SupGaleano.
27 Δεκεμβρίου 2017.

Καλημέρα, καλησπέρα, καληνύχτα, καλό ξημέρωμα.

Θέλουμε να ευχαριστήσουμε όσους παρακολουθούν είτε παρευρισκόμενοι εδώ στο CIDECI, είτε από απόσταση, όσον αφορά τη γεωγραφία και το ημερολόγιο, αυτή τη δεύτερη Συνάντηση «Με τις Επιστήμες (Συνειδήσεις) για την Ανθρωπότητα», το κεντρικό θέμα της οποίας υποτίθεται πως είναι «οι επιστήμες απέναντι στο τείχος».

Χαιρόμαστε που αποφασίσατε να συμμετέχετε είτε ως εισηγητές είτε ως ακροατές και θεατές.

Το όνομά μου είναι SupGaleano. Σήμερα δε πρόκειται να σας μιλήσω για επιστήμη, τέχνη, ή πολιτική, ούτε να σας διηγηθώ κάποια ιστορία.

Αντίθετα, θα σας μιλήσω για ένα έγκλημα και τις πιθανές αναλύσεις και ερμηνείες του.

Και όχι για οποιοδήποτε έγκλημα, αλλά για αυτό που διαλύει τα ημερολόγια και επαναπροσδιορίζει το χρόνο. Που ταυτίζει τον εγκληματία και το θύμα με την σκηνή του εγκλήματος.

Ένα έγκλημα. Όμως… Ένα έγκλημα εν εξελίξει; Κάποιο που έχει ήδη διαπραχθεί; Κάποιο που πρόκειται να γίνει; Ποιο είναι το θύμα και ποιος ο θύτης; Ποια η σκηνή του εγκλήματος;

Ίσως κάποια, κάποιος, κάποι@, να συμφωνεί μαζί μου ότι τα εγκλήματα αποτελούν ήδη κομμάτι της πραγματικότητας που αντιμετωπίζουμε στο Μεξικό και σε κάθε μεριά του κόσμου.

Εγκλήματα έμφυλα ή γυναικοκτονίες, ομοφοβικά, ρατσιστικά, εργατικά, ιδεολογικά, θρησκευτικά, λόγω ηλικίας, εμφάνισης, επιχειρηματικών διαφορών, παράλειψης, χρώματος και πάει λέγοντας.

Με δύο λόγια: ένα έδαφος βυθισμένο στο αίμα. Τόσο, που τα θύματα δεν έχουν πλέον όνομα, είναι μόνο αριθμοί, στατιστικοί δείκτες, μικρά μονόστηλα για να συμπληρώσουν τα κενά στις εσωτερικές σελίδες των μέσων. Ακόμα κι όταν πρόκειται για το αίμα των ίδιων των συναδέλφων τους.

Χιλιάδες εγκλήματα με μικρά γράμματα, που τρέφονται από ένα μεγαλύτερο.

Η διαστροφή είναι τόσο μεγάλη που οι συγγενείς των θυμάτων θα πρέπει να αγωνιστούν όχι πλέον για τη ζωή των απόντων τους, αλλά για να μη πεθάνουν δύο φορές: με θάνατο ηθικό και θάνατο της μνήμης.

Για να μην πάμε πολύ μακριά, εδώ στο Μεξικό, λέμε πλέον για κάθε θύμα βίας ότι «πέθανε από φυσικό θάνατο».

Κάθε δραστηριότητα, κάθε βήμα, κάθε λεπτό μιας άλλοτε φυσιολογικής ζωής, σήμερα χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα…

Θα φτάσω ζωντανή στη δουλειά, στο σπίτι, στο σχολείο, ως την επόμενη μέρα; Θα βρουν το σώμα μου; Θα είναι ακέραιο; Θα πουν ότι εγώ το προκάλεσα και θα με κατηγορήσουν για την απουσία μου; Θα πρέπει οι κοντινοί μου άνθρωποι να αγωνιστούν για να με βρουν, για να μη με ξεχάσουν; Η οικογένεια, οι φιλίες, οι άνθρωποι που με γνωρίζουν, όσοι δε με γνωρίζουν, θα αφιερώσουν μια σκέψη, ένα twit, ένα χαμηλόφωνο σχόλιο, ένα δάκρυ στο θάνατό μου; Και μετά; Θα προχωρήσουν; Θα παραμείνουν σιωπηλοί; Πως θα αντιδράσουν όταν τους πουν ότι αυτή η γυναίκα δε δολοφονήθηκε, απλά πέθανε;
Τι θα πουν όταν τα μέσα θα περιγράφουν με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες τα ρούχα μου, την ώρα και τον τόπο; Θα αγγίξει ο θάνατός μου το απαραίτητο όριο προκειμένου να σημάνουν οι κυβερνώντες «έμφυλο συναγερμό»; Ο δολοφόνος μου, ναι, στο αρσενικό, θα τιμωρηθεί; Ποιος θα εξηγήσει τι, για το έγκλημα, ότι μου επιτέθηκε επειδή είμαι γυναίκα; Ναι, νέα, κορίτσι, ενήλικη, ώριμη, ηλικιωμένη, όμορφη, άσχημη, αδύνατη, χοντρή, ψηλή, κοντή, αλλά πάντα γυναίκα.

