Δημοσιοποιούμε για πρώτη φορά ολόκληρη την με αριθμό 398/2014 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών που ομόφωνα έκρινε τους Διονύσιο Λιακόπουλο και Χρήστο Στεργιόπουλο ένοχους για την ανθρωποκτονία του Πακιστανού εργάτη Σαχζάτ Λουκμάν στα Πετράλωνα την 17/1/2013, από κοινού και σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, με την επιβαρυντική περίσταση του ρατσιστικού κινήτρου.

Η ποινή που επεβλήθη στους κατηγορούμενους από το πρωτόδικο δικαστήριο ήταν ισόβια κάθειρξη, χωρίς να αναγνωριστεί κανένα ελαφρυντικό.

Πρόεδρος του δικαστηρίου υπήρξε η Πρόεδρος Πλημμελειοδικών, Αικατερίνη Μυλωνά.

Οι κατηγορούμενοι άσκησαν έφεση, η δίκη τους σε β΄ βαθμό ξεκίνησε στις 26/11/2018 και συνεχίζεται.


Η απόφαση

Κατ’ άρθρο 299 παρ.1 ΠΚ «Όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με την ποινή του θανάτου ή με ισόβια κάθειρξη» και παρ.2 «Αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης». Ούτω για την στοιχειοθέτηση της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση ξένης ζωής με θετική ενέργεια ή με παράλειψη οφειλομένης από τον νόμο ενεργείας, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως και τη θέληση της καταστροφής της ζωής του άλλου. Ο δόλος γενικώς διαγιγνώσκεται από τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν και τις ειδικότερες συνθήκες υπό τας οποίας ετελέσθη η πράξη, ήτοι το πληγέν σημείο του σώματος, την ένταση του πλήγματος, την απόσταση δράστου και θύματος, πρέπει δε να κατευθύνεται προς την αφαίρεση της ζωής άλλου (έστω και μη προσδιορισμένης ταυτότητος), και αρκεί για την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως της άνω ανθρωποκτονίας και ενδεχόμενος δόλος, ο οποίος υπάρχει όταν, παρότι ο δράστης εθεώρησε ως ενδεχόμενο αποτέλεσμα της πράξεως ή παραλείψεώς του τον θάνατο άλλου, εντούτοις δεν υπέστη, αποδεχόμενος την πραγμάτωση αυτού, βεβαίως απαιτείται προς τούτο να διακριβωθεί ότι ο δράστης ηθέλησε την πράξη του και στην περίπτωση ακόμη που ήθελε επέλθει το εγκληματικό αποτέλεσμα που προέβλεψε. Περαιτέρω ο δόλος στην ανθρωποκτονία από πρόθεση έχει δύο διαβαθμίσεις, ήτοι υπάρχει ο προμελετημένος (της παρ. 1) και ο απρομελέτητος (της παρ. 2) όταν υπάρχει βρασμός ψυχικής ορμής. Στην πρώτη περίπτωση απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστου είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως, ενώ στη δευτέρα απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται υπό το κράτος ψυχικής υπερδιεγέρσεως και κατά την λήψη της αποφάσεως και κατά την εκτέλεση της πράξεως. Δι’ ο και απαιτείται ειδική αιτιολογία ότι ο δράστης – κατηγορούμενος ευρίσκετο σε ήρεμη ψυχική κατάσταση είτε μόνο κατά την απόφαση είτε μόνο κατά την εκτέλεση ή να εκτίθεται προμελέτη η οποία λογικώς αποκλείει την ψυχική ορμή. Περαιτέρω κατ’ άρθρο 311 ΠΚ «Αν η σωματική βλάβη είχε επακόλουθο το θάνατο του παθόντος, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν ο υπαίτιος επεδίωκε τη βαριά σωματική βλάβη του παθόντος επιβάλλεται κάθειρξη». Ούτω για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού, απαιτείται πρόκληση οποιασδήποτε διαβαθμίσεως σωματικής βλάβης των άρθρων 308-310 Π.Κ., για την οποία, ως βασικού εγκλήματος πρέπει να υπάρχει δόλος του δράστου, η βλάβη δε αυτή να είχε ως επακόλουθο τον θάνατο του παθόντος, οφειλόμενο μεν σε αμέλεια αυτού κατ’ άρθρο 28 ΠΚ ως προς το εδ.α, με επιδίωξη δε της βαρείας σωματικής βλάβης, όταν υπάρχει δηλαδή άμεσος δόλος, ως προς το εδ.β. Αν η θανάτωση του παθόντος ήτο στην πρόθεση του δράστου και αρκεί και ενδεχόμενος δόλος, τότε πρόκειται για ανθρωποκτονία με πρόθεση. (ΑΠ 136/2014 δημοσιευμένη στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο «από κοινού» νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνη του άλλου, προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως, μπορεί να συνίσταται και στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή, στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές (ΑΠ 1897/2008 δημοσιευμένη στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Χωραφά Γεν. Αρχές, εκδ. 7η, 1964 σελ. 310 επ. Μπουροπούλου. Ερμ. Π.Κ, τόμος 1ος 1959, υπό το άρθρο 45 σελ. 132).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 394 παρ. 1 ΠΚ όποιος με πρόθεση αποκρύπτει, αγοράζει, λαμβάνει ως ενέχυρο ή με άλλον τρόπο δέχεται στην κατοχή του πράγμα που προήλθε από αξιόποινη πράξη ή μεταβιβάζει σε άλλον την κατοχή τέτοιου πράγματος ή συνεργεί σε μεταβίβαση ή με οποιονδήποτε τρόπο, ασφαλίζει την κατοχή του σε άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση, ανεξάρτητα αν είναι τιμωρητέος ή όχι ο υπαίτιος του εγκλήματος από τον οποίο προέρχεται το πράγμα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της αποδοχής και διάθεσης προϊόντων εγκλήματος, το οποίο είναι ιδιώνυμο, αυτοτελές και υπαλλακτικώς μικτό, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η με ένα από τους ανωτέρω αναφερόμενους τρόπους τέλεση αυτού και προέλευση του πράγματος από αξιόποινη πράξη, που προσβάλλει, έστω και εμμέσως, ξένη περιουσία, με την έννοια ότι αρκεί κάθε εγκληματική πράξη, η οποία χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η συστηματική της τοποθέτηση, πρακτικώς προσβάλλει ξένα περιουσιακά δικαιώματα, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του δράστη, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι το πράγμα προέρχεται από αξιόποινη πράξη και τη θέληση αυτού, παρά την ενδεχόμενη εγκληματική προέλευση του πράγματος, να πραγματώσει με ένα από τους αναφερόμενους τρόπους την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος. Ο δόλος αυτός διακριβώνεται από συγκεκριμένα περιστατικά, που καταδεικνύουν αμέσως ή εμμέσως και οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο αποδεχόμενος έχει γνώση ότι το πράγμα προέρχεται από αξιόποινη πράξη και βούληση αποδοχής του. Δηλαδή ο αποδέκτης δεν είναι ανάγκη να γνωρίζει από ποια ακριβώς αξιόποινη πράξη προέρχεται το πράγμα, ούτε το πρόσωπο του δράστη, αρκεί να γνωρίζει την παράνομη προέλευσή του (ΑΠ 191/2012 δημοσιευμένη στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέλος από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1818, 2β’, γ, δ, 1081, 13β’, 781, 8α 14 ν. 2168/1993 σαφώς προκύπτει ότι εκείνοι που χωρίς άδεια της αστυνομικής αρχής του τόπου κατοικίας τους είτε κατέχουν, είτε φέρουν όπλα κάθε είδους και με τη χρήση αυτών διαπράττουν κακούργημα ή πλημμέλημα από δόλο ή αμέλεια διώκονται και τιμωρούνται για τις αξιόποινες πράξεις της παράνομης οπλοκατοχής, παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας.

Οι κατηγορούμενοι Διονύσιος Λιακόπουλος και Χρήστος Στεργιόπουλος, στις 17.01.2013, και περί ώρα 03:20 κινούνταν με μοτοσικλέτα τύπου scooter ιδιοκτησίας του δεύτερου κατηγορούμενου Χρήστου Στεργιόπουλου επί της οδού Τριών Ιεραρχών, η οποία είναι μονής κατεύθυνσης και βρίσκεται στην περιοχή των Κάτω Πετραλώνων Αττικής. Μπροστά τους κινείτο το ποδήλατο, που οδηγούσε ο αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, LUQMAN SHEHZAD. Οι κατηγορούμενοι αντιλαμβανόμενοι την αλλοδαπότητα του προπορευόμενου ποδηλάτη και εμφορούμενοι από ρατσιστικό μένος εναντίον του προσπέρασαν ελαφρώς από δεξιά το ποδήλατο, στο οποίο επέβαινε, αποκόπτοντάς του την πορεία. Ο αλλοδαπός σταμάτησε και κατέβηκε από το ποδήλατό του και ο εκ των κατηγορουμένων, Διονύσιος Λιακόπουλος, συνοδηγός στη προαναφερόμενη μοτοσικλέτα, κινήθηκε