Την Παρασκευή 10/2/2017 διεξήχθη η 5η δικάσιμος του εφετείου του Τάσου Θεοφίλου. Στη συγκεκριμένη δικάσιμο εξετάστηκαν αποκλειστικά μάρτυρες κατηγορίας από την Πάρο – κανείς από τους οποίους δεν αναγνώρισε τον Τάσο Θεοφίλου στο πρόσωπο κάποιου από τους δράστες.

Παράλληλα στη συγκεκριμένη δικάσιμο ο Τάσος Θεοφίλου προσήλθε χωρίς να έχει ξυριστεί για 8 συνεχόμενες ημέρες προκειμένου να φανεί ακόμη μια αντίφαση του κατηγορητηρίου – καθώς ο δράστης της ληστείας σύμφωνα με τις κάμερες αλλά και τις καταθέσεις τον μαρτύρων δεν είχε καθόλου τρίχες στο πρόσωπο (κάποιος υπάλληλος της τράπεζας ανέφερε και χωρίς τρίχες στα χέρια), ενώ ο Θεοφίλου 8 μέρες μετά παρουσιάζεται στις φωτογραφίες της αστυνομίας αξύριστος και με γένια που σίγουρα κάποιος δε θα μπορούσε να αποκτήσει σε 8 ημέρες.

Αρχικά εξετάστηκε ο Κεφάλας Χρήστος, κάτοικος της Πάρου, η κατάθεσή του αφορούσε μόνο το γεγονός, ότι είχε δει μια μηχανή παρατημένη στην περιοχή Λιμανάκι της Πάρου, για 3 με 4 μέρες και του φάνηκε ύποπτο.

Ακολούθησε  η μαρτυρία του Σκουλούδη Νικόλαου βοηθός ηλεκτρολόγος του Σακίκη.
Καταθέτει για το τι είδε από την στιγμή που  βγήκαν οι ληστές από την τράπεζα. Φορούσαν όπως ανέφερε όλοι καπέλα, γυαλιά και μαντήλια.

Δε θυμάται κάποιο συγκεκριμένο χαρακτηριστικό αυτού που πυροβόλισε τον Μίχα.

“Άκουσα πυροβολισμούς, και είδα τον Μίχα να πέφτει πάνω σ’έναν από τους ληστές δίνοντας του μια μπουνιά. Έπεσε ο ληστής μετά από το χτύπημα, τότε έπεσαν πάνω στον Μίχα και οι άλλοι δύο, γίνεται συμπλοκή και αυτός που ήταν κάτω μάλλον πυροβόλησε τον Μίχα.
Δεν θυμάμαι ακριβώς τα ρούχα του. “
Του δείχνουν το περιβόητο καπέλο, ο μάρτυρας καταθέτει ότι δεν του θυμίζει κάτι το χρώμα του καπέλου.

Ο Σκουλούδης καταθέτει πως κάποια στιγμή ο ένας από τους ληστές ήρθε δίπλα τους, κοιτάχτηκαν δυο τρεις φορές στα μάτια, όπως λέει δεν φορούσε εκείνη την στιγμή γυαλιά. Σε ερώτηση των συνηγόρων απαντά πως δεν αναγνωρίζει στον κατηγορούμενο τα μάτια του ληστή με τον οποίον κοιτάχτηκαν. Ούτε ο Σκουλούδης όπως κατέθεσε δεν είδε καπέλο να έχει πέσει κάτω κατά την διάρκεια που αποχωρούσανοι ληστές και έγινε η συμπλοκή με τον Μίχα.

Στην κατάθεσή του ανέφερε πως αμέσως μετά τη ληστεία έφυγε μαζί με τον Σακίκη. Είδε ένα σκάφος με 3 άτομα να πηγαίνει προς τη Νάξο ενώ είχε έντονα καιρικά (8-9 μποφόρ όπως ανέφερε). Μετά είδε από απόσταση τους καπνούς από τη φωτιά.

Κάλεσε το λιμεναρχείο σχετικά με το σκάφος. Έκτοτε έμαθε ότι ήταν γνωστοί του και ότι μόλις διαπιστώθηκε από το λιμεναρχείο ποιοι είναι – τους αφήσανε χωρίς έλεγχο.
Γεγονός που κινεί ερωτηματικά καθώς οι έρευνες της αστυνομίας δεν επικεντρώθηκαν στην Πάρο και δεν προχώρησαν σε καμία περαιτέρω εξέταση της συγκεκριμένης καταγγελίας.