Γιατί κανείς δεν με προειδοποίησε ότι το να γεννηθώ γυναίκα και να μεγαλώσω σε αυτό το ημερολόγιο, σε οποιαδήποτε γεωγραφία, θα ελαχιστοποιούσε την ελπίδα μου για ζωή; Ότι θα έπρεπε να αγωνίζομαι κάθε καταραμένο λεπτό όχι για να εκτιμήσουν και να σεβαστούν τα προσόντα μου, μεγάλα ή μικρά, για να έχω μια δίκαιη αμοιβή για την εργασία μου, ευκαιρίες σπουδών, εργασίας, σχέσεων, για να γίνω ευτυχισμένη ή δυστυχισμένη, εξαρτάται από το αν θα σέρνομαι, αν θα βαδίζω ή αν θα τρέχω στα ημερολόγια, αν θα φυτοζωώ, ή αν θα μου λένε πώς να ζήσω αλλά πρέπει να παλεύω για να μη με σκοτώσουν, όχι μια, αλλά δύο, τρεις, εκατό, χιλιάδες φορές;

Γιατί δεν με δολοφονεί μόνο ο άντρας που με σκοτώνει, με δολοφονεί κι εκείνος που αγνοεί το θάνατό μου, τον αμβλύνει, τον ρετουσάρει, τον συγκαλύπτει, τον κηλιδώνει με τη συκοφαντία («είχε ντυθεί προκλητικά», «είχε πιει», «ήταν σ’ ένα καταγώγιο», «περπατούσε νύχτα», «περπατούσε μόνη») αποσιωπώντας ότι το μοναδικό μου έγκλημα είναι ότι ζω. Απλώς, ότι ζω. Δεν παίζουν ρόλο η ηλικία, τα πιστεύω, το χρώμα, η πολιτική θέση, οι ιδέες, τα όνειρα και οι εφιάλτες μου.
Ο δολοφόνος μου δεν πήρε αυτή την απόφαση γιατί εγώ θα ψήφιζα ή θα απείχα, γιατί θα ψήφιζα κόκκινο, πράσινο, μπλε, καφέ, κίτρινο ή ανεξάρτητο/η. Ή γιατί δεν έχω καν εκλογική ταυτότητα. Ούτε η ηλικία μου ήταν το κίνητρό: είμαι κορίτσι, νέα, ενήλικη, ώριμη, ηλικιωμένη. Με δολοφόνησε επειδή είμαι γυναίκα.

Σε αυτό το σημείο βρισκόμαστε. Αποδεχόμαστε ως εξήγηση ενός έμφυλου εγκλήματος, της δολοφονίας μιας γυναίκας, της γυναικοκτονίας το εξής: ήταν γυναίκα, ποιος της είπε να βγει, πήγαινε γυρεύοντας. Και το κυνήγι συνεχίζεται. Γιατί η σιωπή είναι συνενοχή, και συνενοχή είναι ο εγκωμιασμός του εγκλήματος. Αλλάζει μόνο η θέση: από το έγκλημα στην κανονικότητα. Ας κάνουμε λοιπόν μια πρόποση γιατί αυτό είναι το σύστημα που ολοκληρώνει την ιστορία, όπου η ανθρωπότητα φτάνει στον ύψιστο βαθμό ανάπτυξης της, και όποιος εργάζεται και προσπαθεί, χαίρει προόδου και ευημερίας.

Αυτό είναι το καπιταλιστικό σύστημα, το σύστημα στο οποίο η δολοφονία μιας γυναίκας αποτελεί κομμάτι της καθημερινής ζωής, του καθημερινού θανάτου, του τρόμου που επωμίζεται η έμφυλη ταυτότητά της.

Ή μήπως όχι; Ή μήπως όλα εξαρτώνται από το ποιος θα εξηγήσει το θάνατό μου; Ή πλέον δεν έχει καμία σημασία; Δεν αξίζει καμιά εξήγηση; Μήπως ο θάνατός μου είναι σαν τη βροχή που κάνει πιο αργή την κίνηση των οχημάτων προκαλώντας δυσαρέσκεια στους, στις, οδηγούς που θα φτάσουν αργά ως την επόμενη δολοφονία, σα να ήταν το επόμενο φανάρι; Τσιν! Ξανά κόκκινο, κι άλλη νεκρή, κι άλλη δολοφονημένη, κι άλλη καθυστέρηση.

Ο SupMarcos έλεγε ότι, έπρεπε να πεθάνουν χιλιάδες ιθαγενείς, για να μας δώσουν σημασία. Αν ήταν κάποιοι λίγοι, όλα εντάξει. Αν ήταν δεκάδες, έλεγαν πως: «είναι μέρος της βάρβαρης φύσης τους», «σύμπτωμα της πολιτιστικής τους καθυστέρησης», «η κυβέρνηση πρέπει να εκπληρώσει το ιστορικό της χρέος προς τους πλέον απροστάτευτους». Αν ήταν εκατοντάδες, «α, οι φυσικές καταστροφές, τους καημενούληδες!». Αν ήταν χιλιάδες, τότε, ναι, κάποιοι αναρωτιόνταν «Τι συμβαίνει;», «Γιατί;».

