«Ο βιασμός είναι ένα ταξίδι εξουσίας – μια πράξη επιθετικότητας και μια πράξη περιφρόνησης» σύμφωνα με τον ορισμό των Julia και Herman Schwendinger. Ένα ταξίδι που διανύει οδυνηρά το αόρατο σπιράλ της βαρβαρότητας, αφήνοντας πίσω ανθρώπινα ναυάγια. Σμπαραλιασμένες προσωπικότητες που έχουν υποστεί μια οριακή εκδοχή αντικειμενοποίησης των εαυτών τους, αχνίζουν φόβο και ντροπή γιατί, στον αξιακό κώδικα του αστυνομικοδικαστικού συμπλέγματος, φταίνε.

Φταίνε που βιάστηκαν, γιατί προκάλεσαν, γιατί δεν πρόσεξαν, γιατί πήγαιναν γυρεύοντας, γιατί φορούσαν προκλητικά ρούχα, γιατί είχαν έντονη σεξουαλική ζωή, γιατί κυκλοφορούσαν μόνες τους τη νύχτα. «Και ξέρεις κάτι; Τελικά δε βιάστηκαν». Αυτό θα γράφει πιθανότατα η απόφαση του δικαστηρίου. Αφού θά ‘χει περάσει από ψυχολογικό κόσκινο τις επιζήσασες βιασμών, εκθέτοντάς τες σε κάθε είδους εξευτελισμό και θυματοποιώντας τες ξανά, στο τέλος θα ακυρώσει επιδεικτικά την ίδια τους την αλήθεια. Με σφραγίδα και κοινωνικό βιτριόλι.

Δεν υπάρχει άλλο έγκλημα που να μετατοπίζει τόσο ριζικά και εξόφθαλμα την ευθύνη από το δράστη στο θύμα. Το καταδεικνύουν οι στατιστικές της ατιμωρησίας, καθώς το ποσοστό των καταδικών κυμαίνεται μόλις σε 2-3%. Οι τίτλοι των εφημερίδων για τα «παιδιά από τις καλές οικογένειες» και τα χολερικά υπονοούμενα που επισείουν ηθική απαξία στα θύματα. Οι καταγγελίες που αρχειοθετήθηκαν. Οι καταγγελίες που δεν έγιναν. Τα βιασμένα, κακοποιημένα, λοιδορημένα σώματα που δε βρήκαν υποστήριξη και δικαίωση, γιατί στην κυριαρχία της εθνικής, χριστιανικής, λευκής, straight αρρενωπότητας είναι σώματα δίχως σημασία. Και κυρίως είναι αυτό το συλλογικό βίωμα που μάθαμε από μικρές να συλλαβίζουμε σαν το όνομα μας: «Να προσέχεις». Ναι, να προσέχεις, να περιορίσεις ασφυκτικά την καθημερινότητα σου, τις κοινωνικές σου συναναστροφές, τις επιθυμίες σου, τον αυθορμητισμό σου, το δικαίωμα σου στην πόλη και στη διασκέδαση. Να προσέχεις να μη βιαστείς. Γιατί αν βιαστείς, δε θα σε πιστέψουν. Η ενοχή θα βαραίνει εσένα και θα πρέπει να μάθεις να συμβιώνεις μαζί της.

Εμφυλο έγκλημα

Ο βιασμός δεν αφορά μόνο σε γυναίκες αλλά επηρεάζει δυσανάλογα τις γυναίκες.

Σύμφωνα με έρευνα του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, 9 εκατομμύρια γυναίκες στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν υποστεί βιασμό. Κι αυτές είναι μόνο οι επίσημες καταγραφές, γιατί γνωρίζουμε καλά ότι πολλοί βιασμοί δεν καταγγέλλονται εξαιτίας του στιγματισμού που επιφέρουν.

Ο βιασμός συντελείται κυρίως εις βάρος γυναικών , θηλυκοτήτων, ΛΟΑΤΚΙ+ υποκειμένων , παιδιών, cis ανδρών που δεν εγκολπώνουν τα χαρακτηριστικά της ματσίλας. Υπάρχει δε, μια κατηγορία βιασμών που όλοι γνωρίζουν ότι συντελούνται σε καθεστώς κανονικοποιημένης βίας αλλά αδιαφορούν γιατί οι ταυτότητες των πληττόμενων υποκειμένων έχουν επενδυθεί με νοήματα μειονεξίας ή αναξιοβίωτης ζωής. Είναι οι βιασμοί μεταναστριών, προσφυγισσών, τοξικοεξαρτημένων γυναικών, κρατούμενων ή έγκλειστων ατόμων, θυμάτων τραφικινγκ, καθώς και ατόμων που αντιμετωπίζουν ζητήματα ψυχικής ή διανοητικής υγείας. Είναι ένα έγκλημα επιβολής της ανδρικής κυριαρχίας, ριζωμένο στην πατριαρχική δόμηση των κοινωνιών μας που εμπεδώνεται στη βάση των έμφυλων στερεοτύπων.

Στο συγκείμενο του διάχυτου σεξισμού, ο μοναδικός βιασμός που μπορεί να γίνει πιστευτός είναι αυτός που αφήνει μισοπεθαμένα ή δολοφονημένα σώματα. Στη συλλογική αναπαράσταση η γυναίκα οφείλει να είναι «αγνή» και άρα να αντισταθεί μέχρι θανάτου στο βιασμό της. Ως αποδεικτικό στοιχείο δε λογίζεται η επιθυμία της αλλά το σώμα της. Αν το σώμα της δε είναι βαριά τραυματισμένο, δεν κουβαλάει πάνω του ισχυρά ίχνη αντίστασης, δεν έχει περάσει από το βάναυσο μικροσκόπιο αστυνομικών και ιατροδικαστών, δε μετράει. Το αν δεν ήθελες, αν είπες όχι, αν πάγωσες, αν βρισκόσουν σε συνθήκη αιχμαλωσίας ή καταναγκασμού, αν δεν ήσουν καν σε θέση να εκφράσεις τη βούλησή σου, δεν αναγνωρίζεται στο δικαστικό και κοινωνικό βλέμμα. Είναι βιασμός, όμως. Μια τραυματική εμπειρία που παραβιάζει το βασικό πυρήνα της υποκειμενικότητας.

Εδώ και πολλά χρόνια το φεμινιστικό κίνημα διεθνώς ζητά το αυτονόητο: να προστατευτεί η σεξουαλική αυτενέργεια και να οριστεί ο βιασμός ως αυτό που είναι, ως η απουσία συναίνεσης.

Ήδη από το 2003 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κατέστησε σαφές ότι: «Οι θετικές υποχρεώσεις των Κρατών Μελών κατά τα άρθρα 3 και 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου θα πρέπει να θεωρηθούν ότι απαιτούν την ποινικοποίηση και αποτελεσματική δίωξη οποιασδήποτε μη συναινετικής σεξουαλικής πράξης, συμπεριλαμβανομένης εκείνης που υπάρχει απουσία αντίστασης από το θύμα».

Το 2014 τέθηκε σε ισχύ η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Καταπολέμηση της Βίας κατά των Γυναικών (Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης) με στόχο τη διασφάλιση της ιδιωτικής και δημόσιας ζωής των γυναικών χωρίς βία.

Τα τελευταία πέντε χρόνια η αρμόδια επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών καλεί τα ευρωπαϊκά κράτη να εναρμονίσουν τη νομοθεσία τους για το βιασμό με βάση τα διεθνή πρότυπα, συμπεριλαμβανομένης της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης και να ορίσουν το βιασμό με κριτήριο την απουσία συναίνεσης.

Ειδικότερα, στο άρθρο 36, παράγραφος 2, η Σύμβαση αναφέρει: «Η συναίνεση πρέπει να παρέχεται εκουσίως , ως αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης του ατόμου, η οποία αξιολογείται στο πλαίσιο των περιστάσεων». Ωστόσο, μόνο οχτώ ευρωπαϊκά κράτη έχουν ενσωματώσει την συγκεκριμένη αλλαγή στο νομοθετικό τους πλαίσιο: το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ιρλανδία, το Λουξεμβούργο, η Γερμανία, η Κύπρος, το Βέλγιο, η Ισλανδία και η Σουηδία.

Στένσιλ «Χωρίς συναίνεση είναι βιασμός – η κυβέρνηση συναινεί, εμείς όχι» | Φωτό: Αλέξανδρος Κατσής

Η αλλαγή του άρθρου 336 του Ποινικού Κώδικα

Σ’ αυτό το έδαφος, στις 6 Μαρτίου ο Υπουργός Δικαιοσύνης παρουσίασε ένα νέο σχέδιο Ποινικού Κώδικα προς δημόσια διαβούλευση. Μεταξύ των τροποποιήσεων συμπεριλαμβανόταν και ο νομικός ορισμός του βιασμού. Τόσο το Υπουργείο Δικαιοσύνης, όσο και η νομοπαρασκευαστική επιτροπή που επεξεργάστηκε τις αλλαγές, αρνήθηκαν να αφουγκραστούν τις σιωπές και τις κραυγές των βιασμένων σωμάτων.

Η αλλαγή που προτείνουν όχι μόνο δεν επιβάλλει το σεβασμό της σεξουαλικής αυτονομίας αλλά αναδιπλώνεται στις πιο στερεότυπες μορφές του εγκλήματος. Στο ισχύον άρθρο 336 του Ποινικού Κώδικα, ο ορισμός διατυπωνόταν ως εξής:

Όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία ή σε άλλη ασελγή πράξη η σε ανοχή της τιμωρείται με κάθειρξη.

Το προτεινόμενο τροποποιημένο άρθρο 336 παρέχει τον ακόλουθο ορισμό:

Όποιος με σωματική βία ή με απειλή σοβαρού και άμεσου κινδύνου ζωής ή σωματικής ακεραιότητας εξαναγκάζει άλλον σε επιχείρηση ή ανοχή γενετήσιας πράξης τιμωρείται με κάθειρξη. Γενετήσια πράξη είναι η συνουσία και οι ίσης βαρύτητας με αυτήν πράξεις.

«Όλη η συζήτηση ξεκινάει από το ποιο είναι το έννομο αγαθό που πρέπει να προστατεύσουμε. Αν συμφωνήσουμε ότι αυτό το έννομο αγαθό είναι η σεξουαλική ελευθερία και αυτοδιάθεση – που πρέπει κατά την άποψη μου -, τότε θα πρέπει να εμπερικλείονται όλοι οι τρόποι που μπορεί κάποιος να το θίξει. Αυτό που προέβλεπε μέχρι τώρα ο νόμος είναι η σωματική βία και η απειλή άμεσου και σπουδαίου κινδύνου. Αυτό σήμαινε ότι θα μπορούσε να έρθει νομολογία και να βάλει κάποιες ευρύτερες συμπεριφορές, για παράδειγμα έχουμε μια απόφαση για εκβιασμό μέσω βίντεο. Και πάλι ,όμως, μιλάς για περιπτωσιολογία. Αυτό δεν είναι σωστό ποινικά, γιατί πάντα θα προκύπτουν περιπτώσεις που δεν έχουν προβλεφθεί. Η αλλαγή που προτείνεται περιορίζει το πλαίσιο στην άσκηση βίας ή την απειλή για τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα. Πρόκειται για την ανάσυρση ενός στερεοτύπου, σύμφωνα με το οποίο οι βιαστές είναι κάποιοι άγνωστοί και άγριοι τύποι που ξεπηδούν από μια σκοτεινή γωνία και η γυναίκα θα παλέψει μαζί τους με κάθε κίνδυνο και κάθε κόστος για να αντισταθεί. Οι σύγχρονες διεθνείς έρευνες , όμως, δείχνουν ότι η πλειονότητα των βιασμών συντελείται με πολύ διαφορετικούς όρους. Αυτό δείχνει και η βιωμένη πραγματικότητα. Η περίπτωση της Ελένης Τοπαλούδη που είχε βιαστεί, εκβιαζόταν μέσω βίντεο, πήγε στην Αστυνομία να κάνει καταγγελία και την απέστρεψαν και όταν αντιστάθηκε βρέθηκε δολοφονημένη, είναι χαρακτηριστική. Η αλλαγή που προτείνεται δεν καλύπτει ορισμένες συνήθεις συνθήκες βιασμού όπως είναι ο εκβιασμός μέσω βίντεο, η χρήση αλκοόλ ή ουσιών, ο οικονομικός εκβιασμός από σύντροφο ή εργοδότη, οι καταστάσεις που τα θύματα βρίσκονται σε μια σχέση απόλυτης εξουσίας από τους δράστες, όπως είναι οι κρατούμενες σε φυλακές ή οι έγκλειστες σε ιδρυματικές δομές. Υπάρχουν αποφάσεις που θεωρούν ότι μια γυναίκα ακίνητη και με απλανές βλέμμα συναίνεσε σε μια σεξουαλική πράξη. Αυτό δεν είναι συναίνεση σε καμία περίπτωση. Είναι πάγωμα, ο κατεξοχήν τρόπος αντίδρασης των θυμάτων , γιατί βρίσκονται σε καθεστώς παραλυτικού φόβου και αιχμαλωσίας» επισημαίνει η Ιωάννα Στεντούμη, δικηγόρος που ειδικεύεται σε ζητήματα έμφυλης βίας.

Από παρέμβαση στη Γ.Γ. Ισότητας | Φωτό: Αλέξανδρος Κατσής

Στο υπόμνημά της προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης, η Διεθνής Αμνηστία εκφράζει την έντονη ανησυχία της γι’ αυτή την εξέλιξη, κάνοντας τρεις καίριες επισημάνσεις:

  • Η οργάνωση διαπιστώνει την αποτυχία ενσωμάτωσης ενός ορισμού του βιασμού με βάση τη συναίνεση, όπως απορρέει από τις υποχρεώσεις του ελληνικού κράτους ως Συμβαλλόμενο Κράτος στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου από το 1974 και στη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης από το 2018.
  • Τονίζει την αποτυχία παροχής ενός περιεκτικού ορισμού του βιασμού. Ο ορισμός του βιασμού στο πλαίσιο του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου αναφέρεται στην μη συναινετική «εισβολή στο σώμα ενός ατόμου από μια ενέργεια που καταλήγει σε διείσδυση, όσο ελαφριά κι αν είναι, σε οποιοδήποτε μέρος του σώματος του θύματος με ένα σεξουαλικό όργανο, ή του πρωκτικού ή γεννητικού ανοίγματος του θύματος με οποιοδήποτε αντικείμενο ή οποιοδήποτε μέρος του σώματος, συμπεριλαμβανομένης οποιασδήποτε μη συναινετικής κολπικής, πρωκτικής ή στοματικής διείσδυσης σεξουαλικής φύσης στο σώμα ενός άλλου ατόμου με οποιοδήποτε μέρος του σώματος ή αντικείμενο». Το τωρινό άρθρο 336 και προτεινόμενη τροποποίηση του υπολείπονται σε αυτό το σημείο, καθώς δεν προσδιορίζονται λεπτομερώς όλοι οι τύποι διείσδυσης.
  • Τέλος, η Διεθνής Αμνηστία υπογραμμίζει ότι το αδίκημα που τιμωρείται με το άρθρο 338 («Κατάχρηση σε ασέλγεια» και «Κατάχρηση ανικάνου προς αντίσταση» με βάση τη νέα πρόταση, δηλαδή ο εξαναγκασμός σε σεξουαλική πράξη όταν ένα άτομο εκμεταλλεύεται τη σωματική ή ψυχική αναπηρία ή την ανικανότητα ενός άλλου ατόμου) δεν ορίζεται ως βιασμός και επισύρει ελαφρύτερες ποινικές κυρώσεις.

Η οργάνωση ζητά , όπως προκύπτει από τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, αυτό το αδίκημα να αναγνωρίζεται ως επιβαρυντική διάταξη ενός βιασμού.

Υπό το βάρος της πίεσης που άσκησε το φεμινιστικό κίνημα με τις διαμαρτυρίες του, ο αρμόδιος Υπουργός, Μιχάλης Καλογήρου, με το πέρας της διαβούλευσης ανακοίνωσε ότι «θα υπάρξουν βελτιώσεις» μέχρι την τελική κατάθεση του νομοσχεδίου στη Βουλή.

Η έννοια της «βελτίωσης» που, στην καλύτερη περίπτωση, θα σημαίνει επιστροφή στον τωρινό ορισμό, σε καμία περίπτωση δεν καλύπτει την αναγκαιότητα καταπολέμησης της έμφυλης βίας. Όσο ένας ορισμός του βιασμού θα παραμένει προσκολλημένος στη βία και στην αντίσταση και δε θα θέτει στο επίκεντρο τη διάσταση της ελεύθερα δοθείσης συναίνεσης, τόσο το σινιάλο που θα στέλνει η Πολιτεία, θα είναι αυτό της ατιμωρησίας. Θα χαϊδεύει τα ταπεινά και μισανθρωπικά αντανακλαστικά αυτού του 32% των Ελλήνων (έρευνα Ευρ. Επιτροπής) δικαιολογεί το βιασμό όταν η γυναίκα βρίσκεται υπό την επήρεια μέθης ή ουσιών, φορά προκλητικά ρούχα, συνοδεύεται με τη θέληση της στο σπίτι μετά από πάρτι, περπατά μόνη της τη νύχτα ή έχει πολλούς σεξουαλικούς συντρόφους. Θα επικροτεί δικαστικές αποφάσεις, όπως αυτές που αθώωσαν τους βιαστές της Ξάνθης και παλιότερα της Αμαρύνθου, λειτουργώντας αποτρεπτικά για τα άτομα που επέζησαν βιασμών να αναζητήσουν απονομή δικαιοσύνης. Θα συνεχίσει να γαλουχεί τοξικές αρρενωπότητες με την πεποίθηση ότι έχουν το προνόμιο να επιβάλλουν την εξουσία τους σε όλες τις υποκειμενικότητες που θεωρούνται κατώτερες στις έμφυλες ιεραρχήσεις.

«Αυτοί που εναντιώνονται στη θέσπιση ενός ορισμού με βάση τη συναίνεση, προβάλλουν το επιχείρημα της ψευδούς καταγγελίας, ότι δηλαδή μια γυναίκα θα υποστεί την τόσο ψυχοθφόρα διαδικασία της καταγγελίας ενός βιασμού μόνο και μόνο για πει ψέματα. Με ενοχλεί πολύ αυτό το επιχείρημα γιατί ακούγεται κατά κόρον στα συγκεκριμένα αδικήματα, ενώ υπάρχουν πολλά αδικήματα που είναι ο λόγος του ενός εναντίον του λόγου του άλλου. Υπάρχει μια ξεκάθαρη έμφυλη προκατάληψη ότι η γυναίκα θα πει ψέματα. Δεν προκύπτει από κάπου ότι οι νόμοι που βασίζονται στη συναίνεση αυξάνουν τον αριθμό των ψευδών καταγγελιών. Και κατά την άποψη μου δεν υπάρχουν ψευδείς καταγγελίες, υπάρχουν καταγγελίες που δεν αποδεικνύονται. Πρέπει να αλλάξει η αντιμετώπιση των αρχών. Δε γίνεται μια γυναίκα να πηγαίνει να καταγγείλει έναν βιασμό στην Αστυνομία, χωρίς ψυχολόγο, χωρίς διερμηνέα – αν είναι προσφύγισσα -, να γράφονται όπως να ναι οι καταθέσεις, να πρέπει να παραμείνει στην κατάσταση που βιάστηκε μέχρι να βρεθεί ιατροδικαστής και μετά στο δικαστήριο όλη η συζήτηση να περιστρέφεται γύρω από το θύμα. Είναι πολύ βασανιστικό να πρέπει να ανακαλέσεις αναλυτικά όλα τα συμβάντα μπροστά στο δράστη και να υπομείνεις κάθε ταπεινωτική ερώτηση. Υπάρχουν μέθοδοι να καταθέτει το θύμα με τη βοήθεια της τεχνολογίας, χωρίς να διαλύεται. Ένα επιπλέον διακύβευμα είναι πως θα αντιστρέψουμε το ερώτημα στην κοινωνία, γιατί ο νόμος έχει και χαρακτήρα διαπαιδαγώγησης. Το κοινωνικό σύνολο πρέπει να εκπαιδευτεί στην ιδέα ότι η παραβίαση της σεξουαλικής ελευθερίας, δεν είναι αποδεκτή με όποιον τρόπο κι αν γίνεται» συμπληρώνει η Ιωάννα Στεντούμη.

 

Το ψυχικό αποτύπωμα

Ήδη με τις υπάρχουσες συνθήκες, ο βιασμός αν και είναι από τα συχνότερα εγκλήματα, παραμένει αθέατος στην ολότητα του.

Η ψυχιατρική δίνοντας απλά μια «γεύση» του τραύματος που αφήνει στον ψυχισμό των θυμάτων περιγράφει πως «Συχνά ένα άτομο που έχει κακοποιηθεί σεξουαλικά προσπαθεί να αποφύγει ό,τι υπενθυμίζει σε αυτό την τραυματική εμπειρία του. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει το κράτημα των σκέψεων και των συναισθημάτων χωριστά, επιλέγοντας μόνο να σκέφτεται αντί να αισθάνεται και την αποσύνδεση από τον γύρω κόσμο του. Συχνά αναπτύσσεται η μετατραυματική από στρες διαταραχή [Post Traumatic Stress Disorder], η οποία περιλαμβάνει συμπτώματα όπως, αναδρομές στο παρελθόν, έντονες μνήμες και εφιάλτες που είναι τόσο ζωηροί και αισθητοί ωσάν το τραύμα να συμβαίνει ξανά. Προβλήματα ύπνου και κυρίως αϋπνία, απόσυρση από τους ανθρώπους και καταστάσεις, απώλεια ενδιαφέροντος για τη ζωή, αυξανόμενη ανησυχία και αίσθηση του χαμένου χρόνου, νευρικότητα, συναισθήματα ανικανότητας ή απόγνωσης, οξυθυμία, επιθετικότητα, βαριά κατάθλιψη ή απονέκρωση των συγκινήσεων : απώλεια μιας πλήρους σειράς των συγκινήσεων του, προβλήματα με τη συγκέντρωση, τη μνήμη, αίσθημα αβεβαιότητας, προβλήματα με τις στενές σχέσεις, απώλεια όρεξης, σωματικές ενοχλήσεις που δεν έχουν φυσική αιτία, και αυτοκτονικό ιδεασμό» [Βιασμός, εκδόσεις Αρχιπέλαγος].

Τραγικές ελλείψεις σε δομές και εκπαιδευμένο προσωπικό

Ένας άνθρωπος που έχει βιαστεί λοιπόν, θα πρέπει να πάρει αυτό τον κουρελιασμένο ψυχισμό και να τον καθίσει σε μια δικαστική αίθουσα, να ξαναδεί τον άνθρωπο από τον οποίο κακοποιήθηκε και να καταθέσει αυτό που έζησε. Αυτό σημαίνει αναβίωση του τραύματος από το οποίο προσπαθεί να απεγκλωβιστεί.

Κι αυτό ενώ υπάρχουν οι υποδομές και οι δυνατότητες να το αποφύγει, αναγκάζεται να το κάνει, παρότι υπάρχουν σύγχρονοι τρόποι και σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ώστε να προστατεύονται τα θύματα.

Μετά από οδηγία που δόθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση για τα θύματα σωματεμπορίας, η Ελλάδα αναγκάστηκε να προσθέσει στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας το άρθρο 326Β που λειτουργεί ενθαρρυντικά στο να καταθέσουν τα θύματα trafficking. Ούτε κι αυτό εφαρμόζεται πάντα, όμως σύμφωνα με το συγκεκριμένο άρθρο τουλάχιστον νομικά κατοχυρώνεται πως η κατάθεση των θυμάτων trafficking πρέπει να καταγράφεται οπτικοακουστικά και πως κατά την εξέταση τους από την Αστυνομία, προβλέπεται να παρίσταται ψυχολόγος-ψυχίατρος ο οποίος τους ενθαρρύνει και τους εξηγεί τον τρόπο της ποινικής διαδικασίας, ώστε να αισθανθούν βολικότερα, να ξεπεράσουν τη δυστοκία τους και να διηγηθούν την εμπειρία τους.

Επίσης, προβλέπεται πως το θύμα σε περιπτώσεις σωματεμπορίας δεν χρειάζεται να έχει φυσική παρουσία στο δικαστήριο. Αντ’ αυτού υποβάλλεται η κατάθεση του κατά τη διαδικασία της δίκης. Αν υπάρχει υποδομή – και στη ΓΑΔΑ υπάρχει – η κατάθεση προβλέπεται να γίνεται μέσω οπτικοακουστικής καταγραφής. Σε άλλες περιπτώσεις που δεν υπάρχει αυτή η δυνατότητα, η κατάθεση γίνεται γραπτά και διαβάζεται στο ακροατήριο. Έτσι αποφεύγεται η δευτερογενής ταλαιπωρία του θύματος. Κι όμως, σ’ αυτή τη διαδικασία που είναι εμφανώς πιο ανακουφιστική και για έναν άνθρωπο που έχει κακοποιηθεί, δεν εντάσσονται τα άτομα που έχουν κακοποιηθεί σεξουαλικά ή έχουν βιαστεί.

Κι αυτό συμβαίνει γιατί ο βιασμός, παρά τις δυσβάσταχτες συνέπειες που έχει, αντιμετωπίζεται σαν ένα κοινό έγκλημα. Στα Αστυνομικά Τμήματα, όταν δεν αποτρέπουν τα θύματα από το να καταγγείλουν τα περιστατικά, αντιμετωπίζονται σαν να είναι θύματα κλοπής και ακολουθείται η ίδια διαδικασία που ακολουθείται σε όλα τα αδικήματα. Δεν υπάρχει κάποιο εξειδικευμένο τμήμα ή προσωπικό που να ασχολείται αποκλειστικά με περιστατικά βιασμών και σεξουαλικής κακοποίησης, ούτε προβλέπεται η άμεση παρουσία ψυχολόγου/ ψυχιάτρου ή γυναίκας Αστυνομικού.

Οι επιζήσασες βιασμού που βρίσκουν το κουράγιο να φτάσουν μέχρι τις δικαστικές αίθουσες απαιτώντας νομική δικαίωση, ενδεχομένως να χρειαστεί να περιμένουν έως και 12 χρόνια για μια τελεσίδικη καταδίκη, γιατί τα έμφυλα εγκληματα δεν προτεραιοποιούνται στους εξαιρετικά ράθυμους ρυθμούς της ελληνικής δικαιοσύνης. Έχει προηγηθεί μια επώδυνη διαδικασία που θέλει την εξέταση του σώματος σε επίμαχα σημεία: στα χέρια, στα πόδια, στους μηρούς, στα γεννητικά όργανα ή στο στόμα αν υπήρξε προσπάθεια από τον δράστη να φιμώσει το θύμα ή να το ακινητοποιήσει. Εργαστηριακές εξετάσεις, τεστ εγκυμοσύνης, εξετάσεις για νοσήματα, να δώσει βιολογικό υλικό, να διαπιστωθούν κακώσεις περιγενετικά για το αν υπήρξε βίαιη είσοδος στον κόλπο ή τον πρωκτό.

Κι αυτό χωρίς καν να έχει τη δυνατότητα το άτομο που έχει πληγεί να πλυθεί για να μην εξαφανίσει τα στοιχεία που χρειάζονται για την ενοχή του δράστη.

Έχουν ήδη χαθεί αμέτρητες δίκες επειδή δεν υπήρχε αυτή η ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη, επειδή το θύμα αν και έφτασε μέχρι την Αστυνομία δεν ενημερώθηκε πως πρέπει να δει ιατροδικαστή, επειδή άργησε να κάνει την καταγγελία ή επειδή απλώς πλύθηκε και εξαφάνισε τα στοιχεία , χωρίς να το γνωρίζει. Κι όμως, ενώ το δικαστικό σύστημα αξιολογεί αυτή την πραγματογνωμοσύνη ως σημαντική, δεν είναι ούτε κι αυτή εύκολο να εξασφαλιστεί , αν κάποια για παράδειγμα μένει σε απομακρυσμένες περιοχές.

Στην Ελλάδα υπάρχουν μόνο 13 Ιατροδικαστικές Υπηρεσίες [Αθήνας, Πειραιά, Θεσσαλονίκης, Λάρισας, Πάτρας, Κέρκυρας, Αιγαίου, Δωδεκανήσου, Δυτικής Μακεδονίας (Κοζάνη), Ναυπλίου, Καλαμάτας, Θράκης (Κομοτηνή), Κρήτης και Λαμίας]. Κάτι που σημαίνει πως υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες τα θύματα πρέπει να περιμένουν έως και δυο ημέρες, χωρίς τη δυνατότητα να κάνουν το αυτονόητο: να πλυθούν μετά την κακοποίηση τους. Και όσο οι ήδη θεσμοθετημένες διαδικασίες κάνουν ακόμη πιο επώδυνο και δύσκολο τον αγώνα της δικαίωσης ενός κακοποιημένου ατόμου, εκκρεμεί η απειλή μιας χειρότερης νομοθετικής διάταξης που όχι απλώς βυθίζει τα θύματα σε έναν ακόμη λαβύρινθο πόνου, αλλά τους λέει πως πλέον για να δικαιωθείς, πρέπει να έχεις υποστεί απαραίτητα ένα βιασμό που να έχει αφήσει εμφανή σημάδια βίας, πως η μαρτυρία σου ή το βιολογικό υλικό δεν αρκούν.

Οι βιαστές δεν είναι ράτσα ειδική

Δεν αντέχουμε άλλο να προσέχουμε εμείς, ούτε και να μετράμε θύματα κακοποίησης και νεκρές γυναίκες. Ο βιαστής και ο γυναικοκτόνος δεν έχουν καμιά φωτεινή ταμπέλα επάνω τους, δεν έχουν συγκεκριμένο όνομα, οδό και αριθμό. Οι βιαστές είναι οι άνδρες της διπλανής πόρτας. Ενίοτε και της δικής μας πόρτας, καθώς πρόκειται για νυν ή πρώην ερωτικούς συντρόφους. Το ψυχολογικό προφίλ τους, μπορεί να είναι εκείνο ενός ατόμου που παρουσιάζει ισχυρή τάση συμφωνίας ή και απόλυτης διαφωνίας με τους μύθους που σχετίζονται με τον βιασμό, έντονη εχθρότητα απέναντι στις γυναίκες και αποδοχή εκλογικεύσεων που αφορούν τη βία έναντι των γυναικών. Τοξικές αρρενωπότητες με επιθυμία να επιβεβαιώσουν με κάθε τρόπο την κυριαρχία τους στις θηλυκότητες, άτομα με χαμηλή ενσυναίσθηση απέναντι στα θύματα, ικανά να παράξουν πόνο και βία.

Τίποτα όμως απ’ αυτά δεν είναι ορατό όταν περπατάς στο δρόμο , όταν διασκεδάζεις σε ένα πάρτι, όταν μπαίνεις στο ασανσέρ με τον γείτονα σου ή στο αυτοκίνητο ενός φίλου σου.

Στο βιβλίο Βιασμός [εκδ. Αρχιπέλαγος], ο Ψυχίατρος Ορέστης Γιωτάκος και η Εγκληματολόγος Μαρία Τσιλιάκου, αναφέρουν:

Στο παρελθόν, και τώρα, ο βιασμός και η σεξουαλική κακοποίηση εμπόδισαν και εμποδίζουν τη γυναίκα να εφαρμόσει το δικαίωμα της σεξουαλικής επιλογής. Ο σεξουαλικός εξαναγκασμός υποκινείται από την επιθυμία να του άνδρα να ασκήσει έλεγχο στη γυναίκα και όχι από σεξουαλικό πόθο. Ο βιασμός δεν είναι απαραίτητα μια σεξουαλική πράξη, αλλά μια πράξη βίας. Η βία επιβάλλει τη δύναμη και ο άνδρας τη χρησιμοποιεί για να κυριαρχήσει στη γυναίκα. Ο βιασμός δηλαδή αναδύεται ως αποτέλεσμα που δημιουργεί η κοινωνική διαστρωμάτωση. Από τότε που ο άνδρας δημιούργησε πατριαρχικές κοινωνίες, έγινε κύριος του πλούτου και της δύναμης και προκειμένου να τα διατηρήσει, χρησιμοποιεί διάφορες πρακτικές και συμπεριφορές είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα. Ο άνδρας είναι φυσικά πιο δυνατός από τη γυναίκα και η ανατομία του κάνει το βιασμό δυνατό. Μέσα από το πέρασμα των αιώνων έμαθε πως η γυναίκα μπορεί να ελέγχεται και να τραυματίζεται συναισθηματικά με το κυριαρχεί πάνω της χρησιμοποιώντας το σεξ. Ο πρώτος βιασμός θα πρέπει να ήταν μια αναπάντεχη νίκη του άνδρα στην άρνηση της γυναίκας να κάνει σεξ μαζί του. Ο δεύτερος ήταν σίγουρα αποτέλεσμα προσχεδιασμού. Ο βιασμός έγινε έτσι όχι μόνο ανδρικό προνόμιο αλλά βασικό όπλο εξαναγκασμού της γυναίκας και βασικός παράγοντας για τη ρύθμιση της βούλησης και του φόβου της. Η βίαιη είσοδος του άνδρα στο σώμα της γυναίκας έγινε το όχημα για τη μεγαλειώδη του νίκη και κυριαρχία επάνω στην ύπαρξη της, η επιβεβαίωση της ανώτερης δύναμης του και ο θρίαμβος του ανδρισμού του.

Αυτό που αποκαλείται «φόνος ηδονής» για παράδειγμα, αυτό που αποκαλύπτεται αυτές τις ημέρες στην Κύπρο, είναι μια πράξη κατά την οποία ο δράστης απολαμβάνει σεξουαλική ευχαρίστηση σκοτώνοντας γυναίκες. Είναι αυτή η επιβεβαίωση της ανώτερης δύναμης στη χειρότερη μορφή της.

Σε έρευνες του FBI βρέθηκε πως σε μερικές ανάλογες περιπτώσεις δεν υπήρχε καν σεξουαλική επαφή με τα θύματα τέτοιων υποθέσεων, αφού η διαδικασία του φόνου υποκαθιστά τελείως τη σεξουαλική πράξη. Βρέθηκε, επίσης, πως στην πλειονότητα τους οι δράστες τέτοιων εγκλημάτων ήταν λευκοί, σχεδόν οι μισοί ήταν έγγαμοι και άνδρες του «κοινωνικού καθωσπρεπισμού». Σχεδόν όλοι είχαν προσχεδιάσει το έγκλημα.

Ο βιασμός είναι μια σύνθετη και πολλαπλά καθοριζόμενη συμπεριφορά και οι βιαστές δεν είναι μια ξεκάθαρα ομογενής ομάδα, ως προς τα κίνητρα και την τέλεση του. Αυτό, όμως, που υπάρχει σε όλους τους βιαστές είναι η αίσθηση της κυριαρχίας ενός ατόμου έναντι ενός άλλου. Κι αυτή η αίσθηση κυριαρχίας δεν αφήνει πάντοτε εμφανή σημάδια, δεν σε σκοτώνει πάντα σωματικά, αλλά πάντα καταφέρνει να σε εξοντώσει ψυχικά. Κυρίως δεν είναι δυνατόν να γνωρίζει μια γυναίκα το πώς, το πότε και το που θα ξεκινήσει, ούτε και πού θα σταματήσει η πρόθεση κάποιου να ασκήσει βία επάνω της. Σε μια στιγμή που αυτή η κυριαρχία ακουμπά σε ένα υποκείμενο και το παγώνει, είναι αυτονόητο πως αυτό το υποκείμενο δεν είναι υποχρεωμένο να έχει μια συγκεκριμένη αντίδραση, αυτή που θέλει να ορίσει ο νομοθέτης. Αν δεν είπε ναι, έχει ήδη βιαστεί.

Συνέλευση «Χωρίς ΣυΝΑΙνεση είναι βιασμός»

Αν παραμερίσουμε τις μυθοπλαστικές κατασκευές και τα έμφυλα στερεότυπα, θα συνειδητοποιήσουμε ότι το μοναδικό και ξεκάθαρο όριο για το βιασμό είναι η συναίνεση.

Οτιδήποτε στη σεξουαλική δραστηριότητα δεν εμπεριέχει τη συναίνεση του υποκειμένου είναι βιασμός. Το ίδιο ισχύει και για πρακτικές που αν δεν υπάρχει συναίνεση μετατρέπουν μια σεξουαλική επαφή σε βιασμό, όπως η χρήση ναρκωτικών και ουσιών που μειώνουν τα αντανακλαστικά, η άρση μια αρχικής συναίνεσης, η επιβολή μη χρήσης προφυλακτικού, η άρνηση συγκεκριμένων σεξουαλικών πρακτικών. Συναίνεση σημαίνει «Ναι», το οποίο μπορεί να εκφραστεί σε συνθήκες ελευθερίας με λεκτικούς και μη λεκτικούς τρόπους. Είναι μια συνεχής διαδικασία επικοινωνίας που μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή και αυτό οφείλει να γίνεται σεβαστό.

Ήδη από τις 11 Μαρτίου έχει συγκροτηθεί με πρωτοβουλία του διαθεματικού φεμινιστικού κινήματος η συνέλευση «Χωρίς ΣυΝΑΙνεση είναι βιασμός» ως άμεση και δυναμική αντίδραση στην προτεινόμενη αλλαγή του Ποινικού Κώδικά με άξονα τη θεμελίωση ενός ορισμού που θα θέτει ως μοναδική προϋπόθεση «την ελεύθερη, αβίαστη, ισότιμη συναίνεση σε κάθε σεξουαλική πράξη, σε όλα της τα στάδια».

Η Συνέλευση διοργανώνει πάρτι οικονομικής ενίσχυσης το Σάββατο 11 Μαΐου, στις 22:00 στο AMOQA (Πατησίων 14, 5ος όροφος) και καλεί σε πανελλαδική μέρα δράσης το Σάββατο 18 Μαΐου.

Για την Αθήνα έχει προγραμματιστεί πορεία εκείνη την ημέρα με προσυγκέντρωση στις 12:00 στην πλατεία Βικτωρίας.

Οι γυναίκες που βιώνουν ή απειλούνται με διάφορες μορφές έμφυλης βίας μπορούν να επικοινωνούν με την ειδική τηλεφωνική γραμμή 15900 της Γενικής Γραμματείας Ισότητας και να ζητούν συμβουλευτική, ψυχολογική, νομική υποστήριξη

avatar
  Subscribe  
Notify of