Θα περίμενε κάποιος πως στις εργοδοτικές διαφορές και τις εργατικές διεκδικήσεις, θεσμικό και νομικό ρόλο θα έπρεπε να παίζουν το ΙΚΑ και η επιθεώρηση εργασίας. Κι όμως, τα τελευταία χρόνια φαίνεται πως ενεργό ρόλο παίζει πλέον και το τμήμα εκβιαστών της Αστυνομίας αλλά και το τμήμα προστασίας του Κράτους και του Πολιτεύματος της Ασφάλειας Αττικής.

Τον Ιανουάριο του 2014, και όσο τα εργασιακά δικαιώματα καταπαντούνταν συστηματικά ειδικότερα στον κλάδο της εστίασης, ενός κλάδου πληγή για τους εργαζόμενους του, αφού είναι κυρίαρχος στη μαύρη εργασία, ξεκίνησε ένας ακόμη εργατικός αγώνας που κρατάει μέχρι σήμερα. Τρεις εργαζόμενοι του πλέον κλειστού μεζεδοπωλείου Σαλαντίν απολύθηκαν εκδικητικά όταν διεκδίκησαν τη νόμιμη πληρωμή τους και την πραγματική ασφαλιστική τους κάλυψη. Ακολούθησαν όλες τις νομότυπες διαδικασίες, κατέθεσαν καταγγελίες στην επιθεώρηση εργασίας και στο ΙΚΑ, έκαναν αγωγές στα Αστικά δικαστήρια για να διεκδικήσουν τα δεδουλευμένα τους και φυσικά απευθύνθηκαν στο Σωματείο Σερβιτόρων Μαγείρων στο οποίο ήταν μέλη.

Το πρόβλημα ήταν μάλλον αυτό. Πως οι τρεις απολυμένοι ήταν συνδικαλιστές, σε ένα σωματείο που λειτουργεί με οριζόντιες δομές, ένα σωματείο που διεκδικεί και αποφασίζει μέσα από συνελεύσεις που έχουν όλοι λόγο. Δεν είναι τυχαίο πως κατηγορίες αντιμετωπίζουν και 3 μέλη του Σωματείου, για «απόπειρα εκβίασης με απειλή βλάβης της επιχείρησης» και «ηθική αυτουργία σε απόπειρα εκβίασης». Αυτό που έκανε το σωματείο ήταν να δημοσιοποιήσει τις αυθαιρεσίες των εργοδοτών, να καλέσει και να πραγματοποιήσει παρεμβάσεις έξω από το μαγαζί και να ενημερώσει τους θαμώνες για τον όχι και τόσο «εναλλακτικό» χαρακτήρα της επιχείρησης, μια εικόνα που ήθελαν να πλασάρουν οι εργοδότες.

Την ίδια περίοδο, και ενώ το σωματείο ήταν ενεργό και σε άλλες εργοδοτικές διεκδικήσεις, παρόμοιο περιστατικό εκδικητικής απόλυσης, συνέβη σε ακόμη ένα μέλος του σωματείου, μια εργαζόμενη του καταστήματος «Βοτανοπωλείο» στα Πετράλωνα, μιας επιχείρησης που επίσης απεθύνεται σε «εναλλακτικούς πελάτες». Η εργαζόμενη απολύθηκε εκδικητικά όταν διεκδίκησε το Δώρο Πάσχα. Το Σωματείο επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον εργοδότη της για να εκθέσει τα αιτήματα της, που αφορούσαν αυτό το δώρο Πάσχα, τα δεδουλευμένα της, αλλά και την πραγματική σχέση εργασίας που είχε, και όχι την εικονική που είχε δηλωθεί. Ο εργοδότης δήλωσε άγνοια για την εργατική νομοθεσία και τους παρέπεμψε να επικοινωνήσουν με τον λογιστή της επιχείρησης. Τελικώς, μετά από δυο μήνες και μια ημέρα πριν τη συνάντηση στην επιθεώρηση εργασίας υπέργραψαν εξωδικαστικό συμβιβασμό και η εργαζόμενη πήρε τα χρήματα της και ό,τι της ανήκε. Σε όλο το προηγούμενο διάστημα είχε κάνει όλες τις προβλεπόμενες καταγγελίες στο ΙΚΑ και στην Επιθεώρηση Εργασίας, ενώ την ημέρα της απόλυσης της κάλεσε η ίδια την Αστυνομία στο χώρο εργασίας της για να καταγράψει το συμβάν αφού δεν της έδιναν εγγράφως την απόλυση της.