Ας αναρωτηθούμε λοιπόν: Πόσες γυναίκες χρειάζεται να δολοφονηθούν για να διερωτηθούμε τι συμβαίνει και γιατί; Ποιος είναι ο υπεύθυνος του εγκλήματος, ποιο το θύμα και ποιο το κίνητρο;

Ή μήπως πρέπει να περιμένουμε το επόμενο σκάνδαλο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης; Σοβαρά; Εκεί που παλιά υπήρχε η ελεημοσύνη λόγω οίκτου ή δίνονταν κάποια χρήματα σήμερα ένα twit, ή ένα νήμα αν πιέζομαι;

Πριν λίγο καιρό, σε αυτή την αστείρευτη πηγή σοφίας, ανεκτικότητας και αγωνίας για το κοινό καλό, όπως είναι το μέσο κοινωνικής δικτύωσης «twitter», ένας χρήστης επέπληττε μια χρήστρια που καταδίκαζε τη δολοφονία μιας γυναίκας, (ακόμα μιας) ως γυναικοκτονία. Ο εν λόγω χρήστης της έλεγε πάνω κάτω τα εξής: «Δεν πρόκειται για γυναικοκτονία γιατί αυτή δεν ήταν φεμινίστρια, ήταν απλά γυναίκα».
Και κατέληγε: «εσείς οι φεμιναζί δε σέβεστε καθόλου τις υπόλοιπες γυναίκες και θέλετε να μεταδώσετε το μίσος σας σε όλες». Φαντάζομαι ότι η ανταπάντηση που έλαβε ο συγκεκριμένος χρήστης θα ήταν του τύπου «δεν έχεις πρόσβαση σε αυτό το λογαριασμό. Είσαι μπλοκαρισμένος γιατί η χρήστρια είναι αλλεργική στη βλακεία».

***

Ένα έμφυλο έγκλημα. Θα μπορούσαμε να προσπαθήσουμε να δώσουμε μια εξήγηση, να κάνουμε μια υπόθεση. Θα μπορούσαμε, για παράδειγμα, να ρωτήσουμε το δολοφόνο γιατί διέπραξε το συγκεκριμένο έγκλημα.

Σας λέω εκ των προτέρων ότι οι δικαιολογίες θα είναι πολλές αλλά πάντα η ίδια. Η ανομολόγητη απάντηση του αρσενικού, θα είναι πάντα η εξής: «γιατί μπορώ να το κάνω, θα έρθουν κι άλλοι κι άλλες που θα μου δώσουν την αφορμή, το κίνητρο.»

Ναι, αν και εξαρτάται.

Για παράδειγμα:

Πριν λίγες μέρες, το ειδησεογραφικό πρακτορείο Apro, μετέδωσε την ακόλουθη πληροφορία:

Εκφράζοντας τη λύπη του για τις γυναικοκτονίες στη χώρα, ο καρδινάλιος Juan Sandoval iguez αναφέρθηκε σε ένα υποτιθέμενο πείραμα που πραγματοποιήθηκε στη πόλη Juárez, της πολιτείας Chihuahua, και στο οποίο ένας αστυνομικός με πολιτικά που επέβαινε σε πολυτελές αυτοκίνητο «κατακτούσε» γυναίκες και τις οδηγούσε στο δημαρχιακό μέγαρο όπου τις επέπλητταν για τη συμπεριφορά τους λέγοντας τα εξής: «πηγαίνετε με τον οποιονδήποτε γι’ αυτό σας σκοτώνουν».

Σε συνέντευξη του στο Canal 44, αφού προηγουμένως είχε παρευρεθεί στην συζήτηση που είχε οργανώσει η Coparmex (Εργοδοτική Συνομοσπονδία της Μεξικανικής Δημοκρατίας), ο επίσης επίτιμος επίσκοπος της Guadalajara είπε ότι η ανησυχητική αύξηση των γυναικοκτονιών στη χώρα οφείλεται στην «απερισκεψία των γυναικών».

«Από την μεριά των γυναικών υπάρχει τουλάχιστον απερισκεψία. Δεσμεύονται, κολλάνε σε όποιον δουν να κυκλοφορεί καλοντυμένος», ξεσπά ο Sandoval iguez για να αναφερθεί στη συνέχεια στο υποτιθέμενο πείραμα που πραγματοποιήθηκε στην πόλη Juárez.

Όπως μπορείτε να αντιληφθείτε δεν υπάρχει καν αναφορά στους δολοφόνους. Υπεύθυνη για τη δολοφονία της είναι η ίδια η γυναίκα και η «εκ φύσεως» απερισκεψία της.

Ξέρω. Αναρωτιέστε προς τι όλο αυτό το κήρυγμα σχετικά με τις γυναικοκτονίες αφού εδώ βρεθήκαμε για να μιλήσουμε για τις επιστήμες και το τείχος.

Εντάξει, προς υπεράσπισή μου, να εξηγήσω ότι περιγράφω ένα μέρος του τείχους. Και το πρώτο που ξεχωρίζει εκεί, είναι ένα μεγάλο γκράφιτι, με τη λέξη «ΕΝΟΧΟΣ», ζωγραφισμένη από το ωχρό αίμα των γυναικών θυμάτων βίας, το οποίο καλύπτει τις 5 ηπείρους.

Βέβαια, εξαρτάται. Υπάρχουν και εκείνοι που βλέπουν τη μεγάλη επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο, τις μεγαλοπρεπείς μεγαλουπόλεις, τα χρυσαφένια φώτα που αντανακλώνται στους ουρανοξύστες.