Σκουλούδης: Εμείς φύγαμε και ακολουθήσαμε απ’ ότι φάνηκε την ίδια διαδρομή με τους ληστές.

Πρόεδρος: οι οποίοι φύγανε πως; Ξέρετε;

Σκουλούδης: Με ένα αυτοκίνητο σκούρου χρώματος.

Πρόεδρος: Και πήγατε προς τα που;

Σκουλούδης: Προς τον Αμπελά. Δουλεύαμε για μια πισίνα σ’ εκείνο το σημείο.

Πρόεδρος: Και είδατε είπατε ένα σκάφος;

Σκουλούδης: Βλέπαμε ένα σκάφος που έφευγε από το νησί.

Πρόεδρος: Και είχε κύμα.

Σκουλούδης: Ναι. Είχε 8 με 9 μποφόρ.

[…]

Πρόεδρος: Πιστεύατε ότι ήταν οι δράστες σε αυτό το σκάφος.

Σκουλούδης: Έτσι το είδαμε ναι. Γιατί είδαμε και φωτιά πιο κάτω. Καμιά 150-200 μέτρα μακριά. Εκεί κάψανε το αυτοκίνητο απ’ ότι μάθαμε. Είδαμε φωτιά και είπαμε ότι είναι αυτοί.

Πρόεδρος: Τι απόσταση υπάρχει ανάμεσα στο σημείο της ληστείας και τον Αμπελά;

Σκουλούδης: Είναι περίπου 10 χιλιόμετρα.

Πρόεδρος: Σε τι δρόμο;

Σκουλούδης: Το 80% είναι άσφαλτος και μετά είναι χώμα.

Πρόεδρος: Δηλαδή σε πόση ώρα το διανύεις αυτό το διάστημα;

Σκουλούδης: Αν θυμάμαι καλά 10 λεπτά με ένα τέταρτο.

Πρόεδρος: Εσείς λοιπόν τρομάξατε και φύγατε αμέσως.

Σκουλούδης: Αμέσως, αμέσως.

Πρόεδρος: Δηλαδή στην ουσία πίσω από τους ληστές.

Σκουλούδης: Ναι, δηλαδή με διάστημα 30-40 δευτερόλεπτα φύγαμε και εμείς.

Πρόεδρος: Δε τους συναντήσατε στο δρόμο;

Σκουλούδης: Όχι.

[…]

Σκουλούδης: Τυχαίνει να είναι και γνωστός μου αυτός που είχε το σκάφος.

Πρόεδρος: Πότε δώσατε κατάθεση;

Σκουλούδης: Εμάς στην ουσία μας συνέλαβαν στο λιμάνι, σαν να είμαστε εμείς οι ληστές.

[…]

[…]

Σκουλούδης: Αφού φτάσαμε στην οικοδομή και κάτσαμε να κάνουμε ένα τσιγάρο, να πιούμε λίγο καφέ και να ηρεμήσουμε, είδαμε το σκάφος να φεύγει.

[…]

Πρόεδρος: Πόσες φορές είχατε πάει στην Πάρο;

Σκουλούδης: Ήτανε η τρίτη φορά. Τρίτο συνεχόμενο Σαββατοκύριακο.

Πρόεδρος: Πως ξέρατε το σκάφος που έφευγε;

Σκουλούδης: Δε το ήξερα. Ένα σκάφος είδα και ανησύχησα.

Πρόεδρος: Είπατε ότι ήταν γνωστός σας.

Σκουλούδης: Μετά από ένα μήνα που το συζήτησα με κάποιους φίλους, εκεί είναι που το συζητήσαμε, μου είπανε ότι «μας είχανε συλλάβει τότε». Είχανε πάει για ψάρεμα. Δεν είχαν άδεια; Δεν ξέρω τώρα τι.

Πρόεδρος: Παριανοί;

Σκουλούδης: Ναξιώτες.

