραματική τροπή για τη Shaimaa όταν ο αδελφός της, ο Μουσταφά, απήχθη. Τρεις ημέρες αργότερα, βρέθηκε νεκρός σε έναν έρημο δρόμο στη Βαγδάτη.

“Μόλις και μετά βίας  μπορούσαμε να τον αναγνωρίσουμε. Το σώμα του ήταν [πρησμένο], γεμάτο τρύπες. Ήταν φανερό ότι είχε βασανιστεί, πριν τον σκοτώσουν», είπε. Η Shaimaa θρήνησε την απώλεια του νεότερου αδελφού της για πολύ καιρό. Ήταν πολύ δεμένη μαζί του.

Εκείνη την εποχή, το Ιράκ χτυπήθηκε από ένα κύμα θρησκευτικής βίας στο οποίο έχασαν τη ζωή τους χιλιάδες άνθρωποι.

Μόλις τρεις εβδομάδες μετά το θάνατο του αδελφού της, ο Iσμαήλ της είπε, ότι «ο αδελφός της δεν άξιζε κανένα έλεος». Ο βασανισμός και η δολοφονία του έμελλε να αποτελέσει παράδειγμα για όλους τους Ιρακινούς οι οποίοι αντιτίθενται στην κυβέρνηση, είπε.

«Συνειδητοποίησα τότε ότι ο σύζυγός μου είχε κάποια σχέση με τη δολοφονία του Μουσταφά», δήλωσε η Shaimaa, η συνειδητοποίηση αυτή την οδήγησε όπως περιγράφει σε νευρικό κλονισμό. «Ήμουν κλειδωμένη [από το σύζυγό μου] σε ένα δωμάτιο χωρίς τροφή ούτε νερό για μέρες, αλλά το χειρότερο ήταν, όταν ο Ισμαήλ πήρε την Γιασμίν, η οποία ήταν έξι ετών εκείνη την εποχή, για να ζήσει με τη μητέρα και τον πατέρα του».

Η Shaimaa παρακάλεσε τον άντρα της να φέρει την Γιασμίν πίσω στο σπίτι. «Του υποσχέθηκα να μην πω πουθενά τι έκανε. Απείλησε ότι θα πάρει την Γιασμίν μακριά μου. Δεν μπορούσα να την αφήσω». Το 2008, ο Ισμαήλ διέλυσε το γάμο τους και ανάγκασε τη Shaimaa να φύγει από το σπίτι, αλλά κράτησε την κόρη τους.
Η Shaimaa δήλωσε ότι οι ζωές πολλών Ιρακινών άλλαξαν σημαντικά μετά την εισβολή, πριν από την εισβολή ελάχιστη προσοχή δινόταν στο ποιοι ήταν σουνίτες και ποιοι σιίτες, οι μικτοί γάμοι μεταξύ σουνιτών και σιιτών μουσουλμάνων ήταν συνηθισμένο γεγονός.

«Ο σύζυγός μου ήταν ένας καλός άνθρωπος πριν από τον πόλεμο, αλλά η πολιτοφυλακή τον άλλαξε », είπε. «Έγινε ένας σκληρός σύζυγος. Πήρε το παιδί μου μακριά, και δεν μου επιτρέπει να το δω».

Έχουν περάσει  οκτώ χρόνια από τότε που η Shaimaa είδε για τελευταία φορά την κόρη της. «Δεν έχω ούτε μια φωτογραφία της. Δεν ξέρω καν πώς μοιάζει. Είναι 16 ετών».

Κατά καιρούς, η Shaimaa φαντάζεται πως μιλάει στη Γιασμίν: «Έχασα την παιδική ηλικία σου.  Δεν ήμουν εκεί για σένα, όταν με χρειαζόσουν περισσότερο. Έχω προσπαθήσει να σε δω και θα συνεχίσω να προσπαθώ και αν ποτέ συναντηθούμε ξανά, ελπίζω να με συγχωρήσεις ».

