Ιούλιος / Αύγουστος / Σεπτέμβριος, 2016

Προς όποιον πιθανόν αφορά:

Θέμα: Πρόσκληση για το φεστιβάλ «CompArte και ConCiencias για την Ανθρωπότητα.»

Ναι, ξέρουμε. Οι ημέρες και οι νύχτες περνούν με την πίκρα, ν’αποτελεί το μόνο πράγμα που εμφανίζεται στον ορίζοντα. Τα βήματά μας σέρνουν μαζί τον πόνο, την οργή και την αγανάκτηση, σκοντάφτοντας κάθε τόσο πάνω στο γεμάτο θράσος βλέμμα του κυνισμού και στη δική μας απογοήτευση,  πάνω στην ηλιθιότητα που δοξάζεται στις κυβερνητικές θέσεις και τις δημοσκοπήσεις,  πάνω στην προσποίηση που θεωρείται τρόπος ζωής, πάνω στην επιπολαιότητα που αντικαθιστά τον πολιτισμό, την τέχνη και την επιστήμη, πάνω στη συνεχή έλλειψη σεβασμού απέναντι στο διαφορετικό (το πρόβλημα δεν είναι ότι το άλλο, το διαφορετικό υπάρχει, αλλά το ότι προβάλλει τον εαυτό του), και πάνω σε μια χονδρική παραίτηση απέναντι στους πολιτικούς της αγοράς ( «δε βαριέσαι, η μόνη επιλογή που απομένει  είναι να επιλέξουμε όχι τον λιγότερο κακό, αλλά τον λιγότερο σκανδαλώδη»).

Ναι, τα πράγματα είναι δύσκολα, γίνονται όλο και πιο δύσκολα κάθε μέρα. Είναι σαν η νύχτα να έχει γίνει μεγαλύτερη. Είναι σαν η ημέρα  να έχει αναβάλει το βηματισμό της έως ότου να μην έχει απομείνει τίποτα και έως ότου το μονοπάτι να είναι εντελώς άδειο. Είναι σαν να μην έχει απομείνει καμία ανάσα. Το τέρας καραδοκεί σε κάθε γωνιά, σε κάθε χωριό, σε κάθε πόλη.

Παρ ‘όλα αυτά, ή ακριβώς εξαιτίας αυτών, σας στέλνουμε αυτή την πρόσκληση.

Μπορεί να φαίνεται ότι δεν είναι η κατάλληλη στιγμή, ούτε ότι αποτελεί ένα επείγον ζήτημα, αλλά εμείς οι Ζαπατίστας σας προσκαλούμε να συμμετάσχετε στα φεστιβάλ «CompArte και ConCiencias για την ανθρωπότητα». Έτσι, σεβόμενοι την εθιμοτυπική διαδικασία, πρέπει να σας στείλουμε μια πρόσκληση. Θα πρέπει να είναι μια πρόσκληση  που περιγράφει με λεπτομέρειες τον χρόνο και τον χώρο, γιατί ξέρουμε ότι έχετε τη δική σας διαδρομή, το δικό σας ρυθμό, τη δική σας συντροφιά σε αυτό το μονοπάτι, και το πεπρωμένο σας. Και δεν θέλουμε να προσθέσουμε  μια ακόμη δυσκολία σε αυτές που έχετε ήδη ν’αντιμετωπίσετε. Έτσι, η πρόσκληση πρέπει να περιλαμβάνει το πότε και το πού.

Αλλά ξέρετε ποιοι είμαστε. Ξέρετε πώς λειτουργούμε.  Και οι πληροφορίες που πιστεύουμε, πως μια πρόσκληση πρέπει να εμπεριέχει, δεν είναι το πότε και το πού, αλλά μάλλον το γιατί. Ίσως αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο αυτή η πρόσκληση δεν συμμορφώνεται με την εθιμοτυπική μορφή, για την συγκεκριμένη περίσταση και είναι ίσως και ο λόγος που δεν φτάνει στην ώρα της, αλλά μάλλον πολύ αργά ή πολύ νωρίς. Αλλά, όπως θα δείτε, δεν έχει σημασία. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο αυτή η πρόσκληση είναι πολύ διαφορετική και  περιλαμβάνει ως καίριο στοιχείο της αυτή τη μικρή ιστορία:

Ένα Σπίτι, Διαφορετικοί Κόσμοι.

13925074_10207209857790137_1817964271999770453_n.jpg

Είναι περισσότερο ένας μύθος παρά μια ιστορία. Δηλαδή, δεν υπάρχει κανένας τρόπος για να επιβεβαιωθεί το αν όσα ειπωθούν εδώ είναι αλήθεια.  Αυτό συμβαίνει εν μέρει, επειδή δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένο ημερολόγιο (χρόνο) ή γεωγραφικό χώρο.  Θα μπορούσε να έχει συμβεί  ή και όχι, σε οποιοδήποτε απροσδιόριστο χρόνο ή τόπο. Είναι περισσότερο μύθος επίσης, επειδή ο υποτιθέμενος μη πρωταγωνιστής αυτής της ιστορίας είναι νεκρός, πεθαμένος, τελειωμένος, ξεπερασμένος.  Αν ήταν ζωντανός, θα μπορούσαμε απλά να τον ρωτήσουμε, αν πραγματικά είπε αυτά που αναφέρονται εδώ, ότι είπε. Και καθώς ο ίδιος ήταν πάντα πειστματάρης στις περιπλανήσεις του, μέσα από τις κορυφές των δέντρων, είναι πιθανό, ότι θα μίλουσε πολύ ώρα, για να περιγράψει αυτή την ιστορία.
Σε κάθε περίπτωση, δεδομένου ότι δεν έχουμε την ακριβή ημερομηνία, εμείς απλά θα πούμε, ότι ήταν πριν από περισσότερο από δύο δεκαετίες. Ο τόπος; Τα βουνά του νοτιοανατολικού Μεξικού.

Ήταν ο Comandante Tacho που μας είπε την ιστορία τις πρώτες πρωινές ώρες στην έδρα του EZLN. Περιέγραφε το σπίτι του συστήματος, το σπίτι του κεφαλαίου, την καταιγίδα, και την κιβωτό. Ήμασταν στην έδρα μας, η έδρα που θα γινόταν αργότερα το φυτώριο, όπου γεννήθηκαν τα σεμινάρια. Νομίζουμε ότι κάναμε ένα διάλειμμα για καφέ … ή ότι διακόψαμε τη συνεδρίαση προκειμένου να συνεχιστεί την επόμενη μέρα … για να σας πούμε την αλήθεια, πραγματικά δεν θυμόμαστε. Το θέμα είναι ότι μιλούσαμε στον Tacho και ήταν αυτός που μας είπε , όσα θα σας πούμε τώρα. Υπάρχουν βέβαια στην αφήγηση μερικές πονηριές, διότι έχουμε προσθέσει και αναδιαμορφώσει τα αρχικά λόγια του Tacho. Το κάναμε αυτό όχι από κακή πίστη, ασέβεια, ή μια προσπάθεια να επιδιορθώσουμε τις ελλιπείς αναμνήσεις, αλλά επειδή και οι δύο που γράφουμε τώρα γνωρίζαμε τον θανόντα αρκετά καλά και μπορούμε να ανακατασκευάσουμε τα λόγια και τα συναισθήματά του.

Η ιστορία πάει κάπως έτσι:

Αυτός είναι ο Comandante Tacho που μιλάει:

“Δεν θυμάμαι πολύ καλά, πότε ήταν, αλλά ήταν όταν ο νεκρός Υποδιοικητής δεν ήταν ακόμη νεκρός.  Ήταν απλώς ο Υποδιοικητής, έμενε ξύπνιος όλη νύχτα, καπνίζοντας την πίπα του. Ναι, δάγκωνε την πίπα του, ως συνήθως. Ήμασταν στο καταφύγιο που ήταν η έδρα του EZLN, αν και δεν ήταν καταφύγιο, διότι δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί. Δηλαδή, δεν ήταν ακόμη η έδρα του EZLN. Ίσως να επρόκειτο να είναι, αλλά όχι ακόμα.

Λέγαμε αστείες ιστορίες, πράγματα που συνέβησαν στις κοινότητες, στις συνεδριάσεις, στις εργασίες. Ο Υποδιοικητής απλώς άκουγε, μερικές φορές γελώντας, μερικές φορές ρωτώνας  περισσότερα για το τι συνέβη. Πριν τον γνωρίσω καλά δεν καταλάβαινα το γιατί. Αργότερα κατάλαβα, ότι αυτές οι περιγραφές θα εμφανίζονταν αργότερα ως ιστορίες στα ανακοινωθέντα. Νομίζω ότι τα αποκαλούσε «υστερόγραφα». Τον ρώτησα μια φορά γιατί ονόμασε απλώς ιστορία,  μια περιγραφή του τι είχε συμβεί πραγματικά. Είπε, «το θέμα είναι ότι δεν πιστεύουν τις περιγραφές, νομίζουν ότι τα βγάζω από το μυαλό μου ή ότι φαντάζομαι πράγματα. Γι ‘αυτό τα γράφω σαν να είναι μια ιστορία, επειδή δεν είναι έτοιμοι να δουν την πραγματικότητα».

Τέλος πάντων, βρισκόμασταν εκεί λοιπόν.

Έτσι, στη συνέχεια ρώτησε αυτός τον Υποδιοικητή … “

Ναι, ο Tacho έχει χρησιμοποίησει το τρίτο ενικό πρόσωπο: «αυτός ρώτησε» Για να αποσαφηνίσει τον ρωτήσαμε αν με το «αυτός» εννοούσε τον Υποδιοικητή. «Όχι», μας απάντησε ενοχλημένος, «ρώτησε αυτός τον Υποδιοικητή».
Εμείς δεν θέλαμε,  να επιμείνουμε, διότι πιστεύαμε, ίσως λανθασμένα, ότι δεν ήταν στο σημείο αυτό η ουσία της ιστορίας, ή ότι ήταν απλώς ένα κομμάτι της ένας γρίφος που στη συνέχεια θα ξεκαθάριζε.  Έτσι ο Comandante Tacho χρησιμοποίησε τη λέξη «αυτός.» Όχι «εκείνη,» όχι «εγώ,» όχι «εμείς». Είπε «αυτός» αναφερόμενος  στο πρόσωπο που ρωτούσε τον Υποδιοικητή.

«Έι Υποδιοικητή, πώς γίνεται κάθε φορά που χτίζουμε ένα σπίτι, να μας ρωτάς αν το χτίζουμε με τον παραδοσιακό τρόπο ή με επιστημονική μέθοδο;»

Εδώ ο Tacho πήρε χρόνο για να διευκρινίσει:

«Κάθε φορά που χτίζαμε ένα σπίτι, ο αποθανών Υποδιοικητής Μάρκος ερχόταν και κοίταζε τα δοκάρια και τις δοκούς. Στη συνέχεια, ρωτούσε πάντα:

«Αυτή την τραβέρσα που βάζετε εκεί, την βάζετε γιατί είναι απαραίτητη για την κατασκευή του σπιτιού;» Τότε εγώ του απαντούσα, «Ναι, αν δεν την βάλουμε εκεί η οροφή θα πέσει.»

«Καταλαβαίνω», απάντησε ο Υποδιοικητής, «αλλά πώς ξέρετε ότι αν δεν το βάλετε εκεί θα πέσει η οροφή;»

Απλώς τον κοίταξα, γιατί ήξερα ότι δεν ήταν αυτό που ήθελε να ρωτήσει πραγματικά. Δεν ήταν η πρώτη φορά που το είχε ρωτήσει. Συνέχισε,
«την βάζετε εκεί, γιατί ξέρετε επιστημονικά ότι αν δεν το κάνετε η οροφή θα πέσει, ή την βάζετε εκεί, γιατί είναι μια παραδοσιακή συνήθεια;»

«Επειδή είναι παραδοσιακή συνήθεια» του απάντησα, «γιατί έτσι το διδάχτηκα. Μ’αυτόν τον τρόπο έχτιζε ο πατέρας μου τα σπίτια και το είχε μάθει από τον παππού μου και ούτω καθεξής, η συνήθεια αυτή πηγαίνει πολύ πίσω». Ο Υποδιοικητής δεν ήταν ικανοποιημένος, και πάντα κατέληγε στο ν’ανεβαίνει πάνω στην κεντρική δοκό, πριν τοποθετηθούν τα στηρίγματα και, ισορροπώντας σαν να ήταν καβάλα σ ‘ένα άλογο, ρωτούσε, «οπότε αν ανέβω εδώ, το δοκάρι πρόκειται να πέσει;» Και μπαμ, έπεφτε. «Ωχ!» Ήταν το μόνο πράγμα που έλεγε. Έβγαζε την πίπα του τότε σε όποιο σημείο στο έδαφος είχε προσγειωθεί, την άναβε και με το κεφάλι του επάνω στο σπασμένο δοκάρι ατένιζε την οροφή. Όλοι φυσικά ξεσπούσαμε σε γέλια.  

Έτσι, γι ‘αυτό ρώτησε τον Υποδιοικητή, γιατί πάντα ρωτούσε για το αν κάτι γίνεται σύμφωνα με μια παραδοσιακή συνήθεια ή συμφωνα με επιστημονική μέθοδο. Το θέμα είναι ότι αυτό δεν συνέβη μόνο εκείνη τη χρονική στιγμή. Κάθε φορά που έπρεπε να μετακινηθεί η έδρα μας και εγώ έπρεπε να επιβλέψω την κατασκευή μιας νέας δομής για την έδρα, συνέβαινε το ίδιο πράγμα.  Ο Υποδιοικητής θα ερχόταν, θα έκανε αυτή την ερώτηση, θα απαντούσα, δεν θα ήταν ικανοποιημένος, θ’ανέβαινε στο δοκάρι, θα έσπαγε και θα έπεφτε στο έδαφος».

14333102_149714898810859_3184329020727555610_n.jpg

(Σημείωση: μετά από συζήτηση μεταξύ των δυο μας, έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα, ότι οι κατά προσέγγιση ημερομηνίες, που συνέβησαν όσα εξιστορεί ο Tacho ήταν οι πρώτοι μήνες του 1995, όταν υπήρχαν συνεχείς και σκληρές κυβερνητικές διώξεις εναντίον μας και έπρεπε συνεχώς να μεταφέρουμε την έδρα μας , συνοδεύοντας την κοινότητα της Γουαδελούπης Tepeyac στην εξορία .  Τέλος της σημείωσης και ο Tacho συνεχίζει):

«Σας το λέω αυτό, για να καταλάβετε γιατί ρώτησε τον Υποδιοικητή αυτή την ερώτηση. Άλλες φορές του είχα κάνει και γω την ίδια ερώτηση, αλλά δεν είχε απαντήσει πλήρως. Δεν ήταν ότι δεν ήθελε να απαντήσει, αλλά πάντα εκείνη τη στιγμή τον ζητούσαν στο ραδιόφωνο, ή κάποιος ερχόταν για να του μιλήσει. Έτσι ήθελα να μάθω και γω την απάντηση.

Ο Υποδιοικητής έβγαλε την πίπα του από το στόμα και την ακούμπησε δίπλα. Καθόμασταν κάτω. Έκανε πολλή ζέστη, όπως κάνει πάντα πριν από μια δυνατή βροχή. Ήξερα ότι η απάντηση θα πάρει λίγο χρόνο, γιατί όταν ο Υποδιοικητής απαντούσε γρήγορα δεν έβγαζε την πίπα από το στόμα του. Οι λέξεις έβγαιναν όλες μαζί μασημένες.

Έτσι, τότε ο Υποδιοικητής είπε …στην πραγματικότητα ρώτησε:

«Έι Tacho, πόσο μεγάλο είναι αυτό το σπίτι;»
«3 x 4 μέτρα» απάντησα γρήγορα, επειδή δεν ήταν η πρώτη φορά που ρωτούσε.

«Και αν ήταν 6 x 8, θα χρειαζόταν περισσότερα δοκάρια για στήριξη;» ρώτησε.

«Θα χρειαζόταν ναι» απάντησα.

«Και αν ήταν 12 x 16;»

Δεν απάντησα γρήγορα, έτσι ο Υποδιοικητής συνέχισε:

«Και αν ήταν 24 x 32; Ή 48 x 64; Ή 96 x 128; »

Στη συνέχεια, για να σας πω την αλήθεια, γέλασα. «Αυτό είναι ένα πραγματικά μεγάλο σπίτι, δεν ξέρω», απάντησα.

«Σωστά», είπε, «τα σπίτια κατασκευάζονται σύμφωνα με την προσωπική εμπειρία κάποιου ή σύμφωνα με τη γνώση που έχει κληρονομήσει. Παραδόσεις και έθιμα, αυτό είναι. Για να φτιάξει κανείς ένα μεγαλύτερο σπίτι, θα πρέπει να ρωτήσει ή να δοκιμάσει κάτι διαφορετικό. »

«Αλλά ας πούμε ότι κανείς δεν έχει κατασκευάσει ποτέ ένα σπίτι 192 x 256 …»

Γέλασα πριν ολοκληρώσει την πρότασή του ο Υποδιοικητής:

«Χιλιόμετρα».

«Μμμ, ποιος θα ήθελε ένα τόσο μεγάλο σπίτι;» ρώτησα γελώντας.

Άναψε την πίπα του και είπε, «καλά, ας το κάνουμε ευκολότερο: τι θα γινόταν αν το σπίτι είχε το μέγεθος του κόσμου»

«Αχ όχι, αυτό είναι δύσκολο. Δεν νομίζω ότι μπορούμε να φανταστούμε ένα σπίτι τόσο μεγάλο, ούτε για ποιον θα ήταν », είπα, πιο σοβαρά τώρα.

«Μπορούμε», είπε. «Οι τέχνες μπορούν να φανταστούν ένα τέτοιο σπίτι, και μπορεί να το βάλουν σε λέξεις, ήχους, εικόνες, σχήματα. Οι τέχνες μπορούν να φανταστούν, αυτό που  φαίνεται αδύνατο και, σε αυτή τη διαδικασία της φαντασίας, ράβοντας την αμφιβολία, την περιέργεια, την έκπληξη, τον θαυμασμό, το καθιστούν δυνατό».

«Αχ, εντάξει,» απάντησα, «αλλά είναι άλλο πράγμα να φανταστεί κανείς κάτι και άλλο πράγμα να το κάνει πράξη. Δεν νομίζω ότι μπορεί να φτιαχτεί ένα σπίτι τόσο μεγάλο. »

«Μπορεί», είπε, και έβαλε την πίπα του στην άκρη.

«Οι επιστήμες ξέρουν πώς. Ακόμα και αν ένα σπίτι στο μέγεθος του κόσμου δεν έχει ξαναφτιαχτεί ποτέ, οι επιστήμες μπορούν να πουν με βεβαιότητα πώς μια κατασκευή τέτοιου μεγέθους μπορεί να χτιστεί. Δεν ξέρω τι λέγεται, αλλά νομίζω ότι έχει να κάνει με την αντοχή των υλικών, τη γεωμετρία, την οικονομία, τη φυσική, τη γεωγραφία, τη βιολογία, τη χημεία, και ποιος διάολο ξέρει τι άλλο.

Αλλά ακόμη και χωρίς προηγούμενη εμπειρία, χωρίς τα παραδοσιακά έθιμα, η επιστήμη μπορεί στην πραγματικότητα να πει πόσα δοκάρια, στηρίγματα και δοκοί απαιτούνται για να χτιστεί ένα σπίτι στο μέγεθος του κόσμου. Η επιστημονική γνώση μπορεί να καθορίσει πόσο βαθιά τα θεμέλια πρέπει να είναι, πόσο ψηλά και πόσο μήκος θα πρέπει να έχουν οι τοίχοι, τι κλίση πρέπει να έχει η στέγη, πού θα πρέπει να μπουν τα παράθυρα, πόσες πόρτες να έχει, τι υλικό θα πρέπει να χρησιμοποιείται για κάθε τμήμα, και πόσα δοκάρια  και στηρίγματα θα πρέπει να έχει και σε ποιο σημείο».

Σκεφτόταν ο τώρα-θανών Υποδιοικητής την παράβαση του νόμου της βαρύτητας και όλες τις ευθείες γραμμές που συνδέονται με αυτό; Φανταζόταν ή ήδη γνώριζε για την ανατροπή του Πέμπτου Αξιώματος του Ευκλείδη; Όχι, ο Tacho δεν τον ρωτήσε. Για να σας πω την αλήθεια, ούτε εμείς οι δυο θα τον ρωτούσαμε. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς,  ότι εκείνες τις ημέρες που ήταν δίχως αύριο, με πολεμικά αεροσκάφη να ταρακουνούν τη γη και τον ουρανό, πως υπήρχε χρόνος για να σκεφτεί την τέχνη και πόσο μάλλον την επιστήμη.

Όλοι παρέμειναν σιωπηλοί, θυμάται ο Tacho. Κι εμείς επίσης. Μετά από λεπτά σιωπής και καπνίσματος, συνέχισε:

«Ο Υποδιοικητής πήρε πάλι την πίπα του και είδε με θλίψη πως δεν είχε άλλον καπνό. Κοίταξε στις τσέπες του. Χαμογελώντας, έβγαλε μια μικρή πλαστική σακούλα. Του πήρε λίγη ώρα για ν’ανάψει την πίπα, νομίζω επειδή ο καπνός ήταν υγρός. Έπειτα συνέχισε:

«Αλλά δεν με ανησυχεί για το αν οι τέχνες μπορούν να φανταστούν αυτό το σπίτι, τα χρώματα, τα σχήματά του, τους ήχους του, πού η ημέρα έρχεται, πού η νύχτα πέφτει, πού πέφτει η βροχή, πού φυσάει ο άνεμος, πού βρίσκεται η γη .

Ούτε ανησυχώ για το αν η επιστήμη μπορεί να λύσει το πρόβλημα του πώς να κατασκευαστεί στην πραγματικότητα. Φυσικά και μπορεί. Έχει τις γνώσεις … ή θα τις έχει.

Αυτό που με ανησυχεί είναι ότι αυτό το σπίτι που είναι ένας κόσμος δεν πρέπει να είναι το ίδιο με εκείνον που ζούμε. Το σπίτι πρέπει να είναι καλύτερο, ακόμη μεγαλύτερο. Πρέπει να είναι τόσο μεγάλο, ώστε να μπορεί να κρατήσει όχι μόνο έναν κόσμο, αλλά πολλούς, εκείνους που ήδη υπάρχουν και εκείνους που πρόκειται να γεννηθούν.

dsc_0011-1-995x498.jpg

 Φυσικά, κάποιος θα πρέπει να συναντηθεί με εκείνους που κάνουν την τέχνη και την επιστήμη. Αυτό δεν θα είναι εύκολο. Στην αρχή δεν θα είναι πρόθυμοι να βοηθήσουν, όχι επειδή δεν θέλουν, αλλά επειδή θα είναι επιφυλακτικοί. Επειδή έχουμε πολλά σε εξέλιξη εναντίον μας. Επειδή είμαστε αυτό που είμαστε.

Εκείνοι που είναι καλλιτέχνες πιστεύουν ότι θα περιορίσουμε το θέμα, τη μορφή και το ρυθμό της εργασίας τους, ότι οι καλλιτεχνικοί τους ορίζοντες  θα κρατήσουν μόνο τα αρσενικά και τα θηλυκά (ποτέ άλλους) μέλη του ισχυρού προλεταριάτου , που θα επιδεικνύουν τους μυς τους, και λαμπερά βλέμματα σε εικόνες,  ήχους, χορούς και φιγούρες, που δεν μπορούν καν ν’αντιληφθούν την ύπαρξη του άλλου, πιστεύουν ότι, εφόσον συμμορφωθούν θα λάβουν έπαινο και χειροκροτήματα, και αν όχι, απομόνωση ή άρνηση. Με άλλα λόγια, πιστεύουν, ότι θα τους διατάξουμε να μην φαντάζονται.

Εκείνοι που ασκούν την επιστήμη πιστεύουν ότι πρόκειται να τους ζητήσουμε να δημιουργήσουν μηχανικά, ηλεκτρονικά, χημικά, βιολογικά, και διαστρικά όπλα μαζικής (ή ατομικής) καταστροφής. Νομίζουν ότι θα τους αναγκάσουμε να δημιουργήσουν σχολεία για εξαιρετικά μυαλά, όπου φυσικά θα βρει κανείς τους απογόνους εκείνων που επί του παρόντος βρίσκονται στην εξουσία και έχουν πριν καν γεννηθούν, εγγυημένο μισθό . Νομίζουν, ότι αυτό που θα αναγνωριστεί είναι η πολιτική συγγένεια και όχι η επιστημονική ικανότητα, και ότι εάν συμμορφώνονται θα λάβουν έπαινο και χειροκροτήματα, και αν όχι, απομόνωση ή άρνηση. Με άλλα λόγια, νομίζουν ότι θα τους διατάξουμε να μην κάνουν επιστήμη.

Επιπλέον, επειδή είμαστε αυτόχθονες λαοί, υπάρχουν μερικ@ και μερικ@ς [[email protected] και [email protected]] εδώ και εκεί που πιστεύουν, ότι αυτό που κάνουν είναι τέχνη και πολιτισμός, και ότι αυτό που κάνουμε εμείς είναι λαϊκή τέχνη και τελετουργίες. Νομίζουν, ότι αυτό που γι’αυτούς είναι η ανάλυση και η γνώση, για μας είναι η πίστη και η δεισιδαιμονία.

Αγνοούν το γεγονός, ότι έχουμε παράξει χρώματα που, εκατοντάδες χρόνια αργότερα, εξακολουθούν να αμφισβητούν τα ημερολόγια. Δεν ξέρουν ότι όταν ο «πολιτισμός» εξακολουθούσε ακόμη, να πιστεύει, ότι η γη ήταν το κέντρο του σύμπαντος, είχαμε ήδη ανακαλύψει τα ουράνια σώματα και τ’αριθμητικά συστήματα. Νομίζουν ότι λατρεύουμε την άγνοια, ότι η σκέψη μας είναι απλή και συγκαταβατική, ότι προτιμούμε να πιστεύουμε και όχι να γνωρίζουμε. Νομίζουν ότι δεν θέλουμε πρόοδο, αλλά μάλλον οπισθοδρόμηση.

Με άλλα λόγια, δεν βλέπουν τους εαυτούς τους, ούτε εμάς.

Το θέμα τότε θα είναι να τους πείσουμε να δουν τους εαυτούς τους, όπως τους  βλέπουμε εμείς, να τους κάνουμε να συνειδητοποιήσουν ότι, για εμάς, είναι αυτό που είναι, αλλά και κάτι ακόμη: ελπίδα. Και η ελπίδα, φίλοι και εχθροί, δεν μπορεί να αγοραστεί, δεν μπορεί να πωληθεί, δεν μπορεί να εκβιαστεί, δεν μπορεί να περιοριστεί, και δεν μπορεί να σκοτωθεί».

Έπεσε σιωπηλός. Περίμενα να δω αν θα ρωτήσει κάτι άλλο τον Υποδιοικητή, αλλά αφού δεν είπε τίποτα, ρώτησα: «επομένως, τι πρέπει να κάνουμε;» Ο Υποδιοικητής μόνο αναστέναξε και είπε:

«Η δουλειά μας είναι πρώτα απ ‘όλα να γνωρίζουμε, ότι αυτό το σπίτι είναι δυνατόν να υπάρξει και είναι αναγκαίο. Στη συνέχεια έρχεται το πιο εύκολο μέρος: να το χτίσουμε. Για το έργο αυτό χρειαζόμαστε γνώση, συναίσθημα, φαντασία, χρειαζόμαστε τις επιστήμες και τις τέχνες. Χρειαζόμαστε άλλες καρδιές. Θα έρθει η ημέρα, που θα συναντηθούμε με αυτούς που κάνουν την τέχνη και την επιστήμη. Την ημέρα εκείνη θα τους αγκαλιάσουμε και θα τους καλωσορίσουμε τους με έναν και μοναδικό ερώτημα: «Εσύ τι νομίζεις;» »

Δεν ήμουν ικανοποιημένος με την απάντηση αυτή όμως, και ρώτησα τον Υποδιοικητή: «Και μετά αφού θα συναντήσουμε αυτούς τους ανθρώπους, τι θα κάνουμε;» Ο Υποδιοικητής χαμογέλασε και είπε:

«Και ούτω καθεξής»

Εδώ είναι που τελειώνει η ιστορία ή ο μύθος που ο Comandante Tacho μας είπε το πρωί. Όλα αυτά είναι σχετικά μ’ αυτή τη στιγμή, επειδή θέλουμε να σας προσκαλέσουμε να έρθετε, είτε να είστε παρόντες με κάποιο τρόπο, σε αυτή τη γη που βρισκόμαστε εμείς.

Έχουμε αυτή την περιέργεια, θα μπορούσατε να πείτε, που μας γκρινιάζει σε όλη μας την πορεία για πάρα πολύ καιρό και πιστεύουμε ότι ίσως θα αποδεχθείτε αυτή την πρόσκληση και θα μας βοηθήσετε να επιλύσουμε μια συγκεκριμένη αμφιβολία:

Τι χρειαζόμαστε για να οικοδομήσουμε ένα νέο σπίτι, ένα σπίτι τόσο μεγάλο που θα χωράει όχι έναν αλλά πολλούς κόσμους;  

Αυτό είναι όλο. Ή και όχι, εξαρτάται από σας.

Από τα βουνά του νοτιοανατολικού Μεξικού.

Στο όνομα των παιδιών, των ηλικωμένων, των γυναικών και των αντρών Ζαπατίστας
                              

                                    Εξεγερμένος  Υποδιοικητής Moisés

                                  Εξεγερμένος  Υποδιοικητής Γκαλεάνο

                           Μεξικό, Ιούλιος / Αύγουστος / Σεπτέμβριος 2016.

(https://dorsetchiapassolidarity.wordpress.com/2016/09/15/ezln-one-house-other-worlds/)

(Μετάφραση, επιμέλεια Σύλβια Βαρνάβα)

avatar
  Subscribe  
Notify of