Παπαδάκης: Πως γίνεται με 8 μποφόρ να πήγαν για ψάρεμα; Τόσο επείγον ήτανε; Τι μάθατε γι αυτό το πράγμα;

Σκουλούδης: Είχανε πάει την προηγούμενη μέρα το βράδυ να ψαρέψουν και φύγαν την επόμενη μέρα.

Παπαδάκης: Γνωρίζετε αν αυτή η καταγγελία σας διερευνήθηκε; Ποτέ δεν περιήλθε στη δικογραφία πληροφορία για το ποιο ήταν αυτό το σκάφος και αν ερευνήθηκε έστω για να διαπιστωθεί αν έχει σχέση με την ληστεία ή τη διαφυγή των δραστών.

Σκουλούδης: Διερευνήθηκε, το ξέρω εγώ από το λιμεναρχείο της Νάξου.

Παπαδάκης: Τι μάθατε;

Σκουλούδης: Ότι τους σταματήσανε και τελικά είδαν ότι είναι αυτοί και σταματήσαν να τους ψάχνουν κιόλας γιατί τους ξέρουν στο νησί.

[…]

Πρόεδρος: Είπατε ότι είδατε τα μάτια του.

Σκουλούδης: Ναι είχα δει και το παιδί [σ.σ. τον Τάσο Θεοφίλου]. Τον είχα δει και την προηγούμενη φορά. Δε τον θυμάμαι.

Πρόεδρος: Μοιάζουν;

Σκουλούδης: Τουλάχιστον τα μάτια δε τα ξεχνάς. Ειδικά σε ένα τέτοιο περιστατικό.

Πρεδρος: Οπότε δε σας θυμίζουν κάτι τα μάτια του;

Σκουλούδης: Τον είχα δει και την προηγούμενη φορά. Δε μου θυμίζει κάτι.

[…]

Σκουλούδης: Θυμάμαι που κοιταχτήκαμε στα μάτια 2-3 φορές. Αν είχε μπλε μάτια [σ.σ. όπως ο Θεοφίλου] θα το θυμόμουν.

Στη συνέχεια κατέθεσε ο Σάμιος Φανούριος, πελάτης της Τράπεζας που βρισκόταν μέσα την ώρα της ληστείας.
Αναφέρει ότι οι ληστές φορούσαν καπέλα αλλά δεν θυμάται συγκεκριμένα είδη καπέλων.
Οι ερωτήσεις εστιάζονται περισσότερο στο τι εννοούσε στην αρχική του κατάθεση όπου είχε αναφέρει, ότι οι ληστές ήταν υψηλού μορφωτικού επιπέδου, πώς διαπίστωσε κάτι τέτοιο και κυρίως τι ήθελε να πει όταν δήλωνε τότε,  ότι οι ληστές είναι πιθανόν απόκληροι της κοινωνίας, έχουν στοχοποιήσει το κατεστημένο και είναι ενάντια στο κεφάλαιο.

Σάμιος: Παίρναν τα χρήματα από το γκισέ. Φτάσανε στο σημείο.

Πρόεδρος: Στα δικά σας χρήματα.

Σάμιος: Τα είχε καταμετρήσει. Αφού πήρε τα χρήματα από το συρτάρι λέει «αυτά είναι του πελάτη μας» [σ.σ. η τραπεζική υπάλληλος]. Και είπε ο ένας εξ’ αυτών ότι δεν παίρνουμε λεφτά πολιτών.

[…]

Εισαγγελέας: Είχατε δώσει την εξήγηση ότι «Δεν είναι ληστές του περιπτέρου, αλλά ληστές με ταυτότητα οι οποίοι έχουνε στοχοποιήσει το κατεστημένο και είναι ενάντια στο κεφάλαιο».

[…]

Η εισαγγελέας μάλιστα τονίζει την συγκεκριμένη φράση πάρα πολλές φορές. Ο μάρτυρας όπως αναφέρει στήριξε αυτή του την κρίση στο γεγονός ότι ο ληστής είπε ότι δεν παίρνουν λεφτά πελατών.

Υπάρχει η πρόθεση να συνδέσουν την πολιτική ταυτότητα του Θεοφίλου με την ληστεία.