«Όσα συνέβησαν σ’εκείνο το καταφύγιο ήταν φρικτά»

Ο Baraa H Ali, 41 ετών, είναι ανένδοτος, δεν θέλει με τίποτα να επιστρέψει στη Βαγδάτη. Οι αναμνήσεις του από την πόλη ως επί το πλείστον περιορίζονται στην εμπειρία της απαγωγής του. “Με απήγαγαν, ταπεινώθηκα και βασανίστηκα για τέσσερις μήνες. Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου να επιστρέφει και πάλι εκεί ή ακόμα και στην Αl-Adhamiyah, όπου μεγάλωσα”.

Ο Αλί, μηχανικός στο επάγγελμα, λέει ότι θα προτιμούσε να μείνει στο Αμμάν της Ιορδανίας, όπου εργάζεται σε μια τοπική ΜΚΟ.

Παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει σχεδόν 11 χρόνια από την απαγωγή του, εξακολουθεί να θυμάται τα πάντα έντονα. «Με πήραν μακριά από το σπίτι μου χωρίς κανένα λόγο. Ένοπλοι άντρες κατέφτασαν στη γειτονιά το βράδυ της 17ης Ιουλίου, 2005. Έκαναν επιδρομή στα σπίτια ψάχνοντας για άνδρες και εφήβους, πήραν όλους όσους μπόρεσαν να βρουν, αφήνοντας μόνο τις γυναίκες και τα παιδιά».

Ο Αλί θυμάται πως τον μετέφεραν σ’ένα κτίριο απέναντι από το Babylon Hotel, όπου κρατήθηκε για τέσσερις μήνες.

Τον είχαν βάλει σε μια υπόγεια φυλακή, την οποία οι φρουροί αποκαλούσαν «Καταφύγιο». Αργότερα μετατράπηκε σε φυλακή al-Jaderiah, αρχικά είχε χτιστεί ως καταφύγιο κατά τη διάρκεια του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν. Ένα μέρος του ήταν πάνω από το έδαφος, αλλά αποτελούνταν επίσης από γραφεία και υπόγειες εγκαταστάσεις.

«Κρατούσαν όλους τους κρατουμένους υπόγεια», δήλωσε ο Αλί. «Μας έβαζαν τρεις ή τέσσερις μαζί σ’ένα δωμάτιο. Δεν είχαμε πρόσβαση σε τουαλέτα. Δεν βλέπαμε το φως το ήλιου και μας έδιναν ελάχιστη τροφή».
Η χειρότερη στιγμή για τον Αλί ήταν, όταν τον φώναξαν οι δεσμοφύλακες, επειδή αυτό σήμαινε ότι θα τον οδηγούσαν σ’ένα από τα δωμάτια ανάκρισης. Ο Αλί κατηγορεί την πολιτοφυλακή Badr, μια σιιτική ομάδα, για την απαγωγή του και για την διαχείριση αυτής της μυστικής φυλακής. Ο ίδιος θυμάται ακόμα τα φρικτά βασανιστήρια που πέρασε: «Με βίαζαν, με βασάνιζαν με ηλεκτροπληξία, με χτυπούσαν για ώρες, και δεν σταματούσαν μέχρι να χάσω τις αισθήσεις. Τα έκαναν όλα αυτά, λόγω της θρησκευτικής μου ταυτότητας…»

Ο Αλί δεν επιδίωξε να δεχτεί ψυχολογική θεραπεία μετά την απελευθέρωσή του. Έφυγε αμέσως για το Αμμάν, υποσχόμενος στον εαυτό του, να μην επιστρέψει ποτέ στο Ιράκ. «Ακόμα δεν μπορώ να κατανοήσω, πώς μπορούν οι άνθρωποι, να κάνουν τέτοια πράγματα ο ένας στον άλλον.  Όσα  συνέβησαν σε εκείνο το καταφύγιο ήταν φρικτά. Ήμουν τυχερός που επιβίωσα. Άλλοι πέθαναν από τα βασανιστήρια ή λόγω ιατρικής αμέλειας».

