Αθώο έκρινε εχθές (2 Μαΐου) τον Παναγιώτη Ασπιώτη το Γ’ Τριμελές Εφετείο Αθηνών για την υπόθεση του βασανισμού του από κλιμάκιο της Αντιτρομοκρατικής. Η κατηγορία που του είχε αποδοθεί αρχικά και για την οποία το πρωτόδικο δικαστήριο του είχε επιβάλει ποινή δώδεκα μηνών φυλάκιση ήταν αυτή της αντίστασης κατά της αρχής επειδή αρνήθηκε την λήψη γενετικού υλικού.

Αρχικά ο συνήγορος υπεράσπισης, Βασίλης Παπαστεργίου, επισήμανε την απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου σύμφωνα με την οποία υπάρχει απόλυτη ακυρότητα όταν δεν έχει κοινοποιηθεί στον κατηγορούμενο η προθεσμία να διορίσει τεχνικό σύμβουλο. Πρόκειται για την υπ’ αριθμ. 1/2017 απόφαση της Ποινικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου μετά από σχετική προσφυγή του αναρχικού Γρηγόρη Τσιρώνη, αφού και ο ίδιος είχε πέσει θύμα βασανισμού από την αντιτρομοκρατική προκειμένου να του αποσπαστεί γενετικό υλικό δια της βίας. Η απόφαση αυτή ερμηνεύει τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αναφορικά με το δικαίωμα διορισμού τεχνικού συμβούλου από κατηγορούμενο στα πλαίσια λήψης γενετικού υλικού για την ανάλυση DNA. Σύμφωνα με την απόφαση, κατά την λήψη γενετικού υλικού από τον κατηγορούμενο για την ανάλυση DNA, αυτός έχει δικαίωμα να διορίσει τεχνικούς συμβούλους εντός της ταχθείσης προθεσμίας και, εφ’ όσον δεν έχει παρέλθει η προθεσμία αυτή, η λήψη γενετικού υλικού από τον κατηγορούμενο και η περαιτέρω ανάλυσή του συνιστούν άκυρες ανακριτικές πράξεις.

Ανέφερε επίσης ότι ο νομοθέτης προβλέπει στο 200Α ΚΠΔ ότι η λήψη γενετικού υλικού πρέπει να γίνεται με σεβασμό στην αξιοπρέπεια του κατηγορούμενου ενώ στην περίπτωση αυτή έγινε χρήση βίας, κάτι που εξακριβώθηκε από τον ιατροδικαστή.

Επικουρικά ανέφερε ότι η πράξη του Ασπιώτη έτσι κι αλλιώς δεν περιγράφεται από την κατηγορία της αντίστασης που προϋποθέτει άσκηση βίας από την πλευρά του αλλά από την πιο ελαφριά κατηγορία της απείθειας, αφού αντιστάθηκε παθητικά, όπως είχε προτείνει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ο εισαγγελέας.

Μάρτυρες κατηγορίας

Αμέσως μετά κλήθηκε ο πρώτος μάρτυρας κατηγορίας, Παναγιώτης Ράπτης, που ήταν ο επικεφαλής του κλιμακίου της αντιτρομοκρατικής που τον βασάνισε. Ο μάρτυρας υπερασπίστηκε την αρχική του κατάθεση, με βάση την οποία ασκήθηκε «η ελάχιστη δυνατή βία» από δύο μόλις αστυνομικούς. Αρνήθηκε ότι έγινε οποιαδήποτε βιαιοπραγία από πλευράς αστυνομικών, ενώ υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος χτυπούσε με μπουνιές και κλοτσιές. Επίσης κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος από μόνος του προσπαθούσε να αυτοτραυματιστεί. Στην ερώτηση τόσο του εισαγγελέα όσο και της υπεράσπισης να εξηγήσει πώς γίνεται να προκαλέσει μόνος του τραύματα στον λαιμό του και στην κοιλιά του (σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση) ενώ τα χέρια του ήταν δεμένα με χειροπέδες πίσω από την πλάτη, απάντησε πως ο κατηγορούμενος «βρισκόταν σε μια κατάσταση ανεξέλεγκτη και προσπαθούσε να αυτοτραυματιστεί»(sic).