Παπαδάκης προς μάρτυρα : Στην αρχική σας κατάθεση είπατε πως αυτός με το καουμπόικο καπέλο πλησίασε τον γκισέ όπου ήσασταν και  η ταμίας η κ. Πέππα είπε στον ληστή ότι τα χρήματα που είχε μπροστά της και τα είχε καταμετρήσει ήταν δικά σας. Τότε ο ληστής τον ρώτησε, αν όντως είναι δικά του και όταν εκείνος του το επιβεβαίωσε, είπε από πελάτες δεν παίρνουμε χρήματα.
Ο κ. Παπαδάκης ζήτησε να μιλήσει ο Θεοφίλου ώστε να πει αν αναγνωρίζει την φωνή του. Ο μάρτυρας δεν αναγνώρισε τη φωνή του ληστή στον κατηγορούμενο

Παπαδάκης: Πώς προκλήθηκε αυτή η συζήτηση για τα λεφτά του πελάτη, από τους ληστές ή από την κυρία Πέππα;

Σάμιος: Μαζεύανε τα χρήματα και όταν φτάσανε στα δικά μου που τα είχαν μετρήσει, είπε η κα Φίφα [σ.σ. ήθελε να πει κα Πέππα] ότι τα λεφτά είναι του πελάτη.

[…]

Παπαδάκης: Όσοι δεν είναι ληστές του περιπτέρου και ληστεύουν τράπεζες- Είναι όλοι αντιεξουσιαστές;

Σάμιος: Εγώ δεν εννοούσα αυτό.

Παπαδάκης: Ξέρετε κανένα ληστή τραπεζών που να έχει πάρει ποτέ λεφτά από πελάτη;

Σάμιος: Δεν έχω τέτοια εμπειρία. Σ’ εμένα που έτυχε δε τα πήραν.

Παπαδάκης: Αν δεν έχετε τέτοια εμπειρία για ποιο λόγο η άρνηση του να πάρουν τα λεφτά του πελάτη – τη στιγμή που μπαίνουν να ληστέψουν μια τράπεζα- προσδιορίζει την ιδεολογία του ληστή;

Σάμιος: Ερώτηση μου κάνανε και εννοούσα δεν είναι ληστές του περιπτέρου. Είναι κάτι διαφορετικό.

Παπαδάκης: Εσείς απαντήσατε καλόπιστα αλλά αυτοί που σας ρωτούσαν έχουνε στήσει μια ολόκληρη ιστορία εδώ πέρα γύρω από το ότι ο κατηγορούμενος είναι αντιεξουσιαστής – και προσπαθούν από αυτό το περιστατικό να τον ενοχοποιήσουν για μια ληστεία. Λέω λοιπόν ξανά: Έχετε ακούσει ποτέ στη ζωή σας ληστές τραπεζών να πάρουν τα λεφτά του πελάτη της τράπεζας και όχι μόνο της τράπεζας;

Σάμιος: Όχι.

Παπαδάκης: Ληστείες τραπεζών κάνουν μόνο οι αντιεξουσιαστές ή μπορεί να κάνουν και δεξιοί, αριστεροί, κεντρώοι κ.α.

Σάμιος: Δε νομίζω να… Δε μπορώ να συμπεράνω τέτοιο πράγμα.

Παπαδάκης: Αυτό που λέτε λοιπόν «ληστές με ταυτότητα», εννοείτε ληστές αντιεξουσιαστές;

Σάμιος: Όχι. Δεν εννοώ τέτοιο πράγμα.

Ο Παπαδάκης αποδομεί την άποψη του μάρτυρα ότι οι ληστές είχαν υψηλό μορφωτικό επίπεδο, καθώς τον ρωτά πώς αντιλήφθηκε κάτι τέτοιο από τη στιγμή που είπαν μερικές φράσεις μόνο. Από το “ληστεία ρε” καταλαβαίνετε ότι κάποιος έχει βγάλει πανεπιστήμιο;
Ο μάρτυρας παραδέχεται ότι μπορεί να είναι υπερβολική η κρίση του.

Σε ερωτήσεις του κ. Παπαδάκη αν ο μάρτυρας είδε κάτι περισσότερο στον χώρο έξω από την τράπεζα εκείνος αναφέρει ότι δεν είδε κάτι, ούτε στην πρώτη κατάθεσή του, όταν τους φώναξαν την ίδια μέρα στην τράπεζα να καταθέσουν οι αστυνομικοί του έδειξαν κάτι από όσα υποτίθεται βρήκαν έξω από την τράπεζα, ούτε καπέλο, ούτε κινητό.