Τον Νοέμβριο του 2005, οι δυνάμεις κατοχής των ΗΠΑ εισέβαλαν και έκλεισαν την φυλακή Jaderiah, βρίσκοντας 169 κρατούμενους σε σοβαρή κατάσταση. Όλοι είχαν υποστεί βασανιστήρια και υπέφεραν από υποσιτισμό. Κάποιοι αφέθηκαν ελεύθεροι, αλλά η πλειοψηφία μεταφέρθηκε σε άλλα κέντρα κράτησης.

Μετά το κλείσιμο του “Shelter”, ο πρώην ιρακινός υπουργός Εσωτερικών Bayan Jabr Soulagh οργάνωσε μια συνέντευξη Τύπου το 2005, αναγνωρίζοντας ότι όντως υπήρχε η φυλακή Jaderiah, αλλά ισχυρίστηκε, ότι όλοι οι κρατούμενοι ήταν “τρομοκράτες” και οι ανακρίσεις διεξάγονταν με την παρουσία δικαστή.

Το υπουργείο είχε δηλώσει πως θα διεξαγάγει επίσημη έρευνα σχετικά με τους ισχυρισμούς για βασανιστήρια, αλλά καμία επίσημη έκθεση δεν δημοσιοποιήθηκε ποτέ.

Η μαζική δολοφονία ιρακινών ακαδημαϊκών διήρκεσε σχεδόν μία δεκαετία [Getty Images]
«Η κυβέρνηση δεν μπορούσε να προστατεύσει τους φοιτητές»

Ήταν 09:30 π.μ., όταν πολλά αυτοκίνητα έφτασαν σε ένα από τα κτίρια του Υπουργείου Παιδείας του Ιράκ στη Βαγδάτη, στις 11 Νοεμβρίου, 2006. Το κομβόι δεν είχε τίποτε το ύποπτο και οι φρουροί απλώς επίτρεψαν στους ενόπλους άντρες να μπουν μέσα, υποθέτοντας, ότι επισκεπτόταν το υπουργείο κάποιο επίσημο πρόσωπο.
Σύντομα, οι φρουροί βρέθηκαν όλοι με χειροπέδες και τους έβαλαν σε ένα μικρό δωμάτιο μαζί με άλλους υπαλλήλους. Οι ένοπλοι άνδρες, στη συνέχεια εισέβαλαν στα γραφεία και απήγαγαν 150 εργαζόμενους, τους έβαλαν σε λεωφορεία και τους οδήγησαν μακριά.

O Abed Diab Αl-Oujaily,56, o υπουργός Παιδείας κατά τη χρονική στιγμή, θυμάται έντονα τι συνέβη εκείνη την ημέρα.

«Ήμουν στο γραφείο μου όταν δέχτηκα ένα τηλεφώνημα, με το οποίο με πληροφορούσε για την επίθεση ένας από τους υπαλλήλους. Αμέσως κάλεσα τον πρωθυπουργό, Ιμπραχίμ Τζααφάρι, και τον υπουργό Εσωτερικών, Bayan Jabr Soulagh, ελπίζοντας ότι θα μπορούσαν να κάνουν κάτι για να σταματήσουν την επίθεση», δήλωσε ο Oujaily, σημειώνοντας πως την ίδια ημέρα, είχε εκφωνήσει μια ομιλία απαιτώντας άμεση δράση, αλλά «δεν έγινε τίποτα ».

Οι 150 εργαζόμενοι είχαν οδηγηθεί σε μια κατοικημένη περιοχή στη Βαγδάτη, όπως κατέθεσαν μερικοί από τους επιζώντες αργότερα. Οι απαγωγείς χωρίσαν τους απαχθέντες σε ομάδες και έβαλαν κάθε ομάδα σε ένα διαφορετικό σπίτι.

Τριάντα πέντε από τους 150 υπαλλήλους εξακολουθούν να αγνοούνται μέχρι σήμερα. Ο Oujaily λέει ότι δεν μπορεί να ονομάσει την πολιτοφυλακή που πραγματοποίησε την επίθεση. Επιμένει, ωστόσο, ότι «οι ένοπλοι ανήκουν σε μία από τις ομάδες πολιτοφυλακής που ήταν συνδεδεμένες και προστατεύονταν από ορισμένους υπουργούς της τότε κυβέρνησης του Ιράκ».