Στην ίδια λογική ήταν και η κατάθεση του επόμενου μάρτυρα, προϊσταμένου της Διεύθυνσης Μεταγωγών, Χρήστου Λόη. Και ο δεύτερος μάρτυρας επανέλαβε ότι «από ό,τι με ενημέρωσαν, γιατί δεν ήμουν μπροστά εκείνη την στιγμή, όταν τέλειωσε η διαδικασία χτυπιόταν μόνος του…»

Μάρτυρες υπεράσπισης

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε η κατάθεση του πρώτου μάρτυρα υπεράσπισης κου Σαραφιανού, πρώην Πρόεδρου της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου ο οποίος κατέθεσε:

Η Ένωσή μας θεωρεί ότι η λήψη γενετικού υλικού προστατεύεται από την ίδια την έννομη τάξη, από το Σύνταγμα και από ευρωπαϊκές διατάξεις. Και άρα η λήψη γενετικού υλικού χωρίς την συναίνεση του κατηγορουμένου πρέπει να διέπεται από πολύ συγκεκριμένες τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις που, όταν αυτό δεν συμβαίνει, έχουμε παραβίαση των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων. Όταν δεν τις έχουμε αυτές, καθίσταται όλη η διαδικασία άκυρη γιατί τίθεται θέμα νομιμότητας. Σε κάθε περίπτωση μπαίνει το ερώτημα ποια είναι τα όρια του τρόπου με τα οποία μπορεί κάποιος να εκτελέσει μια διαδικασία λήψης γενετικού υλικού, η οποία διέπεται από συγκεκριμένους κανόνες, όπως η αρχή της προστασίας της αξιοπρεπείας του κατηγορουμένου. Σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να επιβληθεί βία στον κατηγορούμενο. Ο τρόπος με τον οποίο έγινε στην συγκεκριμένη περίπτωση καθιστά όχι μόνο μη νόμιμη την λήψη αλλά επιπλέον συνιστά βασανιστήριο κατά το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει πολύ συγκεκριμένες προϋποθέσεις για την λήψη γενετικού υλικού και λέει ότι αυτός που αρνείται την νόμιμη εντολή να δώσει γενετικό υλικό μπορεί να καταδικαστεί για απείθεια. Δεν είναι δυνατόν να επικυρώσουν τα ελληνικά δικαστήρια ότι η λήψη γενετικού υλικού θα γίνεται με τέτοιους τρόπους γιατί έτσι ακυρώνουμε την δυνατότητα των ελληνικών δικαστηρίων να επιβάλλουν ποινές σε αυτούς που κάνουν πράξεις βίας για συλλογή τέτοιου υλικού. Πρέπει να υπάρχει κάποιο όριο γιατί μετά θα φτάσουμε να νομιμοποιήσουμε τα βασανιστήρια.

Δεύτερος μάρτυρας ο Ι. Α., φίλος του Π. Ασπιώτη, ο οποίος αναφέρθηκε κυρίως στον χαρακτήρα του και στο ηθικό και αξιακό του σύστημα, το οποίο έχει ως κέντρο -όπως είπε- το γενικό καλό ακόμα και αν δεν ταυτίζεται με το «γενικό καλό» όπως το ορίζει η Πολιτεία. Αυτή η συνέπειά του ως προς το ηθικό του σύστημα είναι που τον οδήγησε στην απόφαση να αρνηθεί να δώσει γενετικό υλικό. Επισήμανε επίσης την σωματοδομική διαφορά μεταξύ του κατηγορούμενου και των ιδιαιτέρως γυμνασμένων αλλά και υπερεξοπλισμένων αστυνομικών, παρατηρώντας ότι είναι και πρακτικά αδύνατο να ασκήσει βία εναντίον τους ή να θεώρησαν ότι απειλούνται.

Επόμενη μάρτυρας υπεράσπισης η Μ. Π., σύζυγος του Π. Ασπιώτη, η οποία κατέθεσε τα περιστατικά όπως τα έζησε από το σημείο του βασανισμού και μετά. Αναφέρθηκε στα εμπόδια που συνάντησε για να τον επισκεφτεί ώστε να δει σε τι κατάσταση βρίσκόταν και την αναζήτησή της στα νοσοκομεία. Αναφέρθηκε επίσης στην εικόνα που είχε την επόμενη ημέρα, όταν τελικά τον επισκέφτηκε στα κρατητήρια της Διεύθυνσης Μεταγωγών:

Προσωπικά δεν μπορώ να την ξεχάσω την εικόνα που είδα, ήταν ένα ερείπιο, δεν μπορούσε καν να περπατήσει, είχε μώλωπες στο κεφάλι, εκδορές στο φρύδι, εκδορές στα χέρια, πόνους στα πλευρά που δεν μπορούσε να κάτσει και είχε και εμφανή σημάδια στον λαιμό.

Η απολογία

Όταν έφτασε το σημείο της απολογίας ο Π. Ασπιώτης εξιστόρησε τα γεγονότα, τονίζοντας ότι ο ίδιος αρνήθηκε να δώσει γενετικό υλικό, χωρίς να ασκήσει βία. Αντιθέτως περιέγραψε την δυσανάλογη βία, με μπουνιές και κλωτσιές, που δέχτηκε η οποία μάλιστα συνεχίστηκε και μετά την απόσπαση του γενετικού υλικού. Καταλήγοντας είπε:

Αυτό που λέω αποδεικνύεται κι από το βίντεο. Αν είχατε το βίντεο, αν το πρωτόδικο είχε δεχτεί το βίντεο, θα φαινόταν ότι εγώ λέω την αλήθεια. Δηλαδή μόνο και μόνο ότι ήρθαν με κουκούλες και με έσυραν στον μοναδικό χώρο που δεν υπάρχουν κάμερες, αποδεικνύει ποιες ήταν οι διαθέσεις τους.

Η πρόταση του Εισαγγελέα

Αθωωτική ήταν και η πρόταση του εισαγγελέα, Δημήτρη Ζημιανίτη, με μια παράλληλη όμως προσπάθεια να δικαιώσει τόσο τον Ειδικό Εφέτη Ανακριτή για την παράνομη εντολή που έδωσε, όσο και το κλιμάκιο της Αντιτρομοκρατικής που την εκτέλεσε. Μεταξύ άλλων είπε:

Η λήψη DNA είναι μια νόμιμη ανακριτική πράξη για την οποία δεν απαιτεί ο νόμος την συναίνεση του κατηγορουμένου. Προβλέπει όμως ο νόμος ότι αυτή η διαδικασία πρέπει να γίνεται χωρίς σοβαρές επεμβάσεις στο σώμα και χωρίς να θίγεται η αξία του ανθρώπου. Στην συνέχεια της ενέργειας που έλαβε χώρα τον Φεβρουάριο του 2016 εκδόθηκε η Απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου το 2017 η οποία εν τέλει εξίσωσε την διαδικασία λήψης DNA με την διαδικασία πραγματογνωμοσύνης, που δίνει το δικαίωμα στα πρόσωπα που εμπλέκονται στην διαδικασία αυτή να διορίσουν τεχνικό σύμβουλο και προβλέπει περισσότερες λεπτομέρειες στην διαδικασία, δίνοντας την δυνατότητα να προβάλλουν τα δικαιώματα που έχουν

καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ορθώς λειτούργησαν στο πλαίσιο της εντολής που είχαν από τον ειδικό εφέτη ανακριτή που την στιγμή εκείνη ήταν εντός νόμιμου πλαισίου. Επίσης εξέφρασε την γνώμη ότι την νομιμότητα ή μη της λήψης γενετικού υλικού στη συγκεκριμένη περίπτωση θα την δει το δικαστήριο της ουσίας (της υπόθεσης με αφορμή την οποία έγινε η απόσπασή του).

Για τα συγκεκριμένα περιστατικά, ο εισαγγελέας είπε:

από τα στοιχεία και από την ιατροδικαστική έκθεση προκύπτει ότι τα αστυνομικά όργανα δεν περιορίστηκαν στα όρια της αναγκαίας βίας η οποία όμως ενδεχομένως να συνέχεται και με την ιδιαιτέρως έντονη αντίδραση του κατηγορούμενου

που κατά την γνώμη του

συνιστά υπερβάλλουσα εκδήλωση της μη συναίνεσης του στην λήψη dna. Οι αντιδράσεις αυτές του κατηγορούμενου ωστόσο δεν μπορούν να θεωρηθούν ως μορφή βίας κατά των αστυνομικών οι οποίοι ήταν σε θέση ισχύος

και καταλήγοντας πρότεινε την απαλλαγή του κατηγορούμενου από τις κατηγορίες.

Τα επιχειρήματα της υπεράσπισης

Τέλος, ο συνήγορος υπεράσπισης, Βασίλης Παπαστεργίου, επισήμανε την διαφωνία του στο νομικό μέρος της πρότασης του εισαγγελέα αφού, σύμφωνα με την απόφαση του Αρείου Πάγου, η μη τήρηση των προϋποθέσεων στην λήψη γενετικού υλικού προκαλεί απόλυτη ακυρότητα του στοιχείου. Επίσης επισήμανε ότι το 2017, έναν χρόνο μετά το εξεταζόμενο περιστατικό, δεν άλλαξε ο νόμος αλλά η ερμηνεία του και ότι ο νόμος ακόμα και πριν την απόφαση του Αρείου Πάγου δεν προβλέπει την υπέρβαση της αναγκαίας βίας αλλά ακριβώς ότι όταν δεν τηρούνται οι προβλέψεις υπάρχει απόλυτη ακυρότητα. Κατέληξε ως προς αυτό το σκέλος ότι και αυτό το δικαστήριο μπορεί να κρίνει ότι δεν υπήρχαν οι όροι της νομιμότητας για την λήψη του γενετικού υλικού και ως εκ τούτου να την ακυρώσει.

Στο σκέλος της ερμηνείας του 200Α επισήμανε ότι ναι μεν υπάρχει η διατύπωση πως είναι υποχρεωτική η λήψη γενετικού υλικού αλλά πρέπει να γίνεται με απόλυτο σεβασμό στην αξιοπρέπεια του κατηγορουμένου. «Είναι αυτό αντιφατικό;» αναρωτήθηκε ρητορικά, για να διευκρινίσει πως σύμφωνα με τον αρχικό νομοθέτη άλλο πράγμα είναι το υποχρεωτικό και άλλο το εξαναγκαστικό. Υποχρεωτικό σημαίνει ότι αν αρνηθεί ο κατηγορούμενος διαπράττει το αδίκημα της απείθειας και τιμωρείται ξεχωριστά, ενώ εξαναγκαστικό ότι του αποσπάται δια της βίας. Με τα δικά του λόγια, «έχει έννομες συνέπειες αν αρνηθεί ο κατηγορούμενος και όχι κατά ανάγκη ότι πρέπει να του ασκηθεί βία». Συνέχισε λέγοντας ότι «στην συγκεκριμένη περίπτωση έχουμε υποβολή του κατηγορημένου σε κατάσταση ασφυξίας προκειμένου να του αποσπαστεί γενετικό υλικό. Δεν νομίζω ο νομοθέτης να επιθυμεί κάτι τέτοιο».

Σε σχέση με την κατηγορία καθ’ αυτή τόνισε ότι εν προκειμένω, στην χειρότερη περίπτωση, έχουμε περίπτωση απείθειας και ότι αυτό προκύπτει και από τις καταθέσεις των αστυνομικών που περιγράφουν απλά άρνηση να του αποσπαστεί γενετικό υλικό και όχι επίθεση. «Ήταν παθητική άμυνα απέναντι σε μια πράξη με την οποία διαφωνούσε».

Κλείνοντας την αγόρευσή του κάλεσε το δικαστήριο να βάλει ένα όριο το οποίο είναι «η προστασία της αξιοπρέπειας του ανθρώπου».

Αμέσως μετά την αγόρευση του Βασίλη Παπαστεργίου, το δικαστήριο, χωρίς καν να αποσυρθεί για να συσκεφθεί, κήρυξε αθώο τον Παναγιώτη Ασπιώτη.

avatar
  Subscribe  
Notify of