Παπαδάκης : Όταν τον είδατε τις επόμενες μέρες που συνελήφθη και δημοσιεύτηκαν φωτογραφίες του Θεοφίλου στην τηλεόραση αναγνωρίσατε κάποιον από τους δράστες στο πρόσωπό του;
Σάμιος :Όχι.
Στη συνέχεια η κ. Παπαρρούσου επανέρχεται στο γεγονός ότι η ταμίας παρενέβη και είπε μην τα παίρνετε αυτά τα χρήματα είναι του πελάτη.

[…]

Παπαρρούσου: Φάνηκε από το δικαστήριο όπου κατέθσε η κα Πέππα – Αυτό που βγαίνει είναι ότι η κα Πέππα τελικά είπε «αφήστε τα αυτά, είναι τα λεφτά του πελάτη» και τα άφησαν. Είναι η κα Πέππα, πως το είπατε, «απόκληρη από την κοινωνία και σε αντίθεση με αυτήν»; Τι την ένοιαζε; Ταμίας της τράπεζας είναι. «Και δεν πα να πάρουνε τα λεφτά του πελάτη;».

[…]

Σάμιος: Είπε «αυτά είναι του πελάτη τα χρήματα» – το επιβεβαιώσανε, τους είπα «ναι» και δε τα πήρανε. Αυτό έγινε.

Παπαρρούσου: Η κα Πέππα είναι στον αντιεξουσιαστικό χώρο; – Ξέρετε καμία δραστηριότητα τέτοια – Για να λέει αφήστε κάτω τα λεφτά του πελάτη;

Σάμιος: Όχι, τι λέτε τώρα; [γελάει] Για όνομα του Θεού.

Παπαρρούσου: Έχει νοηματοδοτηθεί αυτή η φράση ως ανήκουσα και ως προερχόμενη από ένα συγκεκριμένο πολιτικό χώρο – και όταν τα βάλει κανείς σε μια σειρά τα περιστατικά, βλέπει ότι ήσασταν εσείς τυχερός και σας αφήσανε τα χρήματα.

Σάμιος: Δόξα να ‘χει ο παντοδύναμος!

[…]

Φυτράκης: Τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο τον συνδέετε με αυτά που υπέπεσαν στην αντίληψή σας εκείνη την μέρα;

Σάμιος: Εγώ δε μπορώ να συνδέσω τίποτα, το δικαστήριο θα αποφανθεί. Τώρα η δική μου γνώμη.. Με ρωτήσατε, με ρωτήσαν. Δε το γνωρίζω το παιδί. Δε μπορώ να πω κάτι περισσότερο απ’ αυτό.

Ακολούθησαν οι καταθέσεις των Μαργαρίτη Σταμάτιου και του αδερφού του Μαργαρίτη Ιωάννη που έχουν φούρνο κοντά στην Τράπεζα

Ο Μαργαρίτης Σταμάτιος καταθέτει το χρονικό όσων είδε, μιλάει για ληστές μασκαρεμένους και αναφέρει ότι η γυναίκα που δούλευε στο περίπτερο φώναξε κυνηγήστε τους τα όπλα τους είναι ψεύτικα, γι’αυτό πιθανόν ο Μίχας έτρεξε να τους επιτεθεί.
Στο ερώτημα αν είδε κάποιο καπέλο να πέφτει κάτω ή αν το είδε μετά εκεί γύρω στο χώρο της ληστείας η απάντηση του είναι “όχι”

Τονίζει ότι η αστυνομία έκανε ένα τέταρτο να ρθει στην περιοχή παρόλο που είναι κοντά.

Σε ερωτήσεις των συνηγόρων ως προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου, καταθέτει ότι κανείς στην Πάρο δεν μπορεί να πει ότι είναι αυτός κανείς δεν τον αναγνώρισε μετά που τον έδειξε η τηλεόραση.