Κι εμείς εδώ οι ανόητοι και ανεύθυνοι, να ακούμε ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα έγκλημα. Το πιο μεγάλο, αβυσσαλέο, εκτεταμένο και τρομερό στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ένα έγκλημα παύλα σύστημα.

Αλλά σας ξεκαθάρισα, ήδη από την αρχή, ότι δεν επρόκειτο να μιλήσω για επιστήμη, τέχνη, πολιτική, ούτε να σας διηγηθώ κάποια ιστορία. Είπα, επακριβώς, ότι θα μιλούσα για ένα έγκλημα. Έτσι εξαρτάται από σας αν θα συνεχίσετε να ακούτε, να διαβάζετε ή να κλικάρετε στο εικονίδιο της ανανέωσης γιατί η αναμετάδοση στο stream έχει ήδη πέσει και η οθόνη του κομπιούτερ, του τάμπλετ, του κινητού, έχει παγώσει σε αυτή τη λέξη που μπορεί να συνοψίσει με ακρίβεια την εξήγηση που δίνει το σύστημα για τις δολοφονίες γυναικών: «ΈΝΟΧΟ».

Και καθώς η μετάδοση ξαναρχίζει, στρέφω το βλέμμα μου προς τα πάνω για να δω και να ακούσω αν κάποιος αναφέρεται σε αυτό, σε αυτά τα εγκλήματα. Αλλά τίποτε. Ίσως να φταίει η σύνδεσή μου και στην πραγματικότητα να μιλάνε, να προτείνουν σχέδια, στρατηγικές, τακτικές για να μπει ένα τέλος σε αυτό τον εφιάλτη.

Και τότε, καθώς η αναμετάδοση ξαναρχίζει, εσείς, εμείς ακούμε τα λόγια του ποιητή Juan Bañuelos. Η φωνή του μόλις που ακούγεται, σαν μια ηχώ, γιατί η ηχογράφηση έχει γίνει πριν από 10 χρόνια, με αφορμή το αφιέρωμα που έγινε προς τιμή του κατά τη διάρκεια της Συνάντησης των ποιητών του λατινοαμερικανικού κόσμου, το 2007. Στη φωνή του δεν υπάρχει τίποτε το εορταστικό για το βραβείο που του απένειμαν. Αντίθετα, διακρίνεται ένα ελαφρύ τρέμουλο πόνου, αγανάκτησης και οργής. Τον ακούμε να λέει:

«Αλλά αυτό για το οποίο θα αναφερθώ πιο συγκεκριμένα είναι το εξής: στις 22 Δεκεμβρίου 1997 διεπράχθη η δολοφονία 45 ιθαγενών στην κοινότητα της Ακτεάλ, που βρίσκεται στο δήμο San Pedro Chenalhó της πολιτείας Chiapas. Η πιο αιματηρή απ’ όλες τις επιθέσεις που δέχθηκαν: γυναίκες, παιδιά και άντρες δολοφονήθηκαν με ξέφρενη μανία από παραστρατιωτικές ομάδες. Η εξήγηση που προσπάθησε να δώσει η κυβέρνηση ήταν πως επρόκειτο για «διαφυλετικές διαμάχες». Δεν ήταν τυχαίο, ούτε ότι η πλειοψηφία των νεκρών ήταν γυναίκες ούτε ότι οι βιασμοί διεπράχθησαν από τις παραστρατιωτικές ομάδες, για να σπείρουν τον τρόμο στις κοινότητες και να επιτεθούν στα αυτονομικά προγράμματα.

Ήδη από την ίδρυσή της ιθαγενικής οργάνωσης Las Abejas, η απάντηση ήταν ο άγριος βιασμός, το Δεκέμβριο του 1992, των συζύγων των ιδρυτών, μια εκ των οποίων ήταν 7 μηνών έγκυος. Η σφαγή της Ακτεάλ υποδηλώνει ότι με τη δολοφονία των γυναικών θα καταστρεφόταν ένα σύμβολο της αντίστασης: ο στόχος είναι «να σκοτώσουμε το σπόρο», αυτή ήταν η κραυγή των παραστρατιωτικών εκείνη την 22α Δεκεμβρίου: για να πάψουν να αναπαράγονται οι ινδιάνοι. Η δολοφονία στην Ακτεάλ δεν ήταν το αποτέλεσμα μιας παρανοϊκής βίας ή φυλετικών και προσωπικών αντεκδικήσεων. Εκείνοι που φέρουν αποκλειστικά την ευθύνη για την απουσία εις βάθους έρευνας αλλά και για την ταύτισή τους με τους ενόχους αυτά τα 10 χρόνια από τα γεγονότα, είναι οι ομάδες της κρατικής εξουσίας και οι πρόεδροι του Μεξικού. Τίποτε δεν επιλύθηκε.»

Φαντάζομαι πως υπάρχει κάποια παύση, ίσως για να καθαρίσει τη φωνή του, ίσως πάλι προσπαθώντας να συγκρατήσει την οργή του:

Την επομένη της 22ας Δεκεμβρίου 1997 πήγα στην Ακτεάλ ως μέλος της Conai (Εθνική Επιτροπή Διαμεσολάβησης για την Ειρήνη) για να ερευνήσω τα γεγονότα. Η εντύπωση που μου προκάλεσε ήταν τρομακτική: βρίσκαμε ματωμένα ρούχα παιδιών και γυναικών στα κλαριά των θάμνων και σε μια μικρή σπηλιά όπου είχαν προσπαθήσει να κρυφτούν. Κάποιοι από τους επιζήσαντες έδωσαν τη μαρτυρία τους αφηγούμενοι λεπτομερώς το πώς σφαγιάστηκαν κάποιες γυναίκες, ανοίγοντας τις κοιλιές τους (4 ήταν έγκυες) και ξεριζώνοντάς τους τα έμβρυα, με τέτοια μανία που μόνο μια πολιτική εξόντωσης μπορεί να γεννήσει.

Στην καρδιά της Micaela, ενός μικρού κοριτσιού 11 ετών, έχει φωλιάσει ο φόβος.
Μας αφηγείται ότι από νωρίς το πρωί προσευχόταν με τη μαμά της και έπαιζε με τα αδερφάκια της, για να μην κλαίνε. Υπήρχαν αρκετές γυναίκες στο εκκλησάκι.
Στις 11 το πρωί άρχισαν οι πυροβολισμοί, τα παιδιά άρχισαν να κλαίνε, άντρες και γυναίκες να τρέχουν και κάποιους τους βρήκαν οι σφαίρες εκεί ακριβώς. Μια σφαίρα χτύπησε την μαμά της
Micaela στην πλάτη. Την είχαν βρει από το κλάμα των δύο παιδιών της τα οποία δολοφονήθηκαν αμέσως μετά. Η Micaela σώθηκε γιατί νόμιζαν πως ήταν νεκρή. Φοβόταν πολύ και έτρεξε να κρυφτεί στην όχθη του ποταμού. Από εκεί είδε τους παραστρατιωτικούς που επέστρεφαν με τις ματσέτες στα χέρια. Γελούσαν δυνατά και έκαναν πλάκα, καθώς έγδυναν τις νεκρές γυναίκες και τους έκοβαν τα στήθη.
Σε κάποια έχωσαν ένα ξύλο ανάμεσα στα πόδια. ‘Άνοιγαν τις κοιλιές των εγκύων, άρπαζαν τα βρέφη και έπαιζαν με αυτά: τα πετούσαν από ματσέτα σε ματσέτα. Στο τέλος, έφυγαν ουρλιάζοντας, ουρλιάζοντας και ουρλιάζοντας. Τη
Micaela την πήρε από το χέρι ο θείος της, ο Antonio για να ψάξουν ανάμεσα στους νεκρούς τα ξαδέλφια της ή κάποιο γνωστό που ίσως είχε επιζήσει. Εκείνη συνεχίζει την αφήγηση: «σώσαμε δύο παιδάκια που ήταν μαζί με τη νεκρή μητέρα τους. Το πόδι του μικρού αγοριού είχε σμπαραλιαστεί, ένα άλλο κοριτσάκι ήταν με το κρανίο διαλυμένο και στριφογυρνούσε προσπαθώντας να γαντζωθεί στη ζωή. Μετά τη γενοκτονία πολλοί δεν μπόρεσαν πολεμήσουν τη θλίψη.
Η
Marcela και η
Juana έχασαν τα λογικά τους, δεν μπορούν να μιλήσουν, βγάζουν μόνο κάποιους ήχους στο άκουσμα του θορύβου από τα στρατιωτικά ελικόπτερα που πετούν πάνω από την κοινότητα».

Ο Juan Bañuelos ζητά συγνώμη. Ξέρει πως ο λόγος του ακούγεται αναχρονιστικός για κάποιους από τους παρευρισκόμενους (του τότε και του σήμερα):

«Ας με συγχωρήσει το κοινό αυτής της εκδήλωσης αν σε αυτή τη γιορτή του λόγου με ποιητές από διάφορες χώρες χρειάστηκε να αναφερθώ στην τρομερή σφαγή της Ακτεάλ, που συνέβη πριν από 10 χρόνια, και για την οποία ακόμα δεν έχει υπάρξει λύση. Ο λόγος είναι ότι εγώ γεννήθηκα στην Chiapas και υπήρξα μέλος της πρώην Conai. Μου είναι αδύνατο, λοιπόν να μένω σιωπηλός.

Σε κάποιους μπορεί να φαίνεται ριζοσπαστική η απαίτηση για βαθιές αλλαγές στη χώρα μου. Θα σας απαντήσω, ωστόσο, δανειζόμενος τη σκέψη του José Martí, του μεγάλου ποιητή της Αμερικής: «Ριζοσπαστικό είναι ακριβώς αυτό που φτάνει στις ρίζες. Ριζοσπάστης δεν είναι εκείνος που δεν κοιτά σε βάθος τα πράγματα. Ούτε ο άνθρωπος που δεν συνδράμει στην ασφάλεια και την ευτυχία των άλλων ανθρώπων», γιατί πρέπει να συμφωνήσουμε στο εξής: «πατρίδα είναι η ανθρωπότητα»*.
Ως εκ τούτου, και ακριβώς γι’ αυτό το λόγο, μεταμορφώνω, αλλάζω αυτή την εκδήλωση τιμής στο πρόσωπό μου, και την αποδίδω στη μνήμη των σφαγιασθέντων στην Ακτεάλ.»

Ο Juan Bañuelos, ένας ποιητής τελικά, διαβάζει το ποίημα της ποιήτριας Xuaka´ Utz´utz´Ni **, με τον τίτλο «Για να μην έρθει ο Στρατός»:

Άκουσε, ιερή αστραπή,

άκουσε, άγιο βουνό,

άκουσε, ιερή σπηλιά:

Ήρθαμε για να αφυπνίσουμε τη συνείδησή σου.

Ήρθαμε για να ξυπνήσουμε την καρδιά σου,

για να ρίξεις με το τουφέκι σου,

για να ρίξεις με το κανόνι σου,

για να φράξεις το δρόμο αυτών των ανθρώπων.

Ακόμα κι αν έρθουν τη νύχτα.

Ακόμα κι αν έρθουν το χάραμα.

Ακόμα κι αν έρθουν με όπλα.

Μην τους αφήσεις να χτυπήσουν.

Μην τους αφήσεις να βασανίσουν.

Μην τους αφήσεις να βιάσουν

Στα σπίτια μας, στις εστίες μας.

Πατέρα του βουνού Huitepec, μητέρα του βουνού Huitepec,

Πατέρα της λευκής σπηλιάς, μητέρα της λευκής σπηλιάς

Πατέρα του βουνού San Cristóbal, μητέρα του βουνού San Cristóbal:

Ας μην μπουν στα χώματά σου, μεγάλε προστάτη

Ας παγώσουν τα τουφέκια τους, ας παγώσουν τα πιστόλια τους.

Kajval, δέξου αυτό το μπουκέτο από λουλούδια

Δέξου αυτή την προσφορά από φύλλα, δέξου αυτή την προσφορά από καπνό,

Ιερέ πατέρα του Chaklajún, ιερή μητέρα του Chaklajún.

Ο Juan Bañuelos ολοκληρώνει την παρέμβασή του λέγοντας:

«Απαιτούμε να γίνει δίκη με συνοπτικές διαδικασίες για τον βορειοαμερικανό πρώην πρόεδρο Zedillo και τους συνεργούς του.»

Τον χειροκροτούν ή όχι; Δεν το ξέρουμε. Η ηχογράφηση κόβεται απότομα στη λέξη «συνεργούς του». Σε μια συνάντηση ποιητών, ένας καλλιτέχνης του λόγου αποφασίζει να μιλήσει για ένα έγκλημα, και αντί να ευχαριστήσει για την τιμή που του γίνεται, απαιτεί αλήθεια και δικαιοσύνη. Ο Juan Bañuelos δεν το ξέρει, γιατί ο φυσικός θάνατος τον άφησε δίχως λόγια κάποια φεγγάρια πίσω, αλλά οι φυσικοί και ηθικοί αυτουργοί αυτού του εγκλήματος είναι ελεύθεροι με τη συνενοχή, και τότε και τώρα, των ηγετών του μεξικανικού Κόμματος Κοινωνικής Συνάντησης.

Πριν λίγες ώρες απεβίωσε, εν ειρήνη και με «την πνευματική αρωγή της αγίας μητέρας εκκλησίας», ένας από τους ηθικούς αυτουργούς αυτής της σφαγής: ο στρατηγός Mario Renán Castillo Fernández.

Και όπου ακούτε Acteal, μπορείτε να προσαρμόσετε το ημερολόγιό σας, λέγοντας σήμερα «Chalchihuitán» και «Chenalhó», προσθέτοντας τη μεταβλητή της διένεξης ανάμεσα στο κόκκινο και το πράσινο PRI για την θέση του επόμενου κυβερνήτη της Chiapas.
Εκείνοι βάζουν τους υποψηφίους, και οι ιθαγενείς οπαδοί τους, τους εκτοπισμένους και τους νεκρούς.

Είπα προηγουμένως ότι κανείς δε μιλά για τα εγκλήματα εναντίον των γυναικών. Εξαρτάται προς τα πού στρέφετε το αυτί και το βλέμμα σας. Γιατί υπάρχει μια γυναίκα που ονομάζεται Guadalupe και τη φωνάζουν «Lupita». Ήταν 10 ετών όταν έγινε η σφαγή της Acteal και της έτυχε να ζήσει αυτό τον τρόμο και να βιώσει το θάνατο των κοντινών της ανθρώπων. Τώρα η Lupita είναι μέλος του Ιθαγενικού Συμβουλίου Διακυβέρνησης και, μαζί με την εκπρόσωπο του, τη Marichuy, διασχίζει τους δρόμους της χώρας και αφηγείται αυτή την ιστορία.

Η Lupita μιλά και με άλλες γυναίκες. Κάποιες είναι όπως εκείνη, άλλες όχι. Συζητά με όλες, αλλά δεν τους λέει μόνο: «δες τον εαυτό σου σε αυτή την ιστορία γιατί είναι και δική σου». Τις προτρέπει: «οργανώσου, αντιστάσου, μην υποτάσσεσαι, μην ξεπουλιέσαι, μην παραδίνεσαι. Μην περιμένεις να εισβάλλει ο τρόμος στο σπίτι σου, να καταλάβει το δρόμο, το σχολείο, τη δουλειά σου».

Η Lupita και η εκπρόσωπος δεν πηγαίνουν μόνες. Κι άλλες γυναίκες του Συμβουλίου, ιθαγενείς όπως εκείνες, γυναίκες όπως εκείνες, εργαζόμενες όπως εκείνες, φτωχές όπως εκείνες, μανάδες όπως εκείνες, σύζυγοι όπως εκείνες, κόρες όπως εκείνες, γιαγιάδες όπως εκείνες, αδελφές όπως εκείνες, οργανωμένες όπως εκείνες, εξεγερμένες όπως εκείνες, ταξιδεύουν στα διάφορα μέρη αυτού του εγκλήματος που ονομάζεται «Μεξικό» και μιλούν.

Για εκείνες δεν υπάρχουν πολυτέλειες, ιδιωτικά αεροπλάνα, ούτε ειδικοί απεσταλμένοι δημοσιογράφοι. Κάποιοι λένε πως συγκεντρώνουν υπογραφές προκειμένου να κατέβει ως ανεξάρτητη υποψήφια για την προεδρία της δημοκρατίας η εκπρόσωπος Marichuy.
Δεν ξέρω αν συγκεντρώνουν υπογραφές. Εκείνες λένε ότι συγκεντρώνουν πόνο, οργή, αγανάκτηση, και γι’ αυτό δεν υπάρχει ούτε διαδικτυακή εφαρμογή, ούτε κινητό χαμηλής, μεσαίας, υψηλής ποιότητας που να αντέxει τόσα terabits. Το μόνο που έχουν είναι το αυτί και την καρδιά τους. Ο λόγος τους είναι πάντοτε ίδιος: «οργάνωση», «αντίσταση», «εξέγερση».

Δεν το λένε, αλλά αυτό εκφράζουν: «μη με λυπάσαι, δε σου ζητώ ελεημοσύνη, σου λέω μόνο το εξής: βλέποντάς με δες τον εαυτό σου, και ακούγοντάς με, άκου τον εαυτό σου».

Κι εγώ λοιπόν ρωτώ όλους όσους παρευρίσκεστε, ακούτε, διαβάζετε ή βλέπετε: αξίζει στο Ιθαγενικό Συμβούλιο Διακυβέρνησης η ευκαιρία να περιοδεύσει σε ακόμα περισσότερα μέρη, να μιλήσει με περισσότερους ανθρώπους, να ακούσει κι άλλους πόνους και, αντί να προσφέρει υποσχέσεις, κυβερνητικά προγράμματα και υπουργικές θέσεις, να καταγγείλει ένα έγκλημα, να μοιραστεί την εξήγησή του, και να μας προτρέψει να ξεφορτωθούμε τον εγκληματία; Όχι να τον προσαρμόσουμε, να τον τροποποιήσουμε, να τον ανακυκλώσουμε, να τον συγχωρέσουμε, να τον ξεχάσουμε. Όχι. Να τον ξεφορτωθούμε, να τον καταστρέψουμε, να τον εξαφανίσουμε.

Η απάντηση σε αυτή την ερώτηση, το ξέρουμε, εξαρτάται από το ποιος, που και πως.

***

Αναφέρθηκα σε μια πτυχή του εγκλήματος. Γιατί, όπως είπα και στην αρχή, δεν πρόκειται να μιλήσω για επιστήμη, τέχνη, ή πολιτική. Ούτε θα σας διηγηθώ κάποια ιστορία. Ωστόσο, όταν μιλώ για το έγκλημα κάνω λόγο και για τις ερμηνείες που δίνονται. Και η εξήγηση αυτού του καθημερινού τρόμου ποικίλει. Εξαρτάται από το ποιος την δίνει και από ποια θέση.

Πιστό στην ευέλικτη φύση του, το Θεσμικό Επαναστατικό Κόμμα (PRI) της Acteal, εμπλούτισε αυτά τα έξη χρόνια την εγκληματική του εμμονή. Δεν του αρκούν η έρπουσα διαφθορά, η διαχειριστική ανικανότητα, η διπλωματική βλακεία, η ανηθικότητα ως τρόπος διακυβέρνησης.

Όχι, το PRI χρειάζεται πάντοτε ένα αποτρόπαιο έγκλημα ώστε να το διατηρεί εντός του πλαισίου που του προσδίδει ταυτότητα, χρώμα, προσανατολισμό και πρόγραμμα.

Και, οι ίδιες πένες που στην περίπτωση της Acteal χαρακτήρισαν τη δολοφονία άοπλων γυναικών, παιδιών και αντρών «διαφυλετική σύγκρουση», κατασκεύασαν τη θεωρία της «συμπλοκής μεταξύ εμπόρων ναρκωτικών» για την Ayotzinapa.

Περίεργος αυτός ο ορισμός της «συμπλοκής» που βρίθει στα νομικά και μιντιακά δικαστήρια της Εξουσίας: αποκαλείται «συμπλοκή», μολονότι το ένα από τα αντικρουόμενα μέρη είναι πάνοπλο και το άλλο ανυπεράσπιστο.

Στα πλαίσια του κυβερνητικού σχεδιασμού, ένας εξαντλημένος γενικός εισαγγελέας (ο Jesús Murillo Karam) κάνει την παρακάτω δήλωση. «Τους έκαψαν και τέλος. Να προσευχόμαστε να μη ξανασυμβεί».

Την περίοδο εκείνη της λεγόμενης «ιστορικής αλήθειας»***, μια ομάδα επιστημόνων αποδείκνυε ότι ήταν αδύνατη μια τέτοια εξήγηση. Αλλά η ανώτατη κυβέρνηση παρέμεινε αμετακίνητη στο επικυρωμένο και από τα μεγάλα ΜΜΕ σχέδιό της.

Συνεχίζουν να αποδίδουν τη βίαιη εξαφάνιση των νεαρών φοιτητών της Αγροτικής Παιδαγωγικής Σχολής της Ayotzinapa, στην πολιτεία Guerrero,σε αντίπαλη συμμορία διακίνησης ναρκωτικών. Και γύρω από αυτό, κατασκευάζεται ένα σχήμα κατανόησης της πραγματικότητας.

Το PRI παύλα κυβέρνηση, υποστηρίζει, με ανατριχιαστικό κυνισμό, ότι υπεύθυνος για όλα όσα αποκαλύπτουν αυτό που πραγματικά είναι, δηλαδή, ένας πληρωμένος δολοφόνος με κυβερνητική θέση και πτυχίο πανεπιστημίου του εξωτερικού, είναι ο εν υπηρεσία Σατανάς: το οργανωμένο έγκλημα σε συνεργασία με μια ομάδα διεστραμμένων επιστημόνων.

Η κυβέρνηση των τριών χρωμάτων ομολογεί, με θωρακισμένη βλακεία, ότι δεν ευθύνεται για τίποτε, αφού αυτή είναι ουσιαστικά είναι το ανοργάνωτο έγκλημα.

Αλλά, όπως στην Acteal, έτσι και στην Ayotzinapa υπάρχουν κι εκείνοι που δεν παραιτούνται, δεν ξεπουλιούνται, δεν υποτάσσονται, και, με συγκινητικό πείσμα, επιμένουν να απαιτούν αλήθεια και δικαιοσύνη.

***

Υπάρχει, νομίζω, ένα φαινόμενο στη νευροβιολογία που ονομάζεται «το σύνδρομο του μέλους – φάντασμα». Μη μου δίνετε και πολλή σημασία. Καλύτερα να ρωτήσετε κάποιον που ασχολείται περισσότερο με τη νευροεπιστήμη. Έχω ωστόσο την εντύπωση πως πρόκειται για την αίσθηση ότι ένα ακρωτηριασμένο μέλος του ανθρωπίνου σώματος εξακολουθεί να είναι συνδεδεμένο με το σώμα. Με άλλα λόγια, «αισθανόμαστε» την ύπαρξη ενός χεριού, μπράτσου, ποδιού ή ματιού που δεν υπάρχει.

Και, ίσως, μια υπόθεση κάνω, όταν λέμε πως «το Κράτος το έκανε», «Αποτυχημένο Κράτος», ή «Ναρκο – Κράτος», να αναφερόμαστε σε αυτή την απουσία. Ότι αυτό που βλέπουμε, και εναντίον του οποίου διαμαρτυρόμαστε δεν είναι παρά μια ένδειξη του «συνδρόμου του μέλους – φάντασμα». Το Εθνικό Κράτος στο σημερινό στάδιο του καπιταλισμού έχει ακρωτηριασθεί και αυτό που αντιλαμβανόμαστε είναι η ηχώ της ύπαρξής του. Δεν υπάρχει πλέον Κράτος. Το μόνο που υπάρχει είναι μια συμμορία εγκληματιών που υποστηρίζεται από μια ένοπλη ομάδα η οποία δε θα διστάσει να χρησιμοποιήσει το Νόμο Εσωτερικής Ασφάλειας για να μη λείψουν ο πόνος και η οργή από το καθημερινό τραπέζι του μεξικανών.

Πριν λίγες μέρες, ο κύριος Enrique Peña Nieto είπε πως το 2017 ήταν μια καλή χρονιά για το Μεξικό. Ακούγοντάς κάποιος αυτή τη δήλωση, αναρωτιέται μήπως εκτός από την αιδώ και την αξιοπρέπεια, του έχουν ακρωτηριάσει και τον εγκέφαλο, και παρουσιάζει το σύνδρομο του μέλους «φάντασμα»: δεν έχει πλέον εγκέφαλο, αλλά λειτουργεί σα να είχε.

***

«Όλα εξαρτώνται από την οπτική γωνία», μας λένε οι χίλιες γλώσσες της Εξουσίας. «Δεν υπάρχει μόνο μια αναγνωρίσιμη πραγματικότητα, αλλά πολλαπλές οι οποίες εξαρτώνται από διαφορετικά σχήματα».

Σας ρωτώ λοιπόν:

Όταν έχει συντελεστεί κάποιο έγκλημα, η εξήγησή του εξαρτάται από ποια οπτική γωνία το βλέπουμε ή μπορούμε να το αναλύσουμε με τη βοήθεια των επιστημών;

Ευχαριστώ για το αυτί και τη ματιά σας, και κυρίως για το αντιδημοφιλές επιστημονικό σας έργο.

Από το CIDECI-Πανεπιστήμιο της Γης, Chiapas.

SupGaleano.

Μεξικό, Δεκέμβριος 2017.

(*«Πατρίδα είναι η ανθρωπότητα» είναι ένα ποίημα του κουβανού ποιητή José Martí.

** H Xuaka´ Utz´ utz´ Ni´ και η María Cartones είναι δύο ινδιάνες ποιήτριες, θύματα της βίας των παραστρατιωτικών της Chiapas.

*** Με αυτή τη φράση ο γενικός εισαγγελέας Murillo Karam προσπάθησε να προωθήσει το παραμύθι ότι οι φοιτητές είχαν βρεθεί καμένοι σε μια χωματερή της περιοχής.)

 

avatar
  Subscribe  
Notify of