Η καταδίκη της Χρυσής Αυγής ως εγκληματικής οργάνωσης με κίνητρο την εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία και σκοπό τις επιθέσεις κατά των κοινωνικών ομάδων που χαρακτηρίζονται «εχθροί της φυλής» από αυτήν, δηλαδή όλων, είναι πλέον γεγονός.

Την Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2020, λίγα λεπτά μετά τη 1 το μεσημέρι, η πρόεδρος του Α΄ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων που συνεδρίασε στις 20 Απριλίου 2015, Μαρία Λεπενιώτη, με συνέδρους τον Ανδρέα Ντόκο και την Γεσθημανή Τσουλφόγλου, ανακοίνωσε την απόφαση για τη μη χορήγηση ανασταλτικής δύναμης στις εφέσεις των περισσότερων από τους καταδικασμένους ως μέλη και και διευθυντές της εγκληματικής οργάνωσης. 

Η διαδικασία χρειάστηκε 466 ημέρες διεξαγωγής που πραγματοποιήθηκαν στο διάστημα 5 ετών, 6 μηνών και 2 ημερών.

Οι φυλακίσεις του Μιχαλολιάκου και των ηγετικών στελεχών που έδιναν το πλαίσιο εντολών, των μελών της Χρυσής Αυγής, μεταξύ των οποίων:

  • οι Σιατούνης και Στράτος, που διέπραξαν την απόπειρα δολοφονίας στο στέκι Αντίπνοια, 
  • ο πυρηνάρχης Περάματος Πανταζής, επικεφαλής των επιθέσεων στους Αιγύπτιους αλιεργάτες και τους συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ, 
  • οι Στεργιόπουλος και Λιακόπουλος που δολοφόνησαν τον Σαχζάτ Λουκμάν στα Πετράλωνα, 
  • τα μέλη του Πενταμελούς Συμβουλίου Διοίκησης της Τ.Ο. Νίκαιας, Πατέλης (πυρηνάρχης), Τσακανίκας, Καζαντζόγλου και Ρουπακιάς, που οργάνωσαν τη μετάβαση του τάγματος εφόδου στο Κοράλλι με σκοπό τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα

καθώς και των υπόλοιπων αυτουργών και συνεργών σε πλήθος άλλων επιθέσεων, δεν είναι το τέλος. 

Ερμηνείες και μηνύματα

Έχουμε ένα πρώτο, μεγάλο σε σημασία, αποτέλεσμα μιας πολυετούς κινητοποίησης. Δεν είναι το τέλος μιας ιστορίας αλλά το άνοιγμα ενός πεδίου για πολυεπίπεδες παρεμβάσεις που θα ξηλώσουν κι άλλο το πουλόβερ. Ή το κοστούμι, αν προτιμάτε. Γιατί είναι τα κοστούμια που αποτελούν το πλαίσιο προστασίας για την παλαιότερη ενεργή φασιστική οργάνωση στην Ελλάδα.

Η έκπληξη των δικηγόρων των χρυσαυγιτών – πολλοί απ’ αυτούς και οι ίδιοι μέλη της ναζιστικής οργάνωσης του Μιχαλολιάκου – και οι αλλοπρόσαλλες αντιδράσεις της ηγετικής ομάδας είναι ισχυρή ένδειξη ότι είχαν διαβεβαιώσεις. Διαβεβαιώσεις πως «όλα θα πάνε καλά», πως οι «άκρες» τους στον κρατικό μηχανισμό (τις οποίες αποπειράθηκαν να φέρουν στη δικαστική αίθουσα ακόμα και την τελευταία στιγμή) θα ασκούσαν τις πιέσεις που έπρεπε.

Οι διασυνδέσεις με το βαθύ κράτος είναι ενεργές ακόμα και μετά την απόφαση του δικαστηρίου. Φάνηκε αυτό από τη μάχη χαρακωμάτων που έδωσε η εισαγγελέας Αδαμαντία Οικονόμου σε όλη τη δίκη αλλά και στις τελευταίες ημέρες, αβαντάροντας τις πανικόβλητες προσπάθειες καθυστέρησης των χρυσαυγιτών. Άλλωστε, όταν η Αδαμαντία Οικονόμου έλεγε «δεν είναι ύποπτοι φυγής» μέσα στη δικαστική αίθουσα, ο Χρήστος Παππάς, ο πιστότερος συνεργάτης του Ν. Μιχαλολιάκου, είχε ήδη «εξαφανιστεί» από την 1η Οκτωβρίου

Και μόνο το γεγονός ότι ο Παππάς έχει την πολυτέλεια να επιλέξει αυτός τον χρόνο σύλληψής του, είναι ένα σαφές μήνυμα, προς επιλεγμένους παραλήπτες που μπορούν να το αποκωδικοποιήσουν, ότι η ναζιστική οργάνωση διατηρεί τις επαφές της στο αστυνομικό, δικαστικό και πολιτικό προσωπικό που την κάλυπταν καθ’ όλο το προηγούμενο διάστημα των τριών δεκαετιών.

Η απόφαση των τριών δικαστών – και όχι της «Δικαιοσύνης» ούτε της «δημοκρατίας», γενικά και αόριστα – αποτελεί μια σημαντική εξαίρεση στη στάση του δικαστικού σώματος και, γενικότερα, των διωκτικών μηχανισμών αυτά τα 30 χρόνια δράσης της Χρυσής Αυγής. Που όμως δεν προέκυψε μόνη της.

Η κοινωνική αντεπίθεση στο “Blitzkrieg” του Μιχαλολιάκου

Πριν φτάσει να οδηγηθεί κατηγορούμενη η Χρυσή Αυγή ως οργάνωση, λάμβανε χώρα, αργά αλλά σταθερά, μια σύγκλιση ετερογενών τάσεων. Το γεγονός ότι μια πασίγνωστη – κανείς δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από το μικρό του δαχτυλάκι – ναζιστική οργάνωση εξασφάλισε το στάτους της κοινοβουλευτικής παρουσίας, λειτούργησε ως συναγερμός. Αυτός ο συναγερμός παρήγαγε τη βασική συμφωνία ότι, είτε θεωρούμε τον φασισμό εφεδρικό μηχανισμό του καπιταλισμού, είτε ζούμε σε κάποιο συννεφάκι στο οποίο η δημοκρατία δεν ανέχεται τέτοια φαινόμενα, υπάρχει ένας άμεσος στόχος να επιτευχθεί. Τώρα. 

Η επί της αρχής αυτή συμφωνία σε συνθήκες άμυνας δεν αποτέλεσε κάποια ιδεολογική συμφωνία. Αποτέλεσε όμως μια στέρεη βάση που μπορούσαν να πατήσουν ευρύτερες κοινωνικές ομάδες, κινήματα, πολιτικές οργανώσεις και μεμονωμένα άτομα. Η σύγκλιση διευρυνόταν καθώς η κοινοβουλευτική παρουσία της ΧΑ έδινε στον Μιχαλολιάκο την αίσθηση ότι μπορούσε πλέον να προβεί, όχι σε «στρατηγική της έντασης», όπως λανθασμένα αναγνώστηκε, αλλά σε Blitzkrieg («αστραπιαία επίθεση»). Οι «δράσεις» των ταγμάτων εφόδου πολλαπλασιάστηκαν το 2012. Τον Ιανουάριο του 2013, τα δύο μέλη της ΧΑ, με τον αέρα της πρότερης ατιμωρησίας, δολοφονούν τον Σαχζάτ Λουκμάν και τον Σεπτέμβριο το τάγμα εφόδου της Νίκαιας νιώθει τόσο δυνατό που μεταβαίνει ομαδικά για επιτεθεί στην παρέα του Παύλου Φύσσα και να δολοφονήσει τον ίδιο.

Τον Σεπτέμβριο του 2013 η σύγκλιση τάσεων που προαναφέρθηκε ξεσπά σε όλα τα επίπεδα: οι μεγάλες κινητοποιήσεις και συγκρούσεις στον δρόμο, η συστηματική δημοσιοποίηση στοιχείων για την εγκληματική δραστηριότητα της ΧΑ και οι – αρχικά αδύναμες, πρέπει να σημειωθεί – θεσμικές παρεμβάσεις, λειτουργούν σαν σφυριά που χτυπούν συντονισμένα από διαφορετικές πλευρές. Η κυβέρνηση Σαμαρά, με τον Δένδια τότε υπουργό Προ. Πο., δεν «κάνει την επιλογή να ξεφορτωθεί την Χρυσή Αυγή», όπως μερικές φορές αναλύεται επιφανειακά, αλλά αναγκάζεται να αποχωριστεί έναν πολύτιμο σύμμαχο του κρατικού πυρήνα, λόγω της πίεσης και της έκθεