Αύγουστος 2019

Professor Claire McGlynn, Durham University
Professor Erica Rackley, University of Kent
Assistant Professor Kelly Johnson, Durham University
Αssociate Professor Nicola Henry RMIT University
Associate Professor Asher FLynn Monash University
Associate Professor Anastasia Powell RMIT University
Professor Nicola Gavey University of Auckland
Dr Adrian J. Scott Goldsmiths University of London

Κύρια ευρήματα και συστάσεις

Η σεξουαλική κακοποίηση μέσω εικονας είναι μία μορφή σεξουαλικής κακοποίησης που συναντάται συχνά και ενέχει ολέθριες και μακροχρόνιες συνέπειες στη ζωή και την ψυχολογία των θυμάτων. Χρησιμοποιώντας τον όρο «σεξουαλική κακοποίηση μέσω εικόνας» αναφερόμαστε σε ένα ευρύ φάσμα κακοποιητικών συμπεριφορών που περιλαμβάνει τα ακόλουθα: την απειλή ή πραγματοποίηση της λήψης, αποστολής ή δημοσίευσης φωτογραφιών ή βίντεο που εμπεριέχουν γυμνό ή σεξουαλικό περιεχόμενο χωρίς την συγκατάθεση του ατόμου που απεικονίζεται σε αυτά. Εκτός από τον σεξουαλικό εκβιασμό και το οπτικο-ακουστικό υλικό που απεικονίζει σεξουαλικές επιθέσεις και βιασμό,  οι προαναφερθείσες μορφές κακοποίησης περιλαμβάνουν όρους που είναι κοινώς γνωστοί ως «εκδικητικό πορνό», «σήκωμα της φούστας» και ψεύτικο πορνό.

Η παρούσα έκθεση βασίζεται σε πληροφορίες που συλλέχθησαν κατά την διάρκεια έξι μηνών του περασμένου έτους και προήλθαν από συνεντεύξεις 25 θυμάτων σεξουαλικής βίας μέσω εικόνας και μεγάλου αριθμού ειδικών που σχετίζονται με αυτή τη μορφή εγκληματικότητας: αστυνομικούς, νομοθέτες, δικηγόρους και οργανισμούς στήριξης των θυμάτων. Οι επιβιώσασες προέρχονται από διάφορες περιοχές του Ηνωμένου Βασιλείου, της Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας.

Κατεστραμμένες ζωές

  • Η σεξουαλική κακοποίηση μέσω εικόνας καταστρέφει ζωές.
  • Σημαντικός αριθμός επιβιώσασων έρχεται αντιμέτωπος με την κοινωνική περιθωριοποίηση, γεγονός που προκαλεί απόγνωση και μεταβάλλει δραστικά τις συνθήκες σε όλες τις πτυχές της ζωής του θύματος.
  • Τα θύματα βιώνουν έντονες φοβίες ενώ συχνά τίθεται σε κίνδυνο η ίδια η ζωή τους.
  • Η κοινωνική απομόνωση από τους φίλους, την οικογένεια, το διαδίκτυο και την κοινωνία γενικότερα, χαρακτηρίζουν τις εμπειρίες πολλών ατόμων που έχουν υποστεί αυτή τη μορφή σεξουαλικής κακοποίησης.
  • Οι επιβιώσασες αναφέρθηκαν σε μία κακοποίηση που παραμένει έντονη, αδιάκοπη και μακροχρόνια, καταστρέφοντας όχι μόνο τις δικές τους ζωές αλλά και τις ζωές των αγαπημένων προσώπων τους.

Καταρρίπτοντας τους μύθους

  • Η σεξουαλική κακοποίηση μέσω εικόνας περιστοιχίζεται απο μύθους: μύθους για τα κίνητρα, για τα θύματα και για την πολιτική, νομική και θεσμική αντιμετώπισή της.
  • Η πραγματικότητα είναι πως η σεξουαλική κακοποίηση μέσω εικόνας προκαλείται από συμπεριφορές που αποσκοπούν στον έλεγχο και τον εξουσιασμό ενός άλλου ατόμου, τον μισογυνισμό, το ανδρικό προνόμιο και την τοξική αρρενωπότητα.
  • Η σεξουαλική κακοποίηση μέσω εικόνας είναι ένα έμφυλο τραύμα, με πολλές επιζήσασες να βιώνουν ολέθριες συνέπειες εξ αιτίας ενός πολιτικού και κοινωνικού συγκειμένου που επιτρέπει την διαφορετική αντιμετώπιση των φύλων και την διαδικτυακή κακοποίηση των γυναικών.
  • Η έλλειψη στήριξης συντελεί στην απομόνωση των θυμάτων, με τα ίδια τα θύματα να προσπαθούν να προσανατολιστούν εντελώς μόνα τους μέσα σε ένα άγνωστο, περίπλοκο και μεταβαλλόμενο τοπίο νομικών περιορισμών και κανόνων ελέγχου του διαδικτύου.

Τι πρέπει να αλλάξει;

  • Να δημιουργθεί ένα περιεκτικό νομικό πλαίσιο.
  • Να αναγνωρίσουμε ότι η κακοποίηση μέσω εικόνας είναι μία μορφή σεξουαλικής κακοποίησης.
  • Να υιοθετήσουμε ένα περιεκτικό ποινικό νόμο που να καλύπτει όλες τις μορφές σεξουαλικής κακοποίησης μέσω εικόνας που αναγνωριζει την εκβίαση και το ψεύτικο πορνό ως μορφές σεξουαλικής κακοποίησης.
  • Να αλλάξουμε τις προϋποθέσεις όσον αφορά τα κίνητρα των κακοποιητών εναρμονίζοντας τους υπάρχοντες νόμους περί σεξουαλικής κακοποίησης μεσω της χρήσης εικόνας με άλλα σεξουαλικά και ποινικά αδικήματα.
  • Να επεκταθεί η εφαρμογή της παροχής αυτόματης ανωνυμίας σε όλα τα θύματα.
    Να επεκταθεί η παροχή νομικής βοήθειας στα θύματα σεξουαλικής κακοποίησης μέσω εικόνας με στόχο να καλυφθεί η ανάγκη για νομική υποστήριξη.
  • Υποστήριξη θυμάτων-επιβιώσασων με στόχο την ενδυνάμωσή τους και την επανάκτηση του ελέγχου από τις ίδιες.
  • Ανάγκη εφαρμογής μίας κρατικής πολιτικής για τη στήριξη των θυμάτων αυτής της μορφής κακοποίησης, συμπεριλαμβανομένης της δημιουργίας υπηρεσιών στήριξης με ειδικευμένα τμήματα που θα ανταποκρίνονται στις ανάγκες των μαύρων γυναικών και άλλων περιθωριοποιημένων μειονοτήτων.
  • Να καθιερωθεί ένα Γραφείο Ηλεκτρονικής Ασφάλειας που θα προσφέρει συμβουλές, βοήθεια και στήριξη στα θύματα και θα αναλάβει εκπαιδευτικό ρόλο με στόχο την πρόληψη.

Αποτελεσματική και ενημερωμένη εκπαίδευση, παιδεία και καθοδήγηση

  • Τα σχολεία, τα πανεπιστήμια και οι εργασιακοί χώροι οφείλουν να δημιουργήσουν προγράμματα εκπαίδευσης και πολιτικές που ανταποκρίνονται αποτελεσματικά και ενσυναισθητικά στα άτομα που παίρνουν το θάρρος να εκμυστερευτούν πως βίωσαν σεξουαλική κακοποίηση μέσω εικόνας.
  • Το μάθημα σεξουαλικής αγωγής και προσωπικών σχέσεων που διδάσκεται στα σχολεία πρέπει να περιλαμβάνει μια συνειδητοποιημενη συζήτηση οσον αφορα το ψυχικό τραύμα που προκαλει η σεξουαλική κακοποίηση μέσω εικόνας δίνοντας έμφαση και στους λόγους που η κακοποίηση είναι μία λάθος συμπεριφορά.
  • Να εισαχθεί μια περιεκτική πολιτική εκπαίδευσης και καθοδήγησης όσον αφορά την αντιμετώπιση καταγγελιών που αφορούν τη σεξουαλική κακοποίηση μέσω εικόνας στα σχολεία, τα πανεπιστήμια και τους εργασιακούς χώρους.

Επόμενα βήματα

  • Να γίνει περισσότερη προσπάθεια όσον αφορά την αναγνώριση, την επικέντρωση και την ανταπόκριση στις εμπειρίες των μαύρων και άλλων φυλετικά περιθωριοποιημένων γυναικών, όπως και άλλων κοινωνικών ομάδων που αντιμετωπίζουν παράλληλες μορφές καταπίεσης όπως ο ρατσισμός, η ξενοφοβία, ο ρατσισμός κατά των αναπήρων, η ομοφοβία, η τρανσφοβία και ο ηλικιακός ρατσισμός.

Τι είναι η σεξουαλική κακοποίηση μέσω εικόνας;

Μύθος: Η σεξουαλική κακοποίηση με τη χρήση εικόνας είναι ένα αδίκημα που αφορά την επικοινωνία και το διαδίκτυο.

Πραγματικότητα: Οι επιβιώσασες βιώνουν αυτή την κακοποίηση ως ένα είδος σεξουαλικής βίας.

Χρησιμοποιούμε τον όρο «σεξουαλική κακοποίηση μέσω της χρήσης εικόνας» ως ένα όρο-ομπρέλα που καλύπτει όλες τις μορφές:
– λήψης, δημιουργίας, αποστολής/ανάρτησης εικόνων ή βίντεο με γυμνό ή σεξουαλικό περιεχόμενο χωρίς τη συγκατάθεση του εικονιζόμενου ατόμου ή
– την απειλή για λήψη/δημιουργία/αποστολή εικόνας με γυμνό ή σεξουαλικό περιεχόμενο χωρίς τη συγκατάθεση του εικονιζόμενου ατόμου.

Ενδείκνυται να αποφεύγεται η χρήση του όρου «εκδικητικό πορνό» επειδή ο όρος αυτός δεν ερμηνεύει ούτε τη φύση αλλά ούτε και την έκταση της κακοποιητικής συμπεριφοράς που φέρει η μη-συγκαταθετική λήψη, δημιουργια ή αποστολή μιας εικόνας γυμνού ή σεξουαλικού περιεχομένου. Ακόμα, η εκδίκηση δεν αποτελεί κίνητρο για όλους τους δράστες και οι επιβιώσασες πολύ ορθά ενίστανται στην χρήση αυτού του όρου. Είναι αναγκαίο να γίνει κατανοητό πως για να αντιληφθούμε την κακοποίηση υπό το πρίσμα της έμφυλης δικαιοσύνης, το βάρος πρέπει να μετατεθεί από τις προθέσεις των δραστών στην ψυχική ωδύνη των θυμάτων. Οι επιβιώσασες έχουν εξηγήσει σ’ εμάς τη σημασία της γλώσσας όσον αφορά την ορθή απόδοση των συνεπειών που βιώνουν οι ίδιες όταν εικόνες με σεξουαλικό περιεχόμενο δημιουργούνται ή αποστέλλονται χωρίς τη συγκατάθεσή τους.

Λούσυ: «Αποτελεί κακοποίηση του σώματός μου. Το βιώνω ως σεξουαλική κακοποίηση. Νιώθω πως το μέγεθος των συνεπειών είναι στο ίδιο επίπεδο με αυτό που κοινώς ορίζεται ως σεξουαλική κακοποίηση. Γνωρίζω καλά, πως οι άνθρωποι θα πουν πως όλο αυτό ακούγεται υπερβολικό, αλλά εγώ το βιώνω κατ’ αυτό τον τρόπο. Γι’ αυτό νιώθω πως η λέξη «κακοποίηση» πρέπει να καθορίζει την περιγραφή αυτής της πράξης μιας και είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι περί αυτού πρόκειται.»

Ντέμπορα: «Είναι ένα είδος βιασμού, απλά στην ψηφιακή εκδοχή του, αφού εκδηλώνει τα βασικά χαρακτηριστικά της σεξουαλικής βίας: κάποιος σε εκμεταλλεύεται παρά τη θέλησή σου και σε κάνει ευάλωτη… υποβάλλεσαι σε ένα βιασμό, απλά με διαφορετικό τρόπο, είναι μία καινούργια έκφανσή του.»

Η Σόνια μας είπε πως «Λοιπόν, ο όρος αυτός [εκδικητικό πορνό] είναι αηδιαστικός».

Η Βίκυ συμφώνησε με την άποψη: «Δε μ’ αρέσει αυτή η φράση… Παρά το γεγονός ότι αυτές είναι όντως πορνογραφικές εικόνες, πώς θα ένιωθες εσύ αν οι φωτογραφίες σου σχολιάζονταν σαν να ήταν πορνό; Νιώθω πως ο όρος είναι αρνητικός για τα θύματα, νιώθω πως κάτι τέτοιο σχετίζεται περισσότερο με την σεξουαλική κακοποίηση, τη διαδικτυακή σεξουαλική κακοποίηση.»

«Ένιωσα ντροπή κι εξευτελισμό… κι αυτό με οδήγησε στην απόπειρα αυτοκτονιας»

— Λουίζ

Τι είναι το ψεύτικο πορνό;

Ένα αυξανόμενο πρόβλημα είναι η χρήση της τεχνολογίας που αφορά στην επεξεργασία βίντεο ή φωτογραφιών με στόχο τη σεξουαλικοποίηση του περιεχομένου τους: για παράδειγμα κάποιος μπορεί να πάρει μία φωτογραφία από ένα προφίλ στο facebook και με την ανάλογη επεξεργασια να το μετατρέψει σε πορνογραφικό.

Σάρα: «Κάποιος μου είχε στείλει ένα email λέγοντας: «Είσαι σίγουρη πως θες αυτά να βρίσκονται στο διαδίκτυο;». Και βλέπω μπροστά μου διάφορες φωτογραφίες με ακραίο σεξουαλικό περιεχόμενο, βλέπω το πρόσωπό μου σε αυτές τις εικόνες και το όνομά μου να αναγράφεται από κάτω… Αλλά όλο αυτό ήταν αποτέλεσμα photoshop. Ο άνθρωπος αυτός είχε προφανώς δει τις φωτογραφίες μου στο facebook και μέσω επεξεργασίας έβαλε το πρόσωπό μου σε κάποιες εικόνες σκληρής πορνογραφίας αναρτώντας τις στο διαδίκτυο, θέτοντας ως φωτογραφία προφίλ στον ιστότοπο που ειχαν αναρτηθεί, την ίδια με αυτή που διατηρούσα στο facebook. Άνετα θα μπορουσε να με είχε αναγνωρίσει οποιοσδήποτε.»

Κι ενώ η τεχνολογία επεξεργασίας εικόνων είναι διαθέσιμη εδώ και δεκαετίες, η χρήση τεχνητής νοημοσύνης μέσω νέων εφαμογών (deepfakes) μετατρέπουν την επεξεργασία σε μία πιο εύκολη και έξυπνη διαδικασία. Για το απαίδευτο μάτι, είναι πολύ δύσκολο να διαπιστωθεί η διαφορά ανάμεσα σε μία ψεύτικη και μία πραγματική εικόνα γι’ αυτό και η ωδύνη που βιώνουν οι επιβιώσασες είναι πολύ μεγάλη. Όπως ένας εργαζόμενος στην υποστήριξη θυμάτων μας εξήγησε: «Από τη στιγμή που αυτή είναι μία δική σου φωτογραφία, τότε η πράξη αυτή ανάγεται σε κακοποίηση».

Μέχρι σήμερα, πολύ λίγοι νόμοι αναγνωρίζουν την δημιουργία ψεύτικου πορνό ως μία μορφή σεξουαλικής κακοποίησης.

Οι απειλές κάνουν τα θύματα να παραλύουν από φόβο

Τα περισσότερα θύματα που μας μίλησαν είχαν βιώσει απειλές για αποστολή φωτογραφιών και βίντεο χωρίς τη συγκατάθεσή τους. Κι ενώ πολλές από αυτές τις απειλές πραγματοποιήθηκαν, πρέπει να αναγνωρίσουμε πως η χρήση της απειλής καθ΄εαυτή επηρεάζει σε τεράστιο βαθμό τη ζωή των θυμάτων. Για τη Λουίζ, ο φόβος πως αυτές οι φωτογραφίες είχαν διαμοιραστεί ήταν τόσο μεγάλος που την οδήγησε στην απόπειρα αυτοκτονίας: «Ντρεπόμουν, ένιωθα πως είχα εξευτελιστεί… Ένιωθα ηλίθια… Ακόμα και τώρα δεν είμαι σίγουρη αν εκείνη σκοπεύει να τις στείλει κάπου. Η ψυχική μου υγεία έχει κλονιστεί σε μεγάλο βαθμό. Πήρα χάπια προσπαθώντας να δώσω ένα τέλος στη ζωή μου…»

Ο Στίβεν ένιωθε πως οι απειλές τον είχαν κάνει να παραλύσει, αδυνατώντας να ανταπεξέλθει στην καθημερινότητά του:

«…πριν γίνουν όλα αυτά, δεν είχα κανένα πρόβλημα να κοιμάμαι οχτώ ώρες τη μέρα. [Τώρα] θα είμαι τυχερός αν κοιμηθώ δύο ώρες συνεχόμενα και δεν ξυπνήσω για να ελέγξω το κινητό μου. Μετά θα κοιμηθώ ξανά και θα ξυπνήσω πάλι για να ελέγξω το κινητό μου. Εχει επικρατήσει μέσα μου μία φοβία πως θα γίνει κάτι κακό κι όσο περνάει ο καιρος αυτή δεν αμβλύνεται… επειδή πιστεύω πως θα συμβεί τη στιγμή που θα είμαι απροετοίμαστος.»

Έλεγχος: Για άλλα θύματα οι απειλές αποτέλεσαν μέρος μίας εξουσιαστικής σχέσης και άσκησης ελέγχου

Άλισον: «Ήμουν στα 18 τότε… Είχα πιεί κι είχα μεθύσει και ο πρώην μου είχε βγάλει κάποιες φωτογραφίες…Την επόμενη μέρα μου τις έδειξε. Μόλις τις είδα είπα «Όχι…» και τότε άρχισε να λέει πως τις είχε δείξει στους φίλους του. Και κάθε φορά που τσακωνόμασταν με απειλούσε πως θα τις αναρτήσει σε κάποιο ιστότοπο. Ήταν πολύ αυταρχικός και χειριστικός. Εγώ προσπαθούσα να διατηρήσω την ηρεμία στη σχέση μας επειδή προφανώς δεν ήθελα οι φωτογραφίες μου να καταλήξουν κάπου στο διαδίκτυο. Κι αυτό είναι μία πολύ τρομακτική συνθήκη γιατί πλέον όλη σου η συμπεριφορά καθορίζεται απ’ αυτό το φόβο.»

Πέρα από τη μη-συγκαταθετική δημοσίευση

Η σεξουαλική κακοποίηση μέσω της χρήσης εικόνας δεν έχει να κάνει αποκλειστικά με την αποστολή ή τη δημοσίευση φωτογραφιών και βίντεο χωρίς τη συγκατάθεση του ατόμου σε αυτά. Η πλειοψηφία των θυμάτων με τα οποία μιλήσαμε είχε βιώσει περισσότερες από μία μορφή κακοποίησης μέσω εικόνας. Το πιο συχνό μοτίβο κακοποίησης που συναντήσαμε αφορούσε την εκδήλωση και των τριών κακοποιητικών συμπεριφορών: την απειλή, την λήψη και τη δημοσίευση χωρίς τη συγκατάθεσή των θυμάτων.

Η άσκηση ελέγχου και ο μισογυνισμός αποτελούν τα βασικά κίνητρα των δραστών

Μύθος: η σεξουαλική κακοποίηση μέσω της χρήσης εικόνας λειτουργεί ως ένα μέσο εκδίκησης

Πραγματικότητα: Υπάρχει ένα μείγμα κινήτρων που ωθούν τους κακοποιητές

Οι περισσότερες απο τις γυναίκες με τις οποίες μιλήσαμε είχαν βιώσει την κακοποίηση μέσω εικόνας στο πλαίσιο μίας (πλέον λήξασας) σχέσης. Όλοι οι δράστες ήταν άνδρες εκτός από μία περίπτωση που η δράστης ήταν γυναίκα. Υπήρξαν όμως και παραδείγματα ομοφυλοφιλικών ζευγαριών όπου και τα θύματα και οι θύτες ήταν άνδρες. Ρωτήσαμε τις συμμετέχουσες για ποιό λόγο πίστευαν πως ο δράστης είχε βγάλει ή μοιραστεί ή απειλήσει να μοιραστεί τις προσωπικές τους φωτογραφίες χωρίς την συγκατάθεσή τους.

Η έρευνά μας αποκάλυψε μία ιδιόμορφη εικόνα στην οποία είναι δύσκολο να ξεχωρίσουμε ένα και μόνο κίνητρο. Οι συμμετέχουσες αναφέρθηκαν σε ένα φάσμα κινήτρων, που συμπεριλάμβανε τον έλεγχο, την αναζήτηση προσοχής, τη ζήλεια, την εμμονή, τον μισογυνισμό, την τοξική αρρενοπώτητα, τη σεξουαλική ικανοποίηση, την «πλάκα», την πρόκληση άγχους και εξευτελισμού, το ανδρικό προνόμιο και την απόκτηση κοινωνικού κεφαλαίου μέσα από τη δημοσίευση αυτών των εικόνων. Η ετερογένεια των κινήτρων καταδεικνύει το πρόβλημα του παρόντος νομικού πλαισίου που απαιτεί την αναγνώριση ενός ξεκάθαρου λόγου που ωθεί τον κακοποιητή ως προς αυτή τη συμπεριφορά.

Εξαναγκασμός και έλεγχος: «Ήταν πάντα ένας μηχανισμός ελέγχου»

Η έρευνά μας επιβεβαιώνει ένα δυνατό συσχετισμό ανάμεσα στη σεξουαλική κακοποίηση μέσω εικόνας, την ενδοοικογενειακή βία, τον καταναγκαστικό έλεγχο και άλλες μορφές έμφυλης βίας και κακοποιητικών πρακτικών. Οι συμμετέχουσες μίλησαν για συμπεριφορές ελέγχου, χειραγώγησης, εμμονής και υποτίμησης προς το πρόσωπό τους από τους πρώην ή νυν συντρόφους τους. Πέραν του 50% των συμμετεχουσών θεωρούσαν πως το βασικό κίνητρο ήταν η άσκηση ελέγχου. Η πλειοψηφία αυτών των ατόμων βίωνε και σεξουαλική κακοποίηση μέσα στο πλαίσιο της σχέσης.

Λιζ: «…δεν ήταν καλός άνθρωπος και πιστεύω πως… του άρεσε ο έλεγχος και η χειραγώγηση. Έτσι, όταν ετοιμαζόμασταν για να βγούμε έξω, μου έλεγε αστειευόμενος πως «Αν ποτέ τσακωθούμε θα μπορώ να δείξω στον κόσμο αυτές τις φωτογραφίες». Αναλογιζόμενη τώρα αυτή τη συμπεριφορά από απόσταση, συνειδητοποιώ πως ήταν μία πολύ ελεγκτική συμπεριφορά.»

Όλα τα θύματα που κακοποιήθηκαν μέσω εικόνας κατά τη διάρκεια σχέσης με το δράστη ηταν γυναικες, αρκετές από τις οποίες ανέφεραν πως στη σχέση τους εμφανίζονταν διαρκώς ποικίλα μοτίβα έμφυλης κακοποίησης.

Ζωή: «Ήταν σίγουρα μία κακοποιητική σχέση, σωματικά και λεκτικά και η χρήση τους [των εικόνων] ήταν ένα εργαλείο ελέγχου.»

Όπως ανέφερε και ένας ειδικός που εργάζεται με θύματα:

«Δεν είναι απλά μία πράξη εκδίκησης έπειτα από ένα χωρισμό. Είναι κομμάτι ενός συνεχές μοτίβου άσκησης εξουσίας απέναντι σε ένα άλλο άτομο. Είναι ακόμα ένας τρόπος υποβιβασμού, εξευτελισμού, ελέγχου και πιθανώς και εξαναγκασμού των θυμάτων να επιστρέψουν σε μία σχέση την οποία έχουν επιλέξει να αφήσουν πίσω τους.»

Ένας αριθμός θυμάτων μας μίλησε για τις συνεχείς πιέσεις που δέχονταν για δημιουργία και αποστολή τέτοιων εικόνων από τις ίδιες ή τον κακοποιητή. Για κάποια θύματα αυτό λειτούργησε ως “grooming” (δηλαδή μέρος των διαδικασιών που προετοιμάζουν ένα άτομο για συνάντηση με κάποιον που σκοπό έχει τη διάπραξη σεξουαλικού εγκλήματος). Για άλλα θύματα αυτό ήταν ένα μέσο αποφυγής των απειλών του κακοποιητή για άσκηση σωματικής βίας ενώ αλλες γυναίκες συμβιβάζονταν με αυτά που ζητούσε ο δράσης για να μπορέσουν να διατηρήσουν τη σχέση τους.

Φράνσις: «Ξεκίνησε κάπως έτσι…«Ε, θα είμαι εκτός πόλης λόγω δουλειάς… μπορείς να μου στείλεις μία φωτογραφία;» Και σιγά-σιγά οι φωτογραφίες απέκτησαν σεξουαλικό περιεχόμενο. Έπειτα αυτό λειτούργησε ως ένα μέσο που χρησιμοποιούσε για να με ελέγχει… μου ζητούσε να κάνω ή να φοράω πολύ συγκεκριμένα πράγματα και μετά μου έλεγε: «Είμαι με τα παιδιά». Και τότε με κυρίευε ο φόβος γιατί δεν ήξερα αν τους είχε δείξει τις φωτογραφίες μου… οι κακοποιητικές σχέσεις στηρίζονται στη χειριστικότητα και τον έλεγχο. Αργότερα όλο αυτό συνεχίστηκε κατά τη διάρκεια ερωτικών επαφών, με εκείνον να επιμένει να τις βιντεογραφεί, κάτι που με έβρισκε αντίθετη. Αλλά η απειλή της βίας, της σωματικής βίας, αποτελούσε πολύ μεγαλύτερο κίνδυνο για μένα. Γι’ αυτό έλεγα απλά ένα «εντάξει»… Δεν ένιωθα καθόλου άνετα με όλο αυτό που γινόταν όμως.»

Μισογυνισμός και ανδρικό προνόμιο: «Βασικά ήθελε οι άλλοι να τον βλέπουν σαν άντρα»

Ένα βασικό θέμα ήταν ο μισογυνισμός και το ανδρικό προνόμιο: όταν οι άνδρες κινητοποιούνται από τον τρόπο που τους βλέπει ο περίγυρος, χωρίς να τους ενδιαφέρει αν κάνουν κακό στο θύμα. Τα θύματα ανέφεραν πως τα κίνητρα σε σχέση με τον μισογυνισμό, την πεποίθηση ότι οι άνδρες εχουν δικαίωμα να απαιτούν σεξ από τις γυναίκες και την “ανδρική κουλτουρα” ή την ανάγκη ενός άνδρα να «φανεί σπουδαίος» είναι στοιχεία που σκιαγραφούν την έμφυλη διάσταση των εμπειριών που αφορούν την σεξουαλική κακοποίηση μέσω της χρήσης εικόνων.

Βίκυ: «Είναι η όλη κουλτούρα του «Με πόσα κορίτσια έχεις πάει; Έχω πάει με τόσα», λες κι αυτό τους δίνει κάποια αξία. Νιώθω πως ο τότε συντροφός μου ήταν ο τύπος του άνδρα που έλεγε: «Η κοπέλα μου είναι πολύ σέξυ» και συμπεριφερόταν φοβερά ανώριμα θέλοντας να με επιδεικνύει στους φίλους του για να μπορεί να πει «Κοίτα πόσο σέξυ είναι αυτή η κοπέλα που κοιμάμαι μαζί της».»

Άλισον: «… όλοι οι φίλοι του πίστευαν πως είμαι σέξυ και φλέρταραν μαζί μου. Γι’ αυτό πιστεύω πως ήμουν σαν ένα αντικείμενο το οποίο εκείνος επιδείκνυε περήφανα. Στο τέλος κατέληξε να είναι μανιακός με τον έλεγχο.»

Oι συμμετέχουσες μίλησαν για την αίσθηση προνομίου που είχαν οι άνδρες που τις κακοποίησαν. Σε ένα αρκετά μεγάλο αριθμό υποθέσεων, το θύμα προσπάθησε να προστατέψει τον εαυτό του αρνούμενο να βγάλει ή να στείλει γυμνές φωτογραφίες μόνο και μόνο για να μάθει πως ο δράστης είχε ήδη βγάλει φωτογραφίες με ανάλογο περιεχόμενο χωρίς οι ίδιες να το γνωρίζουν.

Κάθριν: «Καθ’ όλη τη διάρκεια της σχέσης μας, από την αρχή ακόμα, εκείνος με φωτογράφιζε όταν έβγαινα από το ντους, όταν φορούσα τα ρούχα μου ή του έκανα στοματικό σεξ. Κάποιες από τις φωτογραφίες τις έβγαλε τοποθετώντας το χέρι του ή ακόμα και το παιδί μου μπροστά από το φακό για να μην φανεί ότι με φωτογράφιζε, ενώ εγώ δεν είχα ιδέα. Εάν γνώριζα θα τον ανάγκαζα να τις σβήσει άμεσα. Η ιδέα και μόνο ότι με φωτογράφιζε μου προκαλεί αηδία κι επειδή ένιωθα ασφαλής μέσα στη σχέση μου δεν πίστευα ποτέ ότι θα ερχόμουν αντιμέτωπη με απειλές σε σχέση με αυτές τις φωτογραφίες, αφού αγνοούσα παντελώς την ύπαρξή τους.»

Κατεστραμμένες Ζωές: κοινωνική ρήξη και ολέθριες συνέπειες

Μύθος: Είναι απλά μια φωτογραφία, συνέχισε τη ζωή σου.

Πραγματικότητα: Η σεξουαλική κακοποίηση μέσω εικόνας καταστρέφει ζωές.

Κι ενώ είναι γενικά αποδεκτό πως η σεξουαλική κακοποίηση μέσω εικόνας προκαλεί μεγάλο ψυχικό τραύμα-γι’ αυτό και στη Βρετανία υπάρχει πλέον ένα νέο αναθεωρημένο νομικό πλαίσιο- τα θύματα που μας μίλησαν θεωρούν πως οι συνέπειες που επέφερε αυτή η μορφή κακοποίησης στη ζωή τους, δεν γίνονται αντιληπτές ούτε κατανοητές εις βάθος από την κοινωνία. Πράγματι, η Λούσυ μας είπε πως «Δεν θα μπορούσα ποτέ να πιστέψω πως θα μου άφηνε τόσες πληγές». Ο δημόσιος λόγος και η ορολογία που είθισται να κυριαρχεί ευτελίζει τις εμπειρίες των θυμάτων. Συνήθης πρακτική είναι το φταίξιμο να ρίχνεται στα θύματα.

Η έρευνά μας με επιβιώσασες από το Ηνωμένο Βασίλειο, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία εισηγείται πως για να κατανοήσουμε τις συνέπειες πρέπει να υιοθετήσουμε μία ολιστική οπτική, λαμβάνοντας υπόψη ένα κοινωνικό συγκείμενο που διαγράφεται από το μισογυνισμό και την διαφορετική αντιμετώπιση των φύλων όσον αφορά τη σεξουαλική συμπεριφορά. Παρά το γεγονός ότι κάποια θύματα βιώνουν ένα μεγάλο ψυχολογικό τραύμα, πρέπει να μπορέσουμε να δούμε πέρα από το παραδοσιακό ιατρικό μοντέλο που ορίζει τι εστί «τραύμα» για να κατανοήσουμε ολοκληρωτικά το μέγεθος αυτού του τραύματος και το βαθμό που συνδέονται οι εμπειρίες των θυμάτων στο σύνολό τους, όσον αφορά τη φύση τους.

Η έρευνα κατέδειξε τρία κοινά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τις εμπειρίες των θυμάτων:
-κοινωνική ρήξη
-μονιμότητα
-απομόνωση

Κοινωνική ρήξη: «Είχα χάσει τον κόσμο κάτω από τα πόδια μου»
Ένας σημαντικός αριθμός συμμετεχουσών στην έρευνά μας, περιέγραψε τις εμπειρίες του σε σχέση με αυτό που ονομάζουμε «κοινωνική ρήξη»: μία συντριπτική απόσχιση -ή ρήξη- που εκδηλώνεται σε μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή μεταβάλλοντας δραστικά τις ζωές των ανθρώπων. Κι ενώ οι διαφορετικές εμπειρίες ζωής, η κοινωνική ταυτότητα και το ηλικιακό χάσμα δείχνουν πως οι συνεντευξιαζόμενες αντιμετώπισαν άμεσες και έμμεσες συνέπειες που ήταν εκ φύσεως διαφορετικές, κοινό χαρακτηριστικό αποτέλεσε το γεγονός πως οι ίδιες βίωναν αυτή τη σεξουαλική κακοποίηση ως μία ακραία, αγωνιώδη και διεισδυτική μορφή κακοποίησης. Τα θύματα μας μίλησαν για την μετέπειτα ζωή τους και το γεγονός ότι ένιωθαν «ολοκληρωτικά, ολοκληρωτικά διαλυμένες». Παράλληλα, άλλες γυναίκες χαρακτήρισαν τις εμπειρίες τους ως «καταστροφικές για τη ζωή τους», «κόλαση», «εφιάλτης» και «[ότι] κατέστρεψαν τα πάντα».

«Δεν υπάρχει τέλος, δεν υπάρχει σταματημός, δεν υπάρχει κάποιο φινάλε» Α

— Άλισον

Τι είναι η κοινωνική ρήξη;
Η κοινωνική ρήξη που προκαλείται από τη σεξουαλική κακοποίηση μέσω εικόνας μπορεί να περιγραφεί ως:
– μία εμπειρία που προκαλεί μεγάλη απόγνωση η οποία αλλάζει δραστικά τις ζωές των θυμάτων
– μία ακραία, αγωνιώδης και διεισδυτική παραβίαση ενός ατόμου
– οι επιβιώσασες διαχώρισαν τις ζωές τους και την ίδια την αίσθηση του εαυτού τους σε “πριν” και “μετά” την κακοποίηση.

Η κοινωνική ρήξη περιγράφει το σύνολο των επώδυνων συνεπειών που βίωσαν τα θύματα και για κάποιες, αυτό σήμαινε την ολοκληρωτική και απόλυτη απόγνωση. Οι ψυχοφθόρες συνέπειες των εμπειριών αυτών ήταν καθολικές, δυσχεραίνοντας τα βιώματα της καθημερινής ζωής, των σχέσεων και των δραστηριοτήτων τους στον προσωπικό, τον επαγγελματικό και τον κοινωνικο-διαδικτυακό τους χώρο.

Όπως περιέγραψε η Μάγια, το ψυχικό τραύμα εισχωρεί παντού: «Σε επηρεάζει συναισθηματικά, σωματικά, επαγγελματικά, στην εύρεση νέου συντρόφου, στις σχέσεις, σε κάθε αναθεματισμένο παράγοντα που καθορίζει τη ζωή σου».

Τα περισσότερα θύματα που βίωσαν κοινωνική ρήξη ήταν αυτά που υπέστησαν περισσότερες από μία μορφές κακοποίησης, που έγιναν μάρτυρες της ευρείας κυκλοφορίας των φωτογραφιών τους στο διαδίκτυο και/ή η κακοποίηση επηρέασε άμεσα την επαγγελματική τους ζωή. Οι περισσότερες είχαν έρθει αντιμέτωπες με απειλές για δημοσίευση των φωτογραφιών τους, γεγονός που έκανε τις γυναίκες να παραλύουν από φόβο για τις συνέπειες που θα είχε κάτι τέτοιο. Ακόμα, οι περισσότερες επιβιώσασες επηρεάστηκαν από τα διαφορετικά κριτήρια αντιμετώπισης των φύλων όσον αφορά τη σεξουαλικότητα και βίωσαν την διαδικτυακή κακοποίηση έπειτα από τη δημοσίευση των φωτογραφιών τους.

Τζένιφερ: «Προφανώς καθορίζει τη ζωή μου…η ζωή μου έχει πλέον αλλάξει με έναν τρομακτικό τρόπο.»

Μάγια: «Η σεξουαλική κακοποίηση μέσω εικόνας επηρεάζει την αίσθηση του εαυτού σου σε όλα τα επίπεδα…εμένα άλλαξε την ταυτότητά μου ως άνθρωπο.»

Διαθεματικό τραύμα και μορφές καταπίεσης

Κάποια από τα θύματα με τα οποία μιλήσαμε, εξέφρασαν πώς οι συγκεκριμένες κοινωνικές, πολιτισμικές και εθνικές ταυτότητες, οι εμπειρίες ζωής και το στάδιο που διένυαν στη ζωή τους τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή διαμόρφωσαν το ψυχικό τραύμα, την καταπίεση και τις συνέπειες με τις οποίες ήρθαν αντιμέτωπες στο πλαίσιο της σεξουαλικής κακοποίησης μέσω εικόνας.

Η Τία, για παράδειγμα, ήταν μία από τις συμμετέχουσες στο πρόγραμμα που είναι μετανάστρια, με καταγωγή από μία συντηρητική μουσουλμανική χώρα. Η Τία δέχτηκε απειλές, που περιλάμβαναν την αποστολή των προσωπικών φωτογραφιών της σε άλλα άτομα, από κάποιον που θεωρούσε φίλο. Μιλώντας για το κοινωνικό-πολιτικό πλαίσιο της χώρας της, εξήγησε πως κάτι τέτοιο θα σήμαινε εξευτελισμό όχι μόνο για την ίδια αλλά και όλη την οικογένειά της. Αν οι απειλές είχαν πραγματοποιηθεί, θα είχε δημιουργηθεί μία συνθήκη που την άφηνε εκτεθειμένη στον κίνδυνο κρατικής ή κοινοτικής βίας και εγκλημάτων τιμής, θέτοντας την σωματική ακεραιότητα και την ελευθερία της σε μεγάλο κίνδυνο.

Ακόμα ένα κοινό χαρακτηριστικό που αναγνώρισαν οι συμμετέχουσες με αναπηρία ή μακροχρόνια προβλήματα υγείας, ήταν πως η σεξουαλική βία μέσω εικόνας και η μετέπειτα κοινωνική ρήξη ώθησαν μία αποσταθεροποίηση ή επιδείνωση της υγείας τους. Κι αυτό με τη σειρά του προκάλεσε ένα ακόμα μεγαλύτερο τραύμα το οποίο επηρέασε αρνητικά την επαγγελματική ζωή, την εκπαίδευση, τις σχέσεις τους και την γενικότερη ποιότητα της υγείας τους (wellbeing).

Αυτά τα παραδείγματα τονίζουν την σημασία της κατανόησης και αντιμετώπισης των έμφυλων και διαθεματικών τραυμάτων που ενέχει η κακοποίηση μέσω εικόνας – με την αναγνώριση και αποδοχή της βιωματικής εμπειρίας των θυμάτων και την αντίληψη της επίδρασης του ρατσισμού, του μισογυνισμού, του ετεροσεξισμού, της ξενοφοβίας, της ανισότητας και του ρατσισμού κατά των ανθρώπων με αναπηρία.

Διάρκεια: «Υπάρχει ένα επίπεδο μονιμότητας που επηρεάζει τα πάντα»

Τα θύματα επίσης μίλησαν για το τραύμα της σεξουλικής κακοποίησης μέσω εικόνας ως μία συνεχής κατάσταση. Η κακοποίηση μέσω εικόνας συχνά είναι μία συνθήκη που χαρακτηρίζεται από χρονική διάρκεια: το υλικό παραμένει εκεί έξω, εύκολα προσβάσιμο και διαθέσιμο για να μοιραστεί στο ίντερνετ, να θεαθεί και να ανακαλυφθεί ξανα και ξανα, με κάθε νέα θέαση ή ανάρτηση να αποτελεί μία εκ νέου κακοποίηση. Τα θύματα δεν βιώσαν την κακοποίηση μέσω εικόνας ως ένα γεγονός με αρχή και τέλος, αλλά μίλησαν με όρους μονιμότητας, διάρκειας και ατερμοσύνης. Η κακοποίηση βιώνεται ως μία αμείλικτη κατάσταση χωρίς τέλος.

Συνεχής κακοποίηση

Μάγια: «Ίσως σου συμβεί κάτι που θεωρητικά είναι τραυματικό, χωρίς αυτό απαραίτητα να καθορίζει ποιός είσαι για το υπόλοιπο της ζωής σου. Αλλά στην κακοποίηση μέσω εικόνας υπάρχει τέτοιο επίπεδο μονιμότητας που επηρεάζονται τα πάντα, ειδικά εάν είναι αδύνατο να αφαιρεθεί το φωτογραφικό υλικό από το διαδίκτυο… ιδιαίτερα αν ειναι αδύνατο να εμποδιστεί η διάδοση των φωτογραφιών. Δεν θα υπάρξει ποτέ μία μέρα στην υπόλοιπη ζωή μου που να μπορώ να νιώσω την ανακούφιση πως οι φωτογραφίες πλέον έχουν σβηστεί.»

Άννα: «Δεν υπάρχει τέλος, δεν υπάρχει σταματημός, δεν υπάρχει κάποιο φινάλε. Γνωρίζω πως αν αυτή τη στιγμή μπω στο διαδίκτυο ή επισκεφτώ ιστοσελίδες με πορνογραφικό περιεχόμενο, θα βρω διάφορα βίντεο που δείχνουν εμένα. Δεν είναι ένα έγκλημα που η τέλεσή του ολοκληρώνεται μέσα σε ένα συγκεκριμένο χρονικό περιθώριο, είναι κάτι που χαρακτηρίζεται από μία συνέχεια, χωρίς να γνωρίζω όσο θα διαρκέσει. Μπορεί να συνεχιστεί και για πάντα.»

Ζώντας με ένα συνεχές φόβο

Χέδερ: «Ένιωθα συνεχώς μια ανησυχία που δεν με άφηνε ποτέ, ιδιαίτερα όταν λάμβανα κάποιο ηλεκτρονικό μήνυμα και μέχρι να το ανοίξω συνεχώς αναρωτιόμουν «Μήπως είναι κάποιος που μου γράφει πως οι φωτογραφίες δημοσιεύθηκαν;»

Καχυποψία κάθε φορά που συναντάς κάποιον

Χέδερ: «Συνεχίζω να έχω πολύ άγχος κάθε φορά που μιλάω με κόσμο σε περίπτωση που γνωρίζουν τι είχε γίνει τότε, γιατί το γεγονός αυτό θα κρίνεται πάντα με ένα πολύ συγκεκριμένο τρόπο… Κι όταν όλα πάνε στραβά, αν για παράδειγμα πάω σε μία συνέντευξη για δουλειά και με απορρίψουν, πάντα σκέφτομαι πως φταίει αυτο. Μήπως γνωρίζουν για τις φωτογραφίες από κάποιο άτομο; Ό,τι κι αν σου συμβεί πλέον το συνδέεις με αυτο το γεγονός.»

Μόνιμη διαδικτυακή απειλή και επαγρύπνιση

Τα θύματα περιέγραψαν την εμπειρία της συνεχούς διαδικτυακής απειλής και της ανάγκης για επαγρύπνιση. Οι διαδικτυακές δραστηριότητες και τα κοινωνικά δίκτυα έχουν μετατραπεί σε μία πιθανή πηγή κινδύνου και ένα χώρο που προάγει όχι μόνο το ψυχικό τραύμα αλλά και το φαινόμενο του ψυχικού επανατραυματισμού.

Στίβεν: «[Έχει γίνει] μία κρυφή εμμονή το να ελέγχω διαρκώς το κινητό μου…Για μένα ο συνεχής έλεγχος του κινητού μου αποτελεί ένα μέσο να διαχειριστώ και να ξεπεράσω αυτό που μου συνέβη. Αυτό όμως επηρεάζει, για παράδειγμα, τη δουλειά μου.»

Αρκετά θύματα-επιβιώσασες ζουν με ένα συνεχή φόβο, με μία διαρκή καχυποψία σε κάθε επαφή τους με τους ανθρώπους, υποφέροντας μόνιμα από την κακοποίηση που υπέστησαν. Κι αυτή η κατάσταση εκτείνεται στα μέλη της οικογένειας τους και τους ανθρώπους που τις στηρίζουν. Η κόρη μίας επιβιώσασας μας είχε πει:
«Δεν τελείωσε ποτέ. Εκείνος [ο κακοποιητής] ήταν πάντα παρών στην οικογένειά μας. Ερχόταν στις διακοπές μαζί μας, στο σχολείο, ήταν στο αυτοκίνητο και στη δουλειά μας… Το πιο δύσκολο πράγμα είναι ότι σ’ αυτή την κατάσταση δεν έχεις κανένα απολύτως έλεγχο. Δεν ήξερα εάν, επιστρέφοντας από το σχολείο έπειτα από μία όμορφη μέρα με τους φίλους μου, θα έβρισκα τη μητέρα μου σωριασμένη πάνω στη σκάλα ή αν θα είχε φύγει από τη δουλειά νωρίτερα λόγω του έντονου και βασανιστικού φόβου που ένιωθε ακόμα κι όταν έριχνε σ’ εκείνον ένα στιγμιαίο βλέμμα.»

Απομόνωση: «Μίκρανε τον κόσμο μου»

Αρκετά θύματα βίωσαν μία βαθιά αίσθηση απομόνωσης από την οικογένεια και τους φίλους τους, από τον διαδικτυακό κόσμο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και συνεπώς από την κοινωνία στο σύνολό της. Η σεξουαλική κακοποίηση μέσω εικόνας διαβρώνει τις ανθρώπινες σχέσεις, κάτι που οφείλεται στην απώλεια εμπιστοσύνης προς τους άλλους ανθρώπους. Όπως ανέφερε η Μάργκαρετ «Η εμπιστοσύνη μου στους ανθρώπους έχει χαθεί εντελώς».

Η Ντέμπορα είχε μία παρόμοια εμπειρία: «Eμπιστευόμουν τους φίλους μου, μετά απλά ένιωσα πως δεν υπήρχε αφοσίωση και ένιωθα απογοητευμένη… Ένιωσα πολύ απομονωμένη μετά από όλο αυτό».

Αρκετές συμμετέχουσες αποσύρθηκαν από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, παρά τον ισχυρό αντίκτυπο που αυτό έφερε στην κοινωνική και προσωπική τους ζωή, με αποτέλεσμα να αποκοπούν από τους φίλους, την οικογένεια και διάφορες μορφές πολιτικής διάδρασης.

Τζούλια: «Με διάφορους τρόπους απομονώνεσαι ακόμα περισσότερο… Γι’ αυτό δεν έχω άλλους λογαριασμούς πέρα από το facebook… γιατί έχω τρομοκρατηθεί. Είναι μία πολύ τρομακτική σκέψη, δεν ξέρω ποιός μπορεί να με παρακολουθεί.

Λούσυ: «Δεν έχω κάποια διαδικτυακή παρουσία πλέον γιατί φοβάμαι πως θα προσπαθήσουν να επικοινωνήσουν μαζί μου άνθρωποι που έχουν δει τις φωτογραφίες.»

«Ο κακοποιητής έχει ουσιαστικά απειλήσει κάθε πτυχή της ταυτότητάς μου»

— Μάργκαρετ

 

«Όλο αυτό με έκανε να κλειστώ στον εαυτό μου»

— Ντανιέλ

Άλλα θύματα χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με ακραία προσοχή. Η διαδικτυακή τους διάδραση έχει διαμορφωθεί από τις εμπειρίες τους και την έλλειψη εμπιστοσύνης προς τους ανθρώπους, με αποτέλεσμα όλες οι καθημερινές τους δραστηριότητες να μετατρέπονται σε πιθανές στιγμές αναβίωσης τραύματος και φόβου.

Η ιστορία της Άννας: «Είναι ένα βασανιστήριο για τη ψυχή σου»

Η Άννα, ούσα σε μία κακοποιητική σχέση, βρέθηκε αναγκασμένη να μοιράζεται βίντεο με σεξουαλικό περιεχόμενο. Μετά το χωρισμό με τον τότε συντροφό της, εκείνος της είχε πει ότι τα βίντεο είχαν πλέον σβηστεί. Αλλά αυτό δεν ήταν αλήθεια.

«Θυμάμαι μία νύχτα… ενώ βλέπαμε τηλεόραση σηκώθηκε, τοποθέτησε ένα stick μνήμης στην τηλεόραση και όλα τα βίντεο εμφανίστηκαν στην οθώνη το ένα μετά το άλλο. Τότε εκείνος με κοίταξε και ήταν σαν μου έλεγε «μην ξεχάσεις ποτέ ότι τα έχω».

Και δεν το έχω ξεχάσει Θεέ μου… [όταν] τελείωσα τη σχέση, ξεκίνησε να με βομβαρδίζει με γραπτά μηνύματα, τηλεφωνήματα, ατελείωτα κακοποιητικά μηνύματα στον τηλεφωνητή μου και όλα αυτά ελεγαν ένα πράγμα: «Θα αναρτήσω όλα τα βίντεο και θα είσαι παντού στο ίντερνετ».»

Μια μέρα, της είπε μία φίλη πως υπήρχαν βίντεο με εκείνη παντού στο διαδίκτυο. Εκείνη τη μέρα που έμαθε πως τα βίντεο είχαν αναρτηθεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και είχαν σταλεί σε όλη την οικογένεια, τους φίλους της, τους συνεργάτες του συζύγου της και διάφορους πορνογραφικούς ιστότοπους, μας είπε πως «όλος ο κόσμος μου γκρεμίστηκε».

Μέχρι να δει η Άννα τα αναρτημένα βίντεο είχαν ήδη καταγραφεί δεκάδες χιλιάδες θεάσεις και όταν πήγε στην αστυνομία της είπαν πως «αυτό δεν τους ενδιέφερε», πως θα ήταν πολύ δύσκολο να εντοπίσουν το άτομο που έκανε τις αναρτήσεις κι ακόμα πιο δύσκολο να προσπαθήσουν να τα κατεβάσουν από το διαδίκτυο ή να προχωρήσουν με την υπόθεση. Η Άννα προσέλαβε ένα δικηγόρο και έκανε προσπάθειες αφαίρεσης των εικόνων από το ίντερνετ-κάποιες φορές αυτό είχε επιτευχθεί- αλλά πάντοτε, έπειτα από κάποιο χρονικό διάστημα, τα βίντεο συνέχισαν να επανεμφανίζονται. Η επίδραση αυτής της κατάστασης πάνω στην Άννα ήταν καταστροφική. Μας είπε:

«Δεν μπορούσα να βγω έξω, δεν μπορουσα να πάω στο σχολείο να πάρω τα παιδιά μου. Δεν μπορούσα να πάω να ψωνίσω. Κατέληξα παντελώς αποτραβηγμένη από τον κόσμο, χαμένη σε μία αβυσσαλέα κατάθλιψη έχοντας παράλληλα κρίσεις άγχους… μία φορά αποπειράθηκα ν’ αυτοκτονήσω»

Η Άννα άλλαξε την εμφάνιση και το βάρος της, σε μία προσπάθεια ν’ αποφύγει μία πιθανή αναγνώριση. Ακόμα, έπρεπε να πληρώσει με δικά της χρήματα για συνεδρίες με ψυχολόγο αφού η αναμονή για υπηρεσίες ψυχικής υγείας διήρκησε πάνω από ένα έτος. Μας είπε ότι «δεν μετανιώνω που ξόδεψα αυτά τα χρήματα» αλλά «αυτό με έφερε σε πολύ δύσκολη θέση οικονομικά».

Μερικά χρόνια αργότερα, η επίδραση της σεξουαλικής βίας μέσω εικόνας παρέμενε αμετάβλητη «σαν ένα διαβολικό δώρο που συνεχίζεις να παίρνεις, επειδή απλά δεν υπάρχει τρόπος να ξεφύγεις από όλο αυτό».

Στον εργασιακό της χώρο, η Άννα, έχει ένα δημόσιο ρόλο και ζει μόνιμα με τον φόβο ότι κάποιος μπορεί να αναφέρει τα βίντεο. Αυτό δεν είναι ένα φανταστικό σενάριο αφού έχει συμβεί ήδη. Σε εντελώς διαφορετικές περιστάσεις, υπήρξαν άντρες που είχαν έρθει στο γραφείο της κι άρχισαν να σχολιάζουν τα βίντεο. Αυτός είναι ένας φόβος που ζει μαζί του κάθε μέρα.

Και γνωρίζει καλά πως κάποια μέρα, σύντομα, όταν τα παιδιά της είναι μεγαλύτερα και μπορούν να καταλάβουν, θα πρέπει να τους μιλήσει η ίδια για τα βίντεο πριν το κάνει κάποιος άλλος. Λέει πως «Δεν μπορείς απλά να το ξεπεράσεις και να συνεχίσεις με τη ζωή σου».

Έχουν περάσει τέσσερα χρόνια και η Άννα λέει πως οι πληγές ξεκίνησαν να επουλώνονται. «Οι κρίσεις άγχους δεν είναι τόσο έντονες. Δεν αντιμετωπίζω τόσο μεγάλο πρόβλημα κοινωνικά, αν και δεν είμαι ο άνθρωπος που ήμουν κάποτε. Δεν πρόκειται ποτέ να ξαναγίνω αυτή που ήμουν, απλά κτίζω ξανά μία νέα εκδοχή του εαυτού μου».

Περιγράφοντας την απόγνωση που βίωσε συνολικά όλα αυτά τα χρόνια, η Άννα αναφέρει: «Είναι ένα βασανιστήριο για την ψυχή σου, πραγματικά. ».

Η άτυπη και αναποτελεσματική αντιμετώπιση του φαινομένου από την αστυνομία και την ποινική δικαιοσύνη

Μύθος: Η αστυνομία και το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης είναι έτοιμα να ανταποκριθούν στην μη-συγκαταθετική λήψη ή αποστολή φωτογραφιών με σεξουαλικό περιεχόμενο.

Πραγματικότητα: Οι επιβιώσασες που έχουν έρθει σε επαφή με την αστυνομία και το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης έρχονται αντιμέτωπες με την αδράνεια, την αδιαφορία και την ανεπαρκή αντιμετώπιση.

Αρκετά από τα θύματα με τα οποία μιλήσαμε είχαν καταγγείλει την υπόθεσή τους στην αστυνομία. Ένας μικρός αριθμός εξ αυτών ένιωσε πως η αστυνομία τους πήρε στα σοβαρά και «έκανε ότι καλύτερο μπορούσε».

Στις περιπτώσεις που τα θύματα-επιβιώσασες επέλεξαν να μην πάνε στην αστυνομία, αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι ανησυχούσαν πως η αστυνομία θα έριχνε το φταίξιμο σ’ εκείνες ή δεν θα έπαιρνε την υπόθεσή τους στα σοβαρά. Άλλες ένιωθαν ντροπή, ή ανησυχούσαν μήπως μαθευτεί η κακοποίηση και η ταυτότητά τους.

Η απαράδεκτη αντιμετώπιση του συστήματος ποινικής δικαισύνης

Μόνο ένας μικρός αριθμός καταγγελιών από τις συμμετέχουσές μας κατέλειξε σε δίκη- η πλειοψηφία των υποθέσεων δεν προχώρησαν.

Η μεγάλη πλειοψηφία των θυμάτων με τα οποία μιλήσαμε ένιωθαν δυσαρεστημένα με τον τρόπο που χειρίστηκε την καταγγελία τους η αστυνομία. Αρκετές γυναίκες ανέφεραν πως η αστυνομία δεν έδειξε να κατανοεί επαρκώς τη νομοθεσία ή τον τρόπο που έπρεπε να διερευνηθεί αυτό το αδίκημα.

Βίκυ: «Δεν νιώθω πως η αστυνομία χειρίστηκε καλά την υπόθεση… Ένιωσα πως ήταν ευγενικοί και έδειξαν σεβασμό αλλά δεν φάνηκε πως υπήρχε κάποια συγκεκριμένη διαδικασία που ακολουθείται έπειτα από κάποια καταγγελία. Ένιωθα πως όλο αυτό δεν ήταν διόλου ξεκάθαρο.»

Άλλα θύματα-επιβιώσασες ειδοποιήθηκαν πως δεν υπήρχαν αρκετά μέσα ή πώς ήταν «υπερβολικά» δύσκολο να διερευνηθεί η υπόθεσή τους και να αποδειχτεί πως όντως είχε διαπραχθεί κάποιο αδίκημα. Αυτό οδήγησε τις επιβιώσασες στο συμπέρασμα πως η αστυνομία δεν παίρνει τις καταγγελίες στα σοβαρά.

Λούσυ: «Η γενική μου εντύπωση για την αστυνομία είναι πως η μη-συγκαταθετική δημοσίευση φωτογραφιών δεν είναι κάτι που τους ενδιαφέρει ως αδίκημα. Δεν θέλουν να το αγγίξουν. Η αστυνομικός προσπαθούσε απλά να με ξεγελάσει, απαριθμώντας μου όλους τους υποτιθέμενους λόγους που δεν υπήρχαν τα ανάλογα μέσα για την διερεύνηση του αδικήματος, λέγοντας μου πως ήταν αδύνατο να ταυτοποιηθεί ο δράστης. Η ίδια ήταν παντελώς αδαής πάνω σε θέματα τεχνολογίας, άρα της ήταν αδύνατο να το διερευνήσει. Έκανε υπέρμετρη προσπάθεια να μου εξηγήσει γιατί δεν μπορούσε να ληφθεί κάποια δράση.»

Ακόμα, αρκετά θύματα ένιωθαν πως δεν υπήρχε αρκετή στήριξη από την αστυνομία ενώ άλλα περιέγραψαν πως τις έκαναν να αισθανθούν υπαίτιες για την κακοποίηση που είχαν βιώσει.

Βίκυ: «Ένιωθα πως σκέφτονταν ότι «είναι απλά ένα κορίτσι που έστελνε γυμνές φωτογραφίες, τι περιμένει;» και δεν ξέρω, μου δημιουργήθηκε μία πολύ άσχημη διάθεση… Ήταν σχεδον σαν να λέγανε «έπρεπε να είσαι πιο προσεκτική, γιατί τον άφησες να βγάλει αυτή τη φωτογραφία;» Και προφανώς αυτό είχε κάποιο νόημα, αλλα με έκαναν να νιώσω σαν να ήμουν ξανά στο σχολείο με το δάσκαλος να μου κάνει παρατήρηση.»

Είναι σημαντικό να καταλάβουμε πως αυτές οι αρνητικές αντιδράσεις από την αστυνομία εχουν σοβαρές συνέπειες που θέτουν τη ζωή των γυναικών σε κίδυνο.

Χέδερ: «Η αστυνομικός στην οποία ανέθεσαν την υπόθεσή μου ήρθε σπίτι μου δύο μέρες μετά την καταγγελία και πήρε την πρώτη μου δήλωση. Εξήγησα τι είχε γινει και αμέσως μου έριξε όλη την ευθύνη. Είπε: «Τουλάχιστον τώρα έμαθες το μάθημά σου». Και αυτό με έκανε να νιώσω μεγάλη λύπη επειδή αν η αστυνομία δεν έδειχνε καμία συμπόνοια τότε πιθανώς να μην το έκανε και κανείς άλλος. Κι αυτό με έκανε να νιώσω πολύ άσχημα. Εκείνη τη νύχτα ζήτησα από μία φίλη να έρθει σπίτι μου γιατί δεν ένιωθα καθόλου ασφαλής, ένιωθα πως θα έκανα κακό στον εαυτό μου… Ένιωθα τρόμο κάθε φορά που μιλούσα με την αστυνομικό στο τηλέφωνο γιατί ήταν ανίκανη να παράσχει την παραμικρή βοήθεια σε μένα… κι αυτό μου προκαλούσε άλλα θέματα.»

H άτυπη αντιμετώπιση από το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης

Κάποια θύματα-επιβιώσασες θεώρησαν πως η αστυνομία είχε «ανταποκριθεί όσο καλύτερα μπορούσε». Συχνά, αυτό αφορούσε την άτυπη αντιμετώπιση, όπως για παράδειγμα την έκδοση ανεπίσημων παρακλήσεων για την αφαίρεση και καταστροφή φωτογραφικού υλικού και βίντεο από το διαδίκτυο, την άτυπη προειδοποίηση του δράση επιστώντας την προσοχή του στο γεγονός ότι αν συνεχίσει έτσι, το μοτίβο συμπεριφοράς του θα ανέλθει σε ποινικό αδίκημα.

Κατά τη διάρκεια της έρευνάς μας, αυτό συνέβη σε περισσότερες από τις μισές υποθέσεις με τις οποίες είχε ασχοληθεί η αστυνομία. Μία τέτοια μορφή διαχείρησης συνήθως λαμβάνει χώρα σε συνθήκες που η αστυνομία πίστευε πως η κακοποίηση δεν αποτελεί ποινικό αδίκημα ή όταν θεωρούσε πως δεν υπήρχαν αρκετά στοιχεία για να μπορέσουν να ασκηθούν διώξεις.

Η Σάρα είχε εικόνες από τις επεξεργασμένες φωτογραφίες της που είχαν αναρτηθεί σε πορνογραφικές ιστοσελίδες (fakeporn), κάτι που δεν καλύπτει ο ποινικός νόμος, αλλά ο αστυνομικός θεώρησε πως έπρεπε να γίνει κάτι: «Ο αστυνομικός κι εγώ συμφωνήσαμε πως θα βρίσκαμε το κινητό του δράστη και πως εκείνος θα του τηλεφωνούσε δίνοντας του μία άτυπη προειδοποίηση ζητώντας του να κατεβάσει όλες τις ερωτικές φωτογραφίες άμεσα αλλιώς θα πήγαιναν στο σπίτι του και θα έψαχναν λεπτομερώς κάθε ηλεκτρονικό υπολογιστή του. Κι έπιασε! Νομίζω πως η απειλή ήταν μπλόφα, αλλά φάνηκε αποτελεσματική. Είναι όμως μία άτυπη προειδοποίηση και δεν έχει να κάνει με τον φάκελό του… αργότερα όταν ένιωσα λίγο καλύτερα και επανέκτησα την αυτοπεποίθησή μου θύμωσα που δεν το αντιμετώπισε πιο σοβαρά, αλλά τουλάχιστον αυτό σήμαινε πως ο δράστης κατάλαβε πως αυτό που έκανε δεν ηταν σωστό και δεν άκουσα ποτέ ξανά από εκείνον.»

Κάποια θύματα ένιωσαν ικανοποίηση που τουλάχιστον «κάτι γινόταν». Όμως άλλα έβλεπαν αυτές τις άτυπες μορφές αντιμετώπισης ως μία ακόμα έκφανση της άρνησης της αστυνομίας να αποδεκτεί την πραγματική έκταση και τη σοβαρότητα της κακοποίησης, αφηνοντας το δράστη «να ξεφύγει χωρίς καμία συνέπεια».

Ποινική δικαιοσύνη: η περιορισμένη οπτική του νόμου

Οι αστυνομικοί με τους οποίους μιλήσαμε είχαν επίσης παραδεχτεί πως οι άτυποι τρόποι διαχείρησης της σεξουαλικής κακοποίησης μέσω εικόνας ήταν πολύ συνηθισμένη πρακτική, ιδιαίτερα λόγω έλλειψης των κατάλληλων πόρων και του γεγονότος οτι αρκετές μορφές σεξουαλικής κακοποίησης μέσω εικόνας δεν καλύπτονταν από την παρούσα νομοθεσία. Συγκεκριμένα, η αστυνομία ανταποκρινόταν σε απειλές για ανάρτηση γυμνών φωτογραφιών, κάτι που δεν θεωρείται ποινικό αδίκημα με βάση την αγγλική νομοθεσία. Όπως μας είπε ένας αστυνομικός:

«Πρέπει πρώτα να αναρτήσεις τις φωτογραφίες και επίσης να έχεις πρόθεση να προκαλέσεις κακό στο θύμα. Αν δεν τα έχεις κάνει αυτά τότε αυτό σημαίνει πως δεν έχεις παραβιάσει κάποιο νόμο. Γι΄αυτό νιώθω πως ο νόμος δεν καλύπτει σωστά αυτό που γίνεται… Όμως ξερω πως διαφοροι αστυνομικοί στέλνουν επιστολές σε ανθρώπους προειδοποιώντας τους πως αν προχωρήσουν σε κάτι τέτοιο, τότε αυτό αποτελεί αδίκημα».

Άλλοι εξέφρασαν την ενόχλησή τους που αυτά τα αδικήματα δεν εχουν κατηγοριοποιηθεί ως εγκλήματα σε σχέση με τη σεξουαλική κακοποίηση, επειδή αυτό περιορίζει την εμβέλεια της αντιμετώπισής τους και στερεί την παροχή αυτόματης ανωνυμίας στα θύματα.

Μεικτές αντιδράσεις από σχολεία, πανεπιστήμια και εργασιακούς χώρους

Κάποια θύματα υπέστησαν κακοποίηση μέσω εικόνας κατά τη διάρκεια της φοίτησής τους στο σχολείο, το πανεπιστήμιο ή ακόμα και στο χώρο εργασίας από κάποιο συνάδελφο, κάτι που ενέγειρε πειθαρχικές παραβάσεις και (αν)επίσημα ζητήματα διαχείρησης. Άλλα θύματα είχαν βιώσει την κακοποίηση σε άλλους χώρους αλλά ζήτησαν στήριξη από το σχολείο ή το χώρο εργασίας τους για να λάβουν την απαραίτητη στήριξη ούτως ώστε να συνεχίσουν με την εκπαίδευση ή την επαγγελματική τους ζωή. Βρήκαμε μεικτές αντιδράσεις απέναντι στα θύματα.

«Ήθελαν να προστατεύσουν την υπόληψη του χώρου εργασίας»

Βρήκαμε πως οι εργοδοτικές και θεσμικές αντιδράσεις έπειτα από την γνωστοποίηση ότι κάποιο άτομο υπέστη σεξουαλική κακοποίηση μέσω εικονας, ήταν ακραία πολύμορφες. Ο εργοδότης της Φράνσις ήταν πραγματικά υποστηρικτικός όταν ένας συνάδελφός της μοιράστηκε τις γυμνές φωτογραφίες της: «Ήταν υπέροχος, δεν με αμφισβήτησε ούτε στο ελάχιστο. Απλά του είπα τι είχε γίνει. Ήμουν πολύ ειλικρινής κι ο εργοδότης μου εξοργίστηκε. Τον κάλεσε στο γραφείο και τον απέλυσε εξ αιτίας αυτής της πράξης».

Εν αντιθέσει ο εργοδότης του Στίβεν ήταν «εντελώς άχρηστος… εντελώς ανάλγητος….[οι ανησυχίες μου και τα αιτήματα για στήριξη] αγνοήθηκαν παντελώς χωρίς δεύτερη σκέψη».

Η αδράνεια ή η ανεπαρκής αντίδραση από άλλους συνέτεινε στην φυσιολογικοποίηση της συμπεριφοράς του κακοποιητή.

Μάργκαρετ: «Βασικά, φυσιολογικοποίησαν αυτό που είχε κάνει… [και] μετά διασφάλισαν πως όλο αυτό δεν φαινόταν σαν να ήταν κάτι κακό. Γι΄αυτό το πήραν στο άλλο άκρο και τον επιβράβευσαν.»

Άλλες ακραίες αντιδράσεις είχαν τη μορφή της επίρριψης ευθυνών στο θύμα:

«Σε ένα σχολείο, μου ζήτησαν πάω για να τρομοκρατήσω, ουσιαστικά, όλους τους συγκεντρωμένους μαθητές επειδή αυτό ήταν ένα ανησυχητικό ζήτημα γι αυτούς… Όμως η προσέγγισή τους ήταν να καλέσουν νεαρές γυναίκες που ήταν θύματα για να μιλήσουν μπροστά σε όλο το σχολείο και να βγάλουν το συμπερασμα πως…. «αν δεν βγάζετε τέτοιου είδους φωτογραφίες από μόνες σας, τότε δεν θα καταλήξετε σαν αυτά τα κορίτσια». Ήταν πράγματι ακραίο και τρομακτικό.» Ειδικός που εργάζεται στον τομέα στήριξης θυμάτων-επιβιώσασων

Καθοδήγηση ως προς την ορθή αντιμετώπιση σε σχολεία και εργασιακούς χώρους

Αυτές οι μεικτές αντιδρασεις υπογραμμίζουν την έλλειψη ενημέρωσης και δίνουν έμφαση στην ανάγκη για καθοδήγηση και στήριξη σε εθνικό επίπεδο, όπως βλέπουμε πλέον να γίνεται σε σχέση με την ενδο-οικογενειακή βία και τη βία στο εργασιακό περιβάλλον.

Απροθυμία να γνωστοποιηθεί η κακοποίηση: «Δε θέλω να βρω τον μπελά μου».

Κι ενώ μιλήσαμε μόνο σε θύματα άνω των 18 ετών, αρκετές γυναίκες μοιράστηκαν παρόμοιες εμπειρίες που είχαν ενόσω ήταν ακόμα στο σχολείο. Κάθε φορά τα βιώματα αυτά ήταν συγκλονιστικά και συχνά επηρέαζαν αρνητικά την όλη εμπειρία της σχολικής ζωής και την εξέλιξη των μελλοντικών σχέσεων των επιβιώσασων. Σ’ αυτές τις καταστάσεις, τα θύματα συχνά αντιμετώπιζαν τις κοινωνικές συνέπειες της κακοποίησης σε καθημερινή βάση.

Ζωή: «Πάντα ένιωθα πολύ φοβισμένη στο διάλειμα για το μεσημεριανό φαγητό επειδή ποτέ δεν ξέρεις πότε θα καταλήξεις στη γωνία κάποιου διαδρόμου ακούγοντας να μιλάνε για σένα ή να σε πειράζουν γι’ αυτό που έγινε. Ήμουν δεκατριών ετών όταν έγινε εκείνο το περιστατικό…. και τώρα στα είκοσι πέντε το θυμάμαι πολύ καθαρά.»

Κανένα από τα θύματα με τα οποία μιλήσαμε δεν ήταν πρόθυμο να προβεί σε καταγγελία όσον αφορά την κακοποίηση που είχε βιώσει στο σχολείο. Φοβόντουσαν πως κάτι τέτοιο θα δυσχαίρενε την κατάσταση για τις ίδιες και πως θα θεωρούνταν υπαίτιες. Αυτό σημαίνει πως η σεξουαλική κακοποίηση μέσω εικόνας μπορεί να είναι ιδιαίτερα σκληρή για τους έφηβους που νιώθουν φόβο στην σκέψη και μόνο μιας ενδεχόμενης καταγγελίας και εν αντιθέσει με ενηλίκους, βιώνουν τις συνέπειες μόνοι και χωρίς στήριξη, προσπαθώντας σιωπηλά να βρουν την δύναμη ν’ ανταπεξέλθουν στην κατάσταση, ενώ εκτίθενται διαρκώς σε σχόλια και πειράγματα για το περιστατικό της κακοποίησής τους (για παράδειγμα, οι συμμαθητές τους μπορεί να γνωρίζουν για το συμβάν και ο κακοποιητής να είναι πάντα κάπου κοντά).

Ανάγκη για εξειδικευμένη και αποτελεσματική εκπαίδευση

Η ενημέρωση και η εκπαίδευση των νέων ανθρώπων για το τραύμα που προκαλεί η σεξουαλική κακοποίηση μέσω εικόνας είναι μία πολύ σημαντική κατεύθυνση, γιατί έτσι θα εμποδίσουμε την φυσιολογικοποίηση μίας κακοποιητικής συμπεριφοράς έτσι ώστε τα θύματα να μη νιώθουν πως πρέπει «γελάσουν με την πλάκα» που τους έκαναν ή να υποφέρουν σιωπηλά.

Η Χέδερ, όπως και πολλές άλλες γυναίκες, εισηγείται πως η εκπαίδευση παίζει ένα καθοριστικό ρόλο: «Μοιράζονται τις εικόνες επειδή πιστεύουν πως κάτι τέτοιο τους κανει «μάγκες» και πιστεύω πως αν πραγματικά μπορούσαν να καταλάβουν την επίδραση που η πράξη τους φέρει στο άτομο που στοχοποιούν τότε θα ήταν πιο προσκετικοί. Ακόμα κι αν ένας από αυτούς άλλαζε συμπεριφορά, αυτό θα έκανε μεγάλη διαφορά».

Ένας αριθμός ειδικών που ασχολείται με το ζήτημα που εξετάζει η παρούσα έρευνα και εργάζεται στην εκπαίδευση, συμπέρανε την ανάγκη για μια προληπτικη, ολοκληρωμένη ενδοσχολική ή ενδοκοινοτική προσέγγιση πάνω στο θέμα, που θα προωθείται από όλα τα σχολεία και τα πανεπιστήμια, τους ομίλους και τους κοινωνικούς και εργασιακούς χώρους. Συγκεκριμένα, θεώρησαν πως η σεξουαλική κακοποίηση μέσω εικόνας πρέπει να γίνει αντιληπτή μέσα σε ένα ευρύτερο πολιτισμικό συγκείμενο σε σχέση με τη συγκατάθεση της γυναίκας, τη σεξουαλική βία, την υπερσεξουαλικότητα, την εξουσία και τον έλεγχο.

«Είναι κάτι που νιώθω ότι πρέπει να συζητηθεί ως κομμάτι της διδακτέας ύλης στο μάθημα της σεξουαλικής αγωγής… πιστεύουμε πως μία πολύπλευρη εκπαιδευτική προσέγγιση θα προσφέρει γνώσεις και ενημέρωση πάνω στα θέματα που αντιμετωπίζουν οι νέοι σήμερα και θα συνδέεται καθολικά με όλες τις ενδοσχολικές λειτουργίες ούτως ώστε κάθε παιδαγωγός να είναι σε θέση να ανταποκριθεί ορθά όταν παρατηρήσει ή όταν γίνουν καταγγελίες σε σχέση με τέτοιες συμπεριφορές. » Ειδικός που εργάζεται στην παροχή στήριξης σε θύματα. 

Πιστεύω πως θα ήταν καλύτερα να είχα συνεχίσει με το σχολειο, να προσπαθούσα να φανώ δυνατή για μένα και να ειχα αποφασίσει πως δεν θα περιορίσω την εκπαίδευσή μου μόνο και μόνο επειδή συνεβη αυτό το τραγικό γεγονός στη ζωή μου. Αλλά δεν ήταν υπό τον έλεγχό μου και έμεινα πίσω μία χρονιά, κάτι που μακροχρόνια ίσως να ήταν καλύτερο για μένα. Απλά σε σχέση με αυτό που έγινε, με εμπόδισε στο να βάλω μία τελεία και να νιώσω ότι εχω δικαιώθεί.

— Τζένιφερ

Επανακτώντας τον έλεγχο: στηρίζοντας τα θύματα

Μύθος: οι ιστοσελίδες και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν βελτιωθεί στην αφαίρεση υλικού που σχετίζεται με τη σεξουαλική κακοποίηση μέσω εικόνας και η αστυνομία λειτουργεί βοηθητικά ως προς αυτή την κατεύθυνση.

Πραγματικότητα: Μπορεί να πάρει μήνες ή ακόμα και χρόνια για να αφαιρεθούν φωτογραφίες και βίντεο και κάποιες φορές είναι απλά αδύνατο. Συνήθως αυτό είναι μία διαδικασία που επιβαρύνει τα θύματα αφού η παροχή οποιασδήποτε βοήθειας είναι πολύ περιορισμένη.

Η αίσθηση απώλειας ελέγχου διακρίνει τις εμπειρίες πολλών θυμάτων και γι αυτό η στήριξη με στόχο την επανάκτηση του ελέγχου από τα θύματα είναι ζωτικής σημασίας και πρέπει να τεθεί σε τρία βασικά πεδία: την αφαίρεση φωτογραφιών και βίντεο από το διαδίκτυο, την παροχή εξειδικευμένης μακροχρόνιας ψυχολογικής στήριξης και την πρόσβαση σε νομική βοήθεια.

«Αν το δεις λογικά, είναι απλά μία φωτογραφία. Είναι ένα κομμάτι χαρτί με διάφορες σκιάσεις από μελάνι που διαγράφουν κάτι που μοιάζει με σένα. Παράλληλα είναι κάτι πολυδιάστατο αφού ενσωματώνει ένα κομμάτι της ταυτότητάς σου. Νομίζω πως σ’ αυτό έγκειται η μεγαλύτερη δυσκολία που βιώνουν τα θύματα. Αυτό το χαρτί έχει μία εξουσία και έπειτα από ένα τόσο τραυματικό γεγονός τα πάντα πλέον έχουν να κάνουν με τον έλεγχο.»

— Εργαζόμενος στη στήριξη επιβιωσασών

Αφαίρεση φωτογραφιών και βίντεο

Τα θύματα θέλουν τις εικόνες τους εκτός διαδικτύου. Όπως εξήγησε η Σάρα: «Θα το εκτιμούσα πολύ αν υπήρχε στήριξη σε πρακτικά θέματα, για παράδειγμα να διασφαλίσουμε ότι όλα τα διαδικτυακά ίχνη έχουν διαγραφεί ακόμα κι όταν ο λογαριασμός έχει αφαιρεθεί από σελίδες πορνογραφικού περιεχομένου. Απ’ ότι φαίνεται κανείς δεν γνωρίζει πώς γίνεται αυτό.»

Κάποιες φορές διάφοροι δικηγόροι και οργανισμοί όπως το Revenge Porn Helpline μπορούν να παράσχουν βοήθεια. Η Ρόνα βοηθήθηκε από τον εν λόγω οργανισμό που «ανταποκριθηκε πρόθυμα και παρείχε μεγάλη βοήθεια». Τέτοιες υπηρεσίες αποτέλεσαν γενικά μία πρώτη επιλογή για τις επιβιώσασες αφού η προτεραιότητά τους ήταν να κατεβούν οι εικόνες που τις εξέθεταν από το διαδίκτυο.

Όμως, οι δικηγόροι κοστίζουν και οι οργανισμοί στήριξης θυμάτων έχουν περιορισμένες δυνατότητες.

«Είχαμε περιπτώσεις όπου διάφορες φωτογραφίες παρέμεναν στο διαδίκτυο για χρόνια…νιώθεις μέσα σου πως κάθε ελπίδα βουλιάζει στο κενό όταν κάνεις μία διαδικτυακή έρευνα και ανακαλύπτεις πως κάποια φωτογραφία βρίσκεται ακόμα σε τρεις ιστότοπους. Και μετά κάνοντας μία αντίστροφη έρευνα εικόνας, συνειδητοποιείς πως οι ιστότοποι τελικά είναι δέκα κι όχι τρεις. Και τότε σκέφτεσαι ότι «Εντάξει αυτό θα πάρει πολύ χρόνο μέχρι να τελειώσει».»

— Εργαζόμενος σε υπηρεσία παροχής στήριξης σε θύματα 

Συχνά τα θύματα διενεργούν αυτές τις διαδικτυακές έρευνες μόνα ή με τη βοήθεια έμπιστων φίλων. Όπως ανέφερε ένας άνθρωπος που εργάζεται με επιβιώσασες:

«Πρέπει να ψάξουν μόνες για να εντοπίσουν την ίδια την κακοποίησή τους στο διαδίκτυο για να μπορέσουν να κάνουν καταγγελία και αυτή η συνεχής θέαση των εικόνων είναι από μόνη της ένα διαφορετικό, ξεχωριστό τραύμα».