προς το μέρος του και με ένα στιλέτο πεταλούδα, που έφερε μαζί του, έπληξε τον ως άνω αλλοδαπό με ένα θανατηφόρο χτύπημα στο στήθος. Ακολούθως ο δεύτερος κατηγορούμενος, Χρήστος Στεργιόπουλος, με ένα στιλέτο που έφερε μαζί του κινήθηκε προς τον αλλοδαπό, που ήδη τραυμάτισε θανάσιμα ο συγκατηγορούμενός του, και τον έπληξε και αυτός με έξι χτυπήματα στη σπονδυλική στήλη, την πλάτη, τη δεξιά περιμασχαλιαία χώρα και το δεξιό βραχίονα. Το θύμα, χτυπημένο αλλεπάλληλα από τους κατηγορουμένους απομακρύνθηκε βογκώντας και καλώντας σε βοήθεια, ενώ λίγα μέτρα μακριά από το σημείο που δέχτηκε την επίθεση των κατηγορουμένων, πλησίον ενός σταθμευμένου φορτηγού αυτοκινήτου, εξέπνευσε. Σύμφωνα με τη με αριθμό 10/15.02.2013 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας νεκροτομής του Ιατροδικαστή Γεωργίου ΝτιΛέρνια, ο θάνατός του οφείλεται σε τραύμα προκάρδιας χώρας προκληθέν διά νύσσονος – οργάνου. Μετά την τέλεση της πράξης τους οι κατηγορούμενοι επιβιβάστηκαν στη μοτοσικλέτα του δεύτερου εξ αυτών (Χρήστου Στεργιόπουλου) και απομακρύνθηκαν κινούμενοι προς την οδό Σταδίου. Προηγουμένως αφαίρεσαν την πινακίδα κυκλοφορίας της μοτοσικλέτας, την οποία τοποθέτησαν στη σέλα της, και ενώ ο εξ αυτών Διονύσιος Λιακόπουλος έκρυψε το στιλέτο πεταλούδα με το οποίο διέπραξε την προαναφερόμενη πράξη του στο παπούτσι του. Το ανωτέρω περιστατικό έγινε αντιληπτό από περιοίκους της περιοχής και συγκεκριμένα από το Σ. Δ. και την Α. Κ., οι οποίοι έδωσαν την περιγραφή των δραστών και της μοτοσικλέτας στην αστυνομία και κατόπιν αναζητήσεων – οι κατηγορούμενοι εντοπίστηκαν από αστυνομικούς της ομάδας «Ζ» στη συμβολή των οδών Σταδίου και Καραγεώργη Σερβίας, στο Σύνταγμα, και ακινητοποιήθηκαν στην οδό Φιλελλήνων, όπου και βρέθηκαν αφενός μεν τα μαχαίρια των κατηγορουμένων, αφετέρου δε εντός της σέλας της μοτοσικλέτας η πινακίδα κυκλοφορίας της και συνελήφθησαν.

Υπό τα εκτεθέντα περιστατικά το θάνατο του άτυχου αλλοδαπού LUQMAN SHEHZAD προκάλεσαν οι κατηγορούμενοι ενεργούντες από κοινού, ήτοι με σύμπραξη κατά την τέλεση της πράξης τους και με κοινό δόλο, και σε ήρεμη ψυχική κατάσταση τόσο κατά το σχηματισμό της απόφασής τους, όσο και κατά την τέλεση της ανθρωποκτονίας. Η συνειδητή θέληση των κατηγορουμένων να αφαιρέσουν τη ζωή του θύματος με την πράξη τους προκύπτει χωρίς αμφιβολία από τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για το θανάσιμο τραυματισμό του (στιλέτα – πεταλούδες), τα πληγέντα σημεία του σώματος του θύματος, που βρίσκονται εγγύς ζωτικών και ευπαθών οργάνων (προκάρδια χώρα, 8 εκ. από την αριστερή θηλή, σπονδυλική στήλη, πλάτη, πλευρά, περιμασχαλιαία χώρα), το βάθος του θανατηφόρου πλήγματος (9 εκ.) και την πολλαπλότητα των υπόλοιπων -πλην του θανατηφόρου- τραυμάτων (6 χτυπήματα). Επιπλέον η ανθρωποκτόνος πρόθεση των κατηγορουμένων, οι οποίοι από κοινού αφαίρεσαν τη ζωή του LUQMAN SHEHZAD γνωρίζοντας την πράξη στην οποία προβαίνουν με την πλήξη του θύματος 7 φορές σε ευαίσθητα και ζωτικά σημεία του σώματός του και επιθυμώντας την καταστροφή της ζωής ενός αγνώστου σε αυτούς ανθρώπου λόγω της διαφορετικότητας των εξωτερικών του χαρακτηριστικών, της εθνικής του καταγωγής και της θρησκείας του επιβεβαιώνεται και αυτό το γεγονός ότι δεν υπήρξε εκ μέρους του θύματος οποιασδήποτε μορφής πρόκληση είτε λεκτική -με την εκστόμιση προσβλητικών και πιεριφρονητικών φράσεων εις βάρος των κατηγορουμένων και των οικογενειών τους και με την εξύβριση της θρησκείας τους, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι (αντιφάσκοντας ως προς τη γλώσσα που χρησιμοποίησε το θύμα, αφού ο Διονύσιος Λιακόπουλος ενώπιον του Δικαστηρίου υποστήριξε ότι ο αλλοδαπός τους εξύβρισε στα ελληνικά, ενώ ο Χρήστος Στεργιόπουλος ισχυρίστηκε ότι ο αλλοδαπός άλλοτε χρησιμοποίησε την ελληνική, και άλλοτε τη μητρική του γλώσσα) – είτε έμπρακτη – με την παρεμπόδιση προσπέρασης και την πραγματοποίηση ελιγμών / ζιγκ ζαγκ κατά την οδήγηση του ποδηλάτου, που εμπόδιζαν τους κατηγορουμένους να αναπτύξουν ταχύτητα και να το προσπεράσουν – όπως υποστηρίζουν οι κατηγορούμενοι επιχειρώντας ανεπιτυχώς να δικαιολογήσουν την πράξη τους, αφού από τις καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων Σ. Δ. και Α. Κ., που διαμένοντας στην ως άνω οδό Τριών Ιεραρχών αντιλήφθηκαν το περιστατικό ξυπνώντας από τα βογκητά, τα ουρλιαχτά και τις φωνές του παθόντος που καλούσε σε βοήθεια, αναμφίβολα αποδεικνύεται η ανυπαρξία συμπλοκής ή διαπληκτισμού μεταξύ κατηγορουμένων και θύματος του να αιτιολογεί την εγκληματική συμπεριφορά των πρώτων. Πρέπει δε να σημειωθεί η εντύπωση που σχηματίστηκε στον εκ των αυτοπτών μαρτύρων Σ. Δ., μόλις αντίκρισε από το παράθυρο του διαμερίσματος στο οποίο διαμένει, τη θέση των δραστών και του θύματος, που προσπαθούσε βόγκώντας να απομακρυνθεί από το σημείο του θανάσιμου τραυματισμού του, ότι το θύμα δέχθηκε ληστρική επίθεση και όχι χτύπημα από ανθρώπους που απέκρουσαν τη βίαιη ή προκλητική συμπεριφορά εναντίον τους («Νόμισα ότι τον έκλεβαν και τον χτύπησαν»). Την ίδια εντύπωση επανέλαβε και η εκ των αυτοπτών μαρτύρων Α. Κ. μεταφέροντας στο ακροατήριο τα λόγια του προηγούμενου μάρτυρα και συζύγου της στην ίδια: «Κοίτα να δεις, κλέβουν τον κακομοίρη». Άλλωστε το θύμα, όπως προκύπτει από την ανωμοτί κατάθεση του KHADIM HUSSAIN – πατέρα του και της SUGHRAN BIBI – μητέρας του και την ένορκη κατάθεση του JAVIED ASLAM, είχε πράο και φιλήσυχο χαρακτήρα αποφεύγοντας τις έριδες και τους διαπληκτισμούς. Βρισκόταν στην Ελλάδα έχοντας αποκτήσει πολιτικό άσυλο και εργαζόταν στη λαχαναγορά προσπαθώντας να ενισχύσει οικονομικά την οικογένειά του στο Πακιστάν και να αποπληρώσει τα χρήματα για τη μεταφορά του στην Ελλάδα, την ώρα δε που έγινε το συμβάν πήγαινε στην εργασία του στη λαχαναγορά, προκειμένου να δουλέψει από τις 3:00 έως τις 16:30, και ήταν πολύ προσεκτικός κατά τις μετακινήσεις του γνωρίζοντας για την αύξηση στην Αθήνα των εγκλημάτων ρατσιστικής βίας εις βάρος μελαμψών, μεταναστών μουσουλμανικού θρησκεύματος. Ως εκ τούτου το θύμα δεν είχε λόγο ούτε να εξυβρίσει Έλληνες, που στην προκειμένη περίπτωση ήταν αριθμητικά υπέρτεροι αυτού, εποχούμενοι και κινούνταν νυχτερινή ώρα σε ήσυχο τη στιγμή εκείνη δρόμο, ούτε να τους εμποδίσει να τον προσπεράσουν. Εξάλλου η θέση του ποδηλάτου του θύματος και της μοτοσικλέτας στην οποία επέβαιναν οι κατηγορούμενοι, όπως την περιγράφουν οι αυτόπτες μάρτυρες, αμέσως μετά την πρόκληση των θανατηφόρων τραυμάτων στον άτυχο αλλοδαπό, όπου το μεν ποδήλατο κειτόταν πεσμένο στα αριστερά του δρόμου και η μοτοσικλέτα λίγο πιο μπροστά και δεξιά ως προς το ποδήλατο, καταδεικνύει την έλλειψη παρακώλυσης προσπέρασης. Ο ανθρωποκτόνος δόλος των κατηγορουμένων εις βάρος του θύματος, που ήταν άγνωστο σε αυτούς, είχε όμως εμφανή στοιχεία αλλοδαπότητας, και η τέλεση της πράξης τους σε ήρεμη ψυχική κατάσταση συνάγεται και από τη συμπεριφορά τους τόσο κατά την απόφασή τους να διαπράξουν ανθρωποκτονία εις βάρος αλλοδαπού, οπότε αποχώρησαν από την οικία τους μεταμεσονύκτια ώρα παίρνοντας μαζί τους τα προαναφερόμενα όπλα (απολύτως πρόσφορα για την τέλεση της πράξης τους, αθόρυβα και αποτελεσματικά) – όσο και κατά τη διάρκεια τέλεσης της εγκληματικής τους πράξης αλλά και αμέσως μετά την ολοκλήρωσή της, αφού οι κατηγορούμενοι ανακόπτοντας την πορεία του ποδηλάτου του αλλοδαπού με τον προαναφερόμενο τρόπο, τον προκάλεσαν να κατέβει από αυτό και στη συνέχεια ο μεν Διονύσιος Λιακόπουλος του κατάφερε ένα θανατηφόρο χτύπημα στο στήθος, ο δε Χρήστος Στεργιόπουλος βλέποντάς τον να ζει και να ζητάει βοήθεια συνέχισε με έξι χτυπήματα στη σπονδυλική στήλη και την πλάτη, ώστε να μην υπάρχει πιθανότητα μη επιτεύξεως του ανθρωποκτόνου σκοπού του. Σύμφωνα δε με τους προαναφερθέντες αυτόπτες μάρτυρες αμέσως μετά την εγκληματική τους πράξη οι κατηγορούμενοι ήταν «χαλαροί» (βλ. κατάθεση Σ. Δ. σελ. 50 των πρακτικών), και ο οδηγός της μοτοσικλέτας καλούσε το συνεπιβάτη αυτής να επιβιβαστεί για να αποχωρήσουν λέγοντάς του «πάμε – πάμε να φύγουμε», «έλα πάμε», «άντε έλα» (βλ. κατάθεση Α. Κ. σελ. 52, 53 των ταυτάριθμων πρακτικών), ενώ αμφότεροι, σύμφωνα με τις καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων σε συνδυασμό με τις καταθέσεις των αστυνομικών της ομάδας Ζ, που τους εντόπισαν και τους συνέλαβαν, αποχώρησαν από τον τόπο του εγκλήματος αφήνοντας αιμόφυρτο το θύμα τους, παίρνοντας μαζί τους τα πειστήρια της εγκληματικής τους πράξης (που ο μεν Διονύσιος Λιακόπουλος έκρυψε επιμελώς στο παπούτσι του, ο δε Χρήστος Στεργιόπουλος κράτησε στο χέρι του), αφαιρώντας την πινακίδα κυκλοφορίας της μοτοσικλέτας, προκειμένου να δυσχεράνουν τον εντοπισμό της, και συνέχισαν την πορεία τους όχι προς την οικία τους στη Νέα Σμύρνη, για να διαφύγουν της άμεσης σύλληψης, αλλά προς στο κέντρο της Αθήνας, στην οδό Σταδίου, έχοντας την πεποίθηση ότι το έγκλημα που διέπραξαν δεν πρόκειται να εξιχνιαστεί και οι ίδιοι δεν διατρέχουν κίνδυνο σύλληψης.

Οι κατηγορούμενοι ομολογώντας τα χτυπήματα που κατέφεραν στον άτυχο αλλοδαπό αρνούνται τον ανθρωποκτόνο δόλο τους και ισχυρίζονται ότι είναι φίλοι από δεκαετίας και ότι κατά τον επίδικο χρόνο βγήκαν έξω για να διασκεδάσουν στο Γκάζι και στη συνέχεια για να «στρώσουν» τη μοτοσικλέτα που πρόσφατα απέκτησε ο δεύτερος εξ αυτών, χωρίς όμως να δικαιολογούν πειστικά τη λήψη των μαχαιριών κατά την έξοδό τους, αφού ο μεν εξ αυτών Διονύσιος Λιακόπουλος ισχυρίστηκε αόριστα ότι στο παρελθόν δέχτηκε επιθέσεις από τρίτους στην γειτονιά που κατοικεί καθώς και στην περιοχή της Ακρόπολης και φοβόταν για τη ζωή του και δεν αιτιολογεί γιατί δεν προέβη στην καταγγελία των παράνομων επιθέσεων εναντίον του στο πλησιέστερο ΑΤ της περιοχής του και γιατί προτίμησε δήθεν την αυτοδύναμη προστασία του με όπλα πρόσφορα για αιματηρή επίθεση, ο δε εξ αυτών Χρήστος Στεργιόπουλος υποστήριξε ότι ενδιαφερόταν για την ασφάλειά του, πλην όμως μη πιστευτά, αφού, αν πράγματι φοβόταν δεν θα επέλεγε τόσο προχωρημένη ώρα για το στρώσιμο της μοτοσικλέτας του, ούτε θα κινείτο σε περιοχή με αυξημένη εγκληματικότητα (Κ. Πετράλωνα). Περαιτέρω ισχυρίζονται, εκτός από την φραστική επίθεση του θύματος, για την οποία έγινε λόγος ανωτέρω, ο μεν Διονύσιος Λιακόπουλος, ότι κατεβαίνοντας από το ποδήλατό του το θύμα κινήθηκε απειλητικά εναντίον τους «κάνοντας κίνηση να βγάλει κάτι από την τσέπη του», ότι αρχικά ο ίδιος (κατηγορούμενος) τον κλώτσησε στα οπίσθια για να τον απωθήσει και ότι στη συνέχεια, όταν το θύμα επιχείρησε κεφαλοκλείδωμα, του κατάφερε τη μοιραία για τη ζωή του μαχαιριά, προκειμένου να απελευθερωθεί, ο δε Χρήστος Στεργιόπουλος ότι στον αλλοδαπό επιτέθηκε για να προστατεύσει το φίλο του που συνεπλάκη με αυτόν, καθώς ο τελευταίος (αλλοδαπός) ήταν πάνω από το συγκατηγορούμενό του και τον κράταγε από το λαιμό. Όμως οι προαναφερόμενες παραδοχές του Δικαστηρίου σχετικά με το χαρακτήρα του αλλοδαπού θύματος και τη συμπεριφορά του κατά τον επίδικο χρόνο, που ενισχύονται και από το γεγονός ότι εν τέλει πάνω στο θύμα βρέθηκαν σύμφωνα με την από 17.01.2013 έκθεση παράδοσης και κατάσχεσης το χρηματικό ποσό των 5 ευρώ, ένα φυλακτό με σχοινί, ένα κινητό τηλέφωνο, μία κάρτα VODAFONE και τρεις διαφημιστικές κάρτες με την αναγραφή «Τέντες Αντώνης», αποκλείουν τόσο την απειλητική κίνηση του θύματος να «βγάλει κάτι από την τσέπη του», όσο και την επιθετική ενέργειά του να επιχειρήσει κεφαλοκλείδωμα εις βάρος του κατηγορουμένου Διονυσίου Λιακόπουλου. Επιπλέον η έλλειψη στοιχείων προηγηθείσας πάλης, αμυντικών τραυμάτων, ιχνών στις παλάμες του θύματος, η οποία προσεπιβεβαιώθηκε από τον μάρτυρα Φίλιππο Κουτσαύτη, ιατροδικαστή, κατά την επισκόπηση της με αριθμό 10/15.02.2013 ιατροδικαστικής έκθεσης (η αναφερόμενη στην έκθεση ημικυκλική μικροεκδορά στην αριστερή έξω ωμοπλατιαία χώρα οφείλεται σε πτώση του θύματος), και διατυπώνεται στην ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του ακροατηρίου, αποκλείει τη συμπλοκή μεταξύ του θύματος και οποιουδήποτε των κατηγορουμένων και καθιστά τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου Χρήστου Στεργιόπουλου αναξιόπιστο και απορριπτέο. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η επέμβαση του δεύτερου κατηγορουμένου με την καταφορά 6 χτυπημάτων στο θύμα, όταν ήδη είχε προηγηθεί το θανατηφόρο πλήγμα του πρώτου κατηγορουμένου, που του άφηνε 2-3 λεπτά ζωής, σύμφωνα με την ένορκη κατάθεση του ως άνω ιατροδικαστή, και συνακόλουθα η επίθεσή του στο θύμα, όταν εξουδετερώθηκαν και οι τελευταίες αντιστάσεις του, όχι μόνο δεν αναιρεί, αντιθέτως επιτείνει τον ανθρωποκτόνο δόλο του δεύτερου κατηγορουμένου, αφού καταδεικνύει το σκοπό του να διασφαλίσει το θανατηφόρο αποτέλεσμα της πράξης των κατηγορουμένων.

Τέλος οι κατηγορούμενοι αρνούμενοι την πρόσδοση ρατσιστικού χαρακτήρα στην πρόθεση τέλεσης της εγκληματικής τους πράξης ισχυρίζονται ότι αφενός το όνομά τους δεν έχει συνδεθεί με τη δράση της φερόμενης εγκληματικής οργάνωσης ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ, για την οποία έχει σχηματιστεί ποινική δικογραφία, καθώς στο στάδιο της διενεργούμενης κύριας ανάκρισης κατά την οποία απολογήθηκαν ενώπιον της Ειδικού Ανακρίτριας – Εφέτη για την κατηγορία της ένταξής τους ως μελών στην ως άνω εγκληματική οργάνωση, στο πλαίσιο της οποίας τέλεσαν την εδώ ερευνώμενη εγκληματική πράξη, εκδόθηκε απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με την οποία λύθηκε υπέρ του Εισαγγελέα η διαφωνία μεταξύ Ειδικού Ανακριτή Εφέτη και Εισαγγελέα ως προς την επιβολή η μη της προσωρινής κράτησης εις βάρος τους, διότι δεν προέκυψαν ενδείξεις ενοχής τους για την αποδιδόμενη πράξη, και ότι αφετέρου ουδόλως ασπάζονται την ιδεολογία του πολιτικού κόμματος ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ και ο μεν Διονύσιος Λιακόπουλος επικαλέστηκε προς υποστήριξη των θέσεών του τη μνηστεία που τέλεσε στο παρελθόν με την αλβανίδα υπήκοο I. H. (βλ. ένορκη κατάθεση της I. H., σελ. 87), ο δε Χρήστος Στεργιόπουλος ότι εμφορείται από αισθήματα αλτρουισμού και φιλανθρωπίας, έχοντας συμμετάσχει στο παρελθόν σε διανομές τροφίμων που γίνονται στις γιορτές και έχοντας προσφέρει το φαγητό του σε «παιδί των φαναριών» (βλ. ένορκη κατάθεση Σ. Μ. σελ. 100). Πλην όμως η μη ένταξη των κατηγορουμένων ή η καθ’ οιονδήποτε τρόπο μη ενεργός συμμετοχή τους, στην πολιτική οργάνωση του κόμματος ΛΑΪΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ – ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ (πραξη σε κάθε περίπτωση ποινικώς αδιάφορη) και πολύ περισσότερο η μη συμμετοχή τους ως μελών στη φερόμενη εγκληματική οργάνωση με την ίδια ονομασία (πράξη για την οποία δεν έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου) και αληθής υποτιθέμενη αλυσιτελώς προβάλλεται και ουδόλως επιδρά στην κρίση του Δικαστηρίου ότι οι κατηγορούμενοι εμφορούνται από αισθήματα μίσους και αποστροφής απέναντι σε ανθρώπους που έχουν μελάμψό χρώμα, μουσουλμανική θρησκεία, πακιστανική καταγωγή, μεταναστεύουν στη χώρα μας προς άναζήτηση εργασίας και παλεύουν για το βιοπορισμό τους, γεγονός που αποτέλεσε και το κίνητρο για τη διάπραξη του εξεταζόμενου εγκλήματος. Και ναι μεν η κατοχή 4 σελίδων με την αναγραφή ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ www.ΧΑgr.net – ΛΑΙΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ και 117 φυλλαδίων με την αναγραφή «ΓΙΑΤΙ ΘΑ ΨΗΦΙΣΩ ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ» εκ μέρους του πρώτου κατηγορουμένου και συνακόλουθα η ύπαρξη των ακραίων πολιτικών πεποιθήσεών του δεν αρκεί από μόνη της για να προσδοθεί ρατσιστικός χαρακτήρας στην αξιόποινη συμπεριφορά αμφοτέρων των κατηγορουμένων, όμως οι ειδικές περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε το έγκλημα (επίθεση από υπέρτερους αριθμητικά δράστες -μεταμεσονύκτια ώρα- κατά αγνώστου ανθρώπου που στοχοποιήθηκε ως πακιστανός μετανάστης, με τη χρήση μαχαιριών, σε περιοχή που συχνάζουν αλλοδαποί μετανάστες και είναι ευχερής ο εντοπισμός του θύματος, χωρίς προηγούμενη πρόκληση από αυτό, πλήξη με αλλεπάλληλες μαχαιριές, διαφυγή με λήψη των πειστηρίων και απόκρυψη των διακριτικών γνωρισμάτων του μεταφορικού μέσου, κίνηση χωρίς το φόβο του εντοπισμού και της σύλληψης), όπως αναπτύχθηκαν ανωτέρω, δεν καταλείπουν καμία αμφιβολία στο Δικαστήριο για την διάπραξη εγκλήματος υπαγορευόμενου από αισθήματα ρατσιστικού μίσους. Ως εκ περισσού πρέπει να αναφερθεί ότι η ύπαρξη συναισθηματικού δεσμού με αλβανίδα υπήκοο (και όχι υπήκοο ασιατικής χώρας) προ τριετίας, όσον αφορά στο Διονύσιο Λιακόπουλο, και η ανάπτυξη αισθημάτων συμπόνιας και αγάπης προς τα «παιδιά των φαναριών» κατά τη μαθητική του ηλικία, όσον αφορά το Χρήστο Στεργιόπουλο, ουδόλως επηρεάζει την ύπαρξη των ρατσιστικών τους ενστίκτων κατά το μεταγενέστερο χρόνο τέλεσης της ανθρωποκτονίας που τους αποδίδεται.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων που προαναφέρθηκαν το Δικαστήριο κρίνει ότι οι κατηγορούμενοι έχοντας ανθρωποκτόνο πρόθεση από κοινού ενεργούντες συναποφάσισαν και συνεκτέλεσαν την ανθρωποκτονία εις βάρος του αλλοδαπού LUQMAN SHEHZAD και ως εκ τούτου πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αυτής. Μάλιστα οι κατηγορούμενοι συνέπραξαν με συγκλίνουσες επιμέρους πράξεις στην διάπραξη της ανωτέρω πράξης τους, αποδεχόμενοι την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος και γνωρίζοντας έκαστος ότι και ο άλλος πράττει με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνη του άλλου, προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, ενώ είναι αδιάφορο ποιου κατηγορουμένου τα χτυπήματα ήταν θανατηφόρα και ποιου ήταν επιπόλαια. Επομένως τυγχάνει απορριπτέος ο συνιστών άρνηση της κατηγορίας ισχυρισμός του εξ αυτών Χρήστου Στεργιόπουλου ότι η πράξη του φέρει τα χαρακτηριστικά της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, διότι τα χτυπήματα που κατάφερε ο ίδιος ήταν αβαθή και δεν προκάλεσαν το θάνατο του θύματος, αφού το Δικαστήριο δέχτηκε τη συναυτουργική του δράση στην τέλεση της επίδικης ανθρωποκτονίας, καθώς και τον ισχυρισμό του εξ αυτών Διονυσίου Λιακόπουλου ότι η εξεταζόμενη πράξη φέρει τα χαρακτηριστικά της θανατηφόρου σωματικής βλάβης (από κοινού), αφού σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν ο επελθών θάνατος δεν οφείλεται σε αμέλεια των δραστών (ΑΠ 859/1996 δημοσιευμένη στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω σύμφωνα με τη με αριθμό 3022/13/28164δ’ / 12.02.2013 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών τα μαχαίρια που χρησιμοποίησαν οι κατηγορούμενοι κατά τη διάπραξη της μνησθείσας ανθρωποκτονίας υπάγονται στην κατηγορία των μαχαιριών τύπου «πεταλούδας» Butterfly Knifes) και εμπίπτουν στην έννοια του όπλου σύμφωνα με το ν. 2168/1993, αμφότεροι δε οι κατηγορούμενοι έφεραν αυτά κατά τον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο χωρίς την άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής. Εξάλλου από τις κατ’ οίκον έρευνες που διενεργήθηκαν νομότυπα διαπιστώθηκε ότι κατείχαν στην οικία τους υπό την έννοια της φυσικής εξουσίασης και της δυνατότητας να διαπιστώνουν ανά πάσα στιγμή την ύπαρξή τους και να τα διαθέτουν κατά τη βούλησή τους ο μεν Διονύσιος Λιακόπουλος μία σφεντόνα κυνηγετικού τύπου μαύρου χρώματος, μία σιδερογροθιά μαύρου χρώματος, ένα στιλέτο τύπου πεταλούδα με λαβή καφέ – χρυσαφί, δύο στιλέτα τύπου πεταλούδα με λαβή μαύρου χρώματος, ένα σουγιά με πλαστική λαβή καφέ χρώματος με ενσωματωμένο φακό, ένα αεροβόλο πιστόλι μάρκας CP99 compact, μεταλλικά σφαιρίδια, δύο φυσίγγια πολεμικού τυφεκίου τύπου HXP-95 δώδεκα μικρές μεταλλικές αμπούλες αερίου και ένα ξύλινο ρόπαλο, ο δε Χρήστος Στεργιόπουλος ένα ξύλινο ρόπαλο, τέσσερις κάλυκες, ένα κάλυκα τύπου ΜΚΕΣ-64 12,7X99 και μία μαύρη λεπίδα μαύρου χρώματος με οπές. Τέλος οι κατηγορούμενοι δέχθηκαν στην κατοχή τους πράγματα, μολονότι γνώριζαν ότι αυτά προήλθαν από αξιόποινη πράξη και συγκεκριμένα ο εξ αυτών, Διονύσιος Λιακόπουλος, δέχθηκε στην κατοχή του τη με αριθμό 142529 κάρτα παραμονής περιορισμένης χρονικής διάρκειας στο όνομα XHIHANI ELIA του EQOURA, η οποία εκδόθηκε από τον ΟΑΕΔ, Κέντρο αλλοδαπών Ρουφ, και κατείχε αυτήν, μολονότι γνώριζε ότι ήταν προϊόν κλοπής από αγνώστους δράστες, και ο εξ αυτών, Χρήστος Στεργιόπουλος, δέχθηκε στην κατοχή του το με αριθμό AH 119559 δελτίο αστυνομικής ταυτότητας με στοιχεία Ι. Δ. του Παναγιώτη, τη με αριθμό 540001150 άδεια ικανότητας οδήγησης με στοιχεία Ι. Δ. του Παναγιώτη και μία απόδειξη πληρωμής τελών κυκλοφορίας στο όνομα Ι. Δ. του Παναγιώτη, και κατείχε αυτά, μολονότι γνώριζε ότι ήταν προϊόντα κλοπής από αγνώστους δράστες. Οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων και συγκεκριμένα του Διονυσίου Λιακόπουλου, ότι τα μαχαίρια που κατείχε τα χρησιμοποιεί για το κυνήγι και το ψάρεμα, καθώς και του Χρήστου Στεργιόπουλου, ότι το ένα μαχαίρι που είχε στο σπίτι του ήταν διακοσμητικό, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, αφού, όπως προκύπτει από την προαναφερόμενη έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, τόσο τα μαχαίρια που βρέθηκαν στο σπίτι του πρώτου, τα οποία ήταν αναδιπλούμενα τύπου «πεταλούδα», όσο και το μαχαίρι που βρέθηκε στο σπίτι του δεύτερου, δεν κατέχονταν δικαιολογημένα για οικιακή, επαγγελματική, εκπαιδευτική χρήση, τέχνη θήρα, αλιεία, ή άλλη συναφή χρήση. Το ίδιο αναληθής είναι και ο ισχυρισμός του δεύτερου κατηγορουμένου ότι τα έγγραφα που δέχθηκε στην κατοχή του τα βρήκε σε πάρκο όπισθεν της οικίας του και σκόπευε να τα παραδώσει στην αστυνομία, πλην όμως το ξέχασε, αφού είναι αναμφίβολο ότι ο κατηγορούμενος, ο οποίος ασκεί το επάγγελμα του πυροσβέστη, γνώριζε την παράνομη προέλευση των τυχαίως ευρεθέντων εγγράφων, που διατήρησε στην κατοχή του, ιδίως δε, αν ληφθεί υπόψη ότι είχε την υποχρέωση σύμφωνα με τις οδηγίες των προϊσταμένων του να παραδίδει χωρίς καθυστέρηση στην υπηρεσία του τυχόν ευρεθέντα έγγραφα, ώστε η τελευταία να τα διαβιβάσει άμεσα στο πλησιέστερο AT. Τέλος τη γνώση της παράνομης προέλευσης των ανωτέρω εγγράφων είχε και ο πρώτος κατηγορούμενος, αφού τα έκρυψε σε χώρο του δωματίου του ώστε να μην γίνονται αντιληπτά από τη μνηστή του ή τον αδελφό του. Επομένως οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι και για τις αποδιδόμενες πράξεις της παράνομης οπλοφορίας, οπλοχρησίας, παράνομης οπλοκατοχής και της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος.

avatar
  Subscribe  
Notify of