Αν και πληροφορίες σχετικά με το περιστατικό – που παρέχονται από αυτούς που επέζησαν – είναι διαθέσιμες στο αρχείο του υπουργείου Εσωτερικών, ο Αλί λέει, πως καμία επίσημη έρευνα δεν άνοιξε ποτέ.

Η επίθεση στο υπουργείο Παιδείας δεν ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό. Το 2006, το Ιράκ παρασύρθηκε σ’έναν εμφύλιο πόλεμο μετά τη βομβιστική επίθεση στο ναό αλ-Ασκάρι στη Σαμάρα, έναν από τους ιερούς τόπους για τους ιρακινούς σιίτες. Ένα κύμα βίας ακολούθησε την επίθεση, και η χώρα διαλύθηκε εξαιτίας των φανατικών μαχών.

Δεν υπάρχει επίσημος αριθμός των αμάχων που έχασαν την ζωή τους κατά τη διάρκεια των δύο αυτών ετών. Η Αποστολή Βοήθειας των Ηνωμένων Εθνών για το Ιράκ (UNAMI) εκτιμά ότι περισσότεροι από 2.600 άμαχοι σκοτώθηκαν μεταξύ του Νοεμβρίου και του Δεκεμβρίου του 2006 μόνο.

Οι Ιρακινοί ιδίως της ακαδημαϊκής κοινότηταςς πληρώσαν βαρύ τίμημα. Σύμφωνα με τον Oujaily, ο οποίος διετέλεσε υπουργός Παιδείας από το 2006 ως το 2010, περισσότεροι από 500 ιρακινοί επιστήμονες και ακαδημαϊκοί έχουν δολοφονηθεί από το 2003. «Αυτοί οι ακαδημαϊκοί έγιναν στόχος από ένοπλες ομάδες», είπε ο Oujaily.

Η μαζική δολοφονία των ιρακινών ακαδημαϊκών διήρκεσε σχεδόν μία δεκαετία, με στόχο κυρίως τους ακαδημαϊκους από τη Βαγδάτη, τη Βασόρα και τη Μοσούλη. “Η κυβέρνηση δεν μπορούσε να κάνει τίποτα απολύτως για την προστασία τους, και ως εκ τούτου το Ιράκ έχει χάσει εκατοντάδες από τους καλύτερους ακαδημαϊκούς και επίστημονές του”, δήλωσε ο Oujaily. “Δεκάδες καθηγητές απήχθησαν και βασανίστηκαν και σκοτώθηκαν και τα πτώματά τους, βρίσκονταν στους δρόμους, αυτό οδήγησε σε ένα μεγάλο κύμα μετανάστευσης μεταξύ των επιστημόνων και των ακαδημαϊκών”

Το 2006, ο Oujaily προχώρησε σε αυτό που περιγράφει ως «προσωρινή παραίτηση» από το υπουργικό συμβούλιο και το ιρακινό ισλαμικό κόμμα, μια από τις κύριες πολιτικές δυνάμεις που συμμετείχαν στην κυβέρνηση την περίοδο εκείνη, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τις μαζικές απαγωγές των επιστημόνων και των εργαζομένων.

Τις συνέπειες της μετανάστευσης ανθρώπων της παιδείας και της επιστήμης, μπορεί να της δει κανείς έντονα στο Ιράκ σήμερα, καθώς το εκπαιδευτικό σύστημα βρίσκεται σε διαρκή και γρήγορη επιδείνωση και ο τεχνολογικός τομέας πλέον δεν υπάρχει.

“Πριν από την εισβολή, το Ιράκ ήταν σε θέση να είναι αυτάρκες σε ορισμένες βιομηχανίες. Τώρα, εισάγουμε τα πάντα.”

 

πηγή : http://www.aljazeera.com/news/2016/04/iraq-war-13-years-lucky-stay-alive-160420104018594.html

(μετάφραση, επιμέλεια Σύλβια Βαρνάβα)

 

avatar
  Subscribe  
Notify of