Παπαδάκης : Έχετε καταθέσει από τους πρώτους, σας έδειξαν κάποιο καπέλο;
Μαργαρίτης Σταμάτιος : Όχι

Ακολουθεί η κατάθεση του Μαργαρίτη Ιωάννη.
Στην κατάθεσή του ο Μαργαρίτης Ιωάννης περιγράφει ότι βγήκε από τον φούρνο όταν άκουσε μια γυναίκα να φωνάζει “πάει σκότωσαν το παλικάρι”. Είδε το θύμα πεσμένο και κάποιον από τους ληστές σε απόσταση 4 μέτρων να τον πυροβολεί, ενώ είχε ακούσει πιο πριν κι άλλους πυροβολισμούς, δεν θυμάται αν ο ληστής φορούσε καπέλο ή μαντήλι.

Η πρόεδρος δείχνει στον μάρτυρα φωτογραφίες από τους ληστές για ν’αναγνωρίσει τον ληστή που λέει ότι είδε να πυροβολεί. Δείχνει κάποιον από τους ληστές που φορούσε μπεζ μπλούζα με μακρύ μανίκι, χαρακτηριστικά λέει “νομίζω δεν φορούσε κοντομάνικη μπλούζα”.

Στη συνέχεια η εισαγγελέας σε ερωτήσεις προς τον μάρτυρα προσπαθεί με κάθε τρόπο να τον καθοδηγήσει, ώστε τώρα να πει ότι αυτός που πυροβολούσε τελικά φορούσε κοντομάνικη χακί μπλούζα, χρησιμοποιεί μάλιστα το πρόσχημα ότι όταν έδειχνε στην πρόεδρο τον ληστή που νομίζει ότι είδε δεν φορούσε τα γυαλιά του. Άλλωστε λέει, το χακί χρώμα μοιάζει με το μπεζ!!
Ο μάρτυρας μια δείχνει τον έναν ληστή με το μπεζ μακρύ μανίκι μια εκείνον με την κοντομάνικη χακί μπλούζα.

Παπαδάκης : Στην αρχική σας κατάθεση λέτε ότι δεν ξέρετε ποιος έριξε τις πρώτες βολές στον Μίχα. Αυτός που λέτε ότι είδατε να πυροβολεί προς τον Μίχα είτε φορούσε κοντομάνικη χακί είτε ό,τι άλλο από τι απόσταση πυροβόλησε;

Μαργαρίτης Ιωάννης: 3 με 4 μέτρα

Παπαδάκης : το ίδιο είχατε πει και τότε. Οι σφαίρες που βρέθηκαν στο σώμα του Μίχα ξέρετε από τι απόσταση διαπιστώθηκε ότι πυροβολήθηκαν;

Μαργαρίτης Ιωάννης : Όχι, άκουσα μία εξ επαφής.

Παπαδάκης : 3 εξ επαφής και 1 από τα 10 εκατοστά από 3 και 4 μέτρα δεν υπάρχει σφαίρα και καμία σφαίρα δεν βρέθηκε κάτω που να έχει αστοχήσει.

Συνεχίζοντας ο Παπαδάκης ρωτά αν τελικά ο μάρτυρας είναι σίγουρος για το ποιος από τους τρεις ληστές που είδε στις φωτογραφίες είναι αυτός που πυροβόλησε. Ο Μαργαρίτης παραδέχεται πως όχι δεν είναι σίγουρος.

Ο μάρτυρας στο τέλος ήταν ιδιαίτερα προκλητικός και εμπαθής στις ερωτήσεις που του έκανε η κ. Παπαρρούσου σχετικά με το αν είδε καπέλο στον χώρο. Καταθέτει ότι δεν είδε καπέλο πουθενά πεσμένο.

Το δικαστήριο διέκοψε νωρίτερα καθώς απουσίαζαν αρκετοί μάρτυρες κατηγορίας οι οποίοι δεν είχαν προσέλθει. Κρίθηκε απαραίτητη η βίαιη προσαγωγή τους για την Τρίτη 14 Φεβρουαρίου, όπου θα συνεχιστεί το εφετείο στην αίθουσα 120 Δ στον 6ο όροφο στις 9πμ.

Ρεπορτάζ, σύνταξη : GiaNt & Σύλβια Bαρνάβα

Σχόλια:

Notify of
avatar
wpDiscuz