Πριν όμως ο εξωδικαστικός συμβιβασμός επιτευχθεί, ο ιδιοκτήτης του «Βοτανοπωλείου» προσήλθε στην Κρατική Ασφάλεια για να καταθέσει ότι το Σωματείο Σερβιτόρων Μαγείρων τον απειλεί πως θα του κάψει το μαγαζί αν δεν τους δωθούν «μαύρα χρήματα». Λίγο αργότερα πληροφόρησε και τους ιδιοκτήτες του «Σαλαντίν» οι οποίοι με τη σειρά τους, σε καταθέσεις καρμπόν, με παρόμοια δομή και ίδια φρασεολογία, κατήγγειλαν το ίδιο. Με τις συγκεκριμένες κατηγορίες ωστόσο, που είναι χαρακτηριστικές από πλευράς αφεντικών όταν καλούνται να λογοδοτήσουν, την υπόθεση θα έπρεπε να έχει αναλάβει το τμήμα εκβιαστών, κάτι που δεν συνέβη. Η υπόθεση πέρασε, ήδη από το επίπεδο της ανάκρισης, στο Τμήμα Προστασίας του Κράτους και του Πολιτεύματος, αναβιώνοντας έτσι το «συνδικαλιστικό της Ασφάλειας», αφού το συγκεκριμένο τμήμα δεν είναι αρμόδιο για υποθέσεις «εκβιασμών» όπως θέλησαν να παρουσιάσουν τις εργασιακές διεκδικήσεις του Σωματείου.

Για την περίπτωση του «Σαλαντίν» τα μέλη του Σωματείου αναφέρουν πως «ο ίδιος είχε επικοινωνήσει με το Σωματείο ζητώντας να συνομιλήσει μαζί μας, και γενικά υπάρχει μια τακτική του σωματείου, πριν ανοίξουμε το πράγμα και δημοσιοποιήσουμε κάτι, να ερχόμαστε σε μια επικοινωνία με τον εργοδότη για να βρεθεί μια λύση. Το ίδιο έγινε και με τον συγκεκριμένο, πήγαμε στο μαγαζί του επειδή εκείνος το ζήτησε και αργότερα στη δικογραφία είδαμε πως καταγγέλει ότι τον απειλήσαμε και τον εκβιάσαμε, ενώ το κλίμα ήταν φιλικό. Το μόνο που του μεταφέραμε ήταν τα αιτήματα των απολυμένων παιδιών, την επαναπρόσληψη , τα ένσημα και τα δεδουλευμένα. Εκείνος έλεγε πως δεν έρχεται ο κόσμος και πως το μαγαζί τελειωσε. Δεν καταλαβαίνει όμως, όπως και κάθε εργοδότης πως το μαγαζί είναι οι εργαζόμενοι του και πως ο κόσμος, αν έδινε στους εργαζόμενους όσα νομίμως δικαιούνται, θα ξαναερχόταν».

Tελικώς για την υπόθεση κατηγορούνται 7 άτομα, όλα μέλη του Σωματείου βάσης [4 εργαζόμενοι στα αναφερόμενα μαγαζιά και 3 μέλη του ΔΣ του σωματείου] σε μια δικογραφία γεμάτη από δημοσιεύματα που αλλιεύθηκαν από το Διαδίκτυο, και στα οποία το Σωματείο καλούσε τον κόσμο και τους εργαζόμενους στο χώρο της εστίασης να παραβρεθούν στις παρεμβάσεις και τις συνελεύσεις. Δεν είναι μόνο μια προσπάθεια ποινικοποίησης των συλλογικών διεκδικήσεων, αλλά μια προσπάθεια αναβάθμισης της κατασταλτικής διαδικασίας που επιχειρείται όταν εκείνοι που μετέχουν στις συλλογικές διεκδικήσεις ανήκουν σε πολύ συγκεκριμένους πολιτικούς χώρους όπως ο αναρχικός χώρος και η εξωκοινοβουλευτική αριστερά.

«Όλο αυτό το διάστημα υπήρξε σταθερή κινηματική παρουσία, έγιναν 5 παρεμβάσεις παρουσία της Αστυνομίας η οποία συνήθως μας περίμενε απ’ έξω, και ποτέ δεν προέκυψε κανένα πρόβλημα. Μέχρι και με τους Αστυνομικούς μιλούσαμε κανονικά για να δούμε αν θα γίνει καταγραφή συμβάντος και αν θέλουν να τους δώσουμε τα στοιχεία μας, και μας έλεγαν ότι δεν χρειάζεται. Δεν έχει υπάρξει καν παρατήρηση απ’ την πλευρά τους. Μέσα στις καταθέσεις μάλιστα ο ένας κατήγορος λέει πως έχει απευθυνθεί στο αρμόδιο αστυνομικό τμήμα της Ομόνοιας και του είπαν ότι δεν μπορεί να γίνει κάτι γιατί είναι μια νόμιμη διαμαρτυρία εργαζομένων. Και ξαφνικά εμφανίζεται μια προσωποκεντρική δίωξη που στοχεύει στη δράση του σωματείου βάσης από το τμήμα προστασίας πολιτεύματος, ούτε καν από το τμήμα εκβιαστών στο οποίο εμπίπτουν και οι κατηγορίες», λένε οι κατηγορούμενοι στο OmniaTv.

Οι παρεμβάσεις ενός σωματείου που έχει επιλέξει να οργανώνεται και να δρα μέσα από οριζόντιες διαδικασίες, όπως κινητοποιήσεις με συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας που μόνο αίτημα είχαν την επαναπρόσληψη των απολυμένων, την εξόφληση των δεδουλευμένων και τη νομιμοποίηση της εργασιακής σχέσης, τα μοιράσματα κειμένων, οι καταγγελίες στο ΙΚΑ και στην Επιθεώρηση Εργασίας δεν περιείχαν τίποτα το παράνομο. Ωστόσο παρουσιάστηκαν από τους εργοδότες σαν «απειλή βλάβης της επιχείρησης τους και σαν «εκβιασμός». Αυτό επειδή αποτελεί μια έτσι κι αλλιώς πάγια τακτική των εργοδοτών όταν καλούνται να λογοδοτήσουν και να ξεπληρώσουν τα δεδουλευμένα των εργαζομένων τους, αναμένεται να καταρριφθεί στο δικαστήριο.

Η πιο παράδοξη και καθόλου αναμενόμενη προέκταση αυτής της υπόθεσης δεν ήταν μόνο το ότι ένας ένας ταξικός αγώνας αμπαλαρίστηκε με κάθε είδους κατηγορία, αλλά η εμπλοκή και η συνδρομή του Τμήματος Προστασίας του Κράτους και του Δημοκρατικού Πολιτεύματος. Το γεγονός ότι οι 7 κατηγορούμενοι εργαζόμενοι που επέλεξαν τον συλλογικό δρόμο της διεκδίκησης φακελώθηκαν πλήρως, ενώ επι μήνες το συγκεκριμένο τμήμα παρακολουθούσε το πού εδρεύει το σωματείο, τις δραστηριότητες του, ποιοι το απαρτίζουν και τι αναρτά στο Διαδίκτυο, έτσι ώστε να εγκληματοποιήσουν τη δράση του.

Το Σωματείο Σερβιτόρων Μαγείρων καλεί το πρωί της Πέμπτης, 19/12/2019, σε συγκέντρωση αλληλεγγύης στα δικαστήρια της Ευελπίδων. Η υπόθεση θα εκδικαστεί στο κτίριο 12, αίθουσα 1.

avatar
  Subscribe  
Notify of