«Νομίζω πως πολλοί άνθρωποι που μιλάνε σ’ εμάς νιώθουν σαν να το περνάνε όλο αυτό μόνοι τους. Εξ αιτίας της ντροπής που νιώθουν δεν μπορούν να ζητήσουν την βοήθεια που σε άλλες περιπτώσεις, όπως παραδείγματος χαριν σε περιστατικά παρενόχλησης ή stalking, δεν θα δίσταζαν να ζητήσουν.»

— Δικηγόρος που εκπροσωπεί επιβιώσασες

Είναι αναγκαία η δημιουργία περισσοτέρων υπηρεσιών στήριξης οι οποίες θα είναι εύκολα και δωρεάν προσβάσιμες στα θύματα. Οι υπηρεσίες αυτές πρέπει να μπορούν να προσφέρουν βοήθεια σε πρακτικά ζητήματα όπως η άμεση αφαίρεση κακοποιητικού υλικού απο το διαδίκτυο. Αυτό προϋποθέτει επένδυση σε μία πολύ εξειδικευμενη τεχνογνωσία. Κι ενώ οι περισσότερες εταιρίες στο διαδίκτυο εφαρμόζουν ανάλογες διαδικασίες όσον αφορά την αφαίρεση εικόνων, συνήθως αυτή είναι μία πολύ αργή και περίπλοκη διαδικασία που σε κάποιες περιπτώσεις εξαρτάται αποκλειστικά από τις προσωπικές διασυνδέσεις που έχει κανείς. Η Λούσυ είπε: «φαίνεται ότι νίπτουν τας χείρας τους».

Αντίστοιχα, αρκετές επιβιώσασες εξέφρασαν την επιθυμία να θεωρηθούν υπεύθυνες οι διαδικτυακές πλατφόρμες που επιτρέπουν αναρτήσεις κακοποιητικών εικόνων, για την διαρκή αναβίωση του ψυχικού τραύματος της κακοποίησης. Κάποιες γυναίκες ανέφεραν την πρόθεσή τους για κατάθεση μήνυσης ενταντίον συγκεκριμένων ιστότοπων ενώ άλλες θεώρησαν ότι οι μεγαλύτερες πλατφόρμες όφειλαν να δώσουν ένα καλό παράδειγμα όσον αφορά την παροχή αποτελεσματικότερης στήριξης σε επιβιώσασες:

«Αν εφαρμοζόταν μία πολιτική μηδενικής ανοχής απέναντι στην ανάρτηση κακοποιητικών φωτογραφιών και βίντεο, τότε υπάρχει πιθανότητα να ακολουθούσαν αυτή την τακτική και οι μικρότερες εταιρίες. Αλλά πιστεύω ότι δεν θέλουν να αναλάβουν καμία ευθύνη σε σχέση με κάτι τέτοιο.»

— Εργαζόμενος με επιβιώσασες

Λούσυ: Για μένα θα ήταν ένας τρόπος να διασφαλίσω πως οι ίδιοι οι ιστότοποι δεν μπορούν να αναρτήσουν αυτές τις εικόνες αλλιώς θα τιμωρούνται με άμεση παύση της λειτουργίας τους. Δεν είμαι ιδιαίτερα εκδηκητική. Γι’ αυτό δεν με ενδιαφέρει να δω τον πρώην σύντροφό μου στη φυλακή ή να ακολουθήσω κάποια παρόμοια τιμωρητική ενέργεια. Θα ήθελα απλα να μπορέσω να συνεχίσω τη ζωή μου φυσιολογικά. Αλλά δεν νιώθω πως μπορώ να το κάνω αυτό εάν οι φωτογραφίες συνεχίσουν να επανεμφανίζονται και οι άνθρωποι τις αναπαράγουν μέσω διαδικτύου.

Εξειδικευμένη μακροχρόνια ψυχολογική στήριξη

Οι επιβιώσασες χρειάζονται πρόσβαση σε υπηρεσίες συναισθηματικής και ψυχολογικής υποστήριξης για να βοηθηθούν ως προς την επεξεργασία των συναισθημάτων τους και να λάβουν την αναγκαία ψυχοθεραπεία από το τραύμα της κακοποίησης. Όπως και με άλλες μορφές σεξουαλικής κακοποίησης, η πρόσβαση σε τέτοιες υπηρεσίες είναι δύσκολη και συνοδεύεται συχνά από μακροσκελείς λίστες αναμονής.

Άννα: «Το σύστημα παροχής ψυχολογικής στήριξης σε ανθρώπους που βιώσαν αυτή την εμπειρία πρέπει να καταστεί άμεσα προσβάσιμο, γιατί αν περιμένεις από το εθνικό σύστημα υγείας να παρέχει την οποιαδήποτε βοήθεια ή θεραπεία, μάλλον θα έχεις ήδη πηδήξει από κάποια γέφυρα μέχρι να ειδοποιηθείς πως έφτασε η σειρά σου.»

Επίσης τα θύματα μας είπαν πως οι υπηρεσίες οφείλουν να κατανοήσουν ουσιαστικά και σε βάθος τι ακριβώς είναι η σεξουαλική κακοποίηση μέσω εικόνας, δηλαδή να αναγνωρίσουν την μακροχρόνια φύση αυτής της κακοποίησης και την έκταση του ψυχικού τραύματος των επιβιώσασων. Γι’ αυτό και είναι αναγκαία η δημιουργία εξειδικευμένων υπηρεσιών στήριξης που μπορούν να παρέχουν θεραπεία με βάση τις ανάγκες των θυμάτων και τις ιδιαιτερότητες των εμπειριών τους. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσω της καλύτερης χρηματοδότησης ήδη υπάρχουσων υπηρεσιών. Ακόμα, μία βασική, μακροχρόνια, ολοκληρωτική και εξειδικευμένη στήριξη οφείλει να είναι σε ετοιμότητα να αντιμετωπίσει την διαθεματικότητα του κίνδυνου και του τραύματος που ενέχει η σεξουαλική κακοποίηση μέσω εικόνας. Οι ειδικοί που εργάζονται με μαύρες και περιθωριοποιημένες γυναίκες, για παράδειγμα, υπογράμμισαν τον επιπρόσθετο κίνδυνο, τα εμπόδια, τη δομική ανισότητα και την καταπίεση που προέρχεται από τον ρατσισμό, το προσφυγικό status, το σχετικό «εχθρικό περιβάλλον», τον μισογυνισμό, τα εγκλήματα τιμής και τον αποκλεισμό από κρατικά επιδοτούμενες υπηρεσίες ως κυριάρχους παράγοντες που διαμορφώνουν τις εμπειρίες τους. Γι’ αυτό είναι σημαντικό να υπάρξει ένα φάσμα υπηρεσιών κατάλληλα εφοδιασμένων ούτως ώστε να μπορούν να προσφέρουν στήριξη σε άτομα εθνικών ή φυλετικών μειονοτήτων, μέλη της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας και ανθρώπους με αναπηρία και μακροχρόνιες ασθένειες.

Προώθηση και νομική στήριξη

Τα θύματα-επιβιώσασες χρειάζονται δωρεάν και εύκολα προσβάσιμες υπηρεσίες στήριξης και νομικής βοήθειας για να μπορέσουν να βγάλουν ακρη μέσα σε ένα νομικό πεδίο που χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη πολυπλοκότητα. Ο ποινικός νόμος προσφέρει διάφορες αλλά σύνθετες λύσεις, ενώ η αστυνομία συχνά αδυνατεί να κατανοήσει το περιεχόμενο των νόμων. Το αστικό δίκαιο προσφέρει επιλογές που είναι αποτελεσματικές αλλά χρησιμοποιείται ελάχιστα λόγω οικονομικής δυσχέρειας. Τα θύματα χρειάζονται βοήθεια στην αντιμετώπιση των δυσκολιών που ενέχει η νομική οδός και στην εξέλιξη της εκδίκασης της υπόθεσής τους. Παράλληλα πρέπει να διατεθεί χρηματοδότηση για καλύτερη εκπαίδευση της αστυνομίας.

Η σημασία της αποδοχής της σεξουαλικής κακοποίησης μέσω εικόνας ως μία μορφή κακοποίησης και η επίτευξη δικαιοσύνης πέρα από το ποινικό δίκαιο

Μύθος: Τα θύματα απαιτούν μία τιμωρητική αντιμετώπιση από το ποινικό σύστημα.

Πραγματικότητα: Αρκετές επιβιώσασες αποζητούν την αναγνώριση του τραύματος και της αδικίας που υπέστησαν ως θύματα κακοποίησης πέρα από το ποινικό δίκαιο και πιθανώς μέσω μίας προσέγγισης που εμπίπτει στο πλαίσιο της αποκαταστατικής δικαιοσύνης.

Αποκαταστατική δικαιοσύνη: «Εύχομαι κάποιος να του είχε εξηγήσει τους λόγους που όλο αυτό ήταν λάθος».

Ενώ πολλές επιβιώσασες λαμβάνουν τη δικαστική οδό στοχεύοντας στην ποινική αντιμετώπιση της αδικίας που υπέστησαν (και ο αστικός νόμος θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί πιο συχνά) ένας αριθμός γυναικών που συμμετείχαν στην έρευνα τόνισε την ανάγκη για «κάποιου είδους τιμωρία, αλλά όχι φυλακή».

Γενικά, οι επιβιώσασες εστίασαν στην ανάγκη για μεγαλύτερη αναγνώριση της κακοποίησης- και από τους δράστες αλλά και από την κοινωνία- μέσω της προσέγγισης της αποκαταστατικής δικαιοσύνης, η οποία θεωρήθηκε από πολλές γυναίκες ως αποτελεσματικότερη από μία ποινή φυλάκισης, σε σχέση με την απαιτούμενη αλλαγή συμπεριφοράς του κακοποιητή.

Μαίρη: «Νομίζω, κοιτάζοντας πίσω, πως μία απολογία ή κάποιου είδους ανάληψη ευθύνης του τύπου «Λυπάμαι, νόμιζα πως θα ήσουν ΟΚ με αυτό και λυπάμαι, έπρεπε να είχα ρωτήσει» θα ήταν αρκετή.»

Ντανιέλ: «Εγώ θα ήθελα απλα να συνειδητοποιήσει [ο δράστης] ότι αυτό που έκανε ήταν λάθος. Θα ήθελα μέσω κάποιας παρέμβασης να μπορούσα να βρεθώ απέναντί του και να του περιγράψω τι ακριβώς ήταν αυτό που έκανε, πόσο άσχημα με έκανε να νιώσω, να μου δοθεί η ευκαιρία να του ξεκαθαρίσω πως αυτό ήταν λάθος και τους λόγους που ήταν λάθος και να του μιλήσω για τις συνέπειες με τις οποίες εγώ αναγκάστηκα να ζήσω.»

«Ένα συγγνώμη και μία επιβεβαίωση πως είχε σβήσει όλα όσα είχε στην κατοχή του, για μένα θα ήταν αρκετό. Κάποιου είδους επιβεβαίωση πως δεν κινδυνεύω πλέον και πως έχει καταλάβει πώς ό,τι έκανε είναι λάθος»

— Σοφία

«Νομίζω πως το πιο σημαντικό πράγμα θα ήταν να είχε καταλάβει εις βάθος τι είχε κάνει, πόσο αηδιαστικό ήταν αυτό και πώς με επηρέασε. Να άλλαζε τον τρόπο συμπεριφοράς του… Θα ήθελα να σταθεί απέναντι μου για να μπορέσω να του εξηγήσω πώς η ζωή μου άλλαξε μετά από αυτό»

— Φιόνα

Mετάφραση: blackcat

Πηγή Durham University

Η εικόνα προήλθε από Monash University

avatar
  Subscribe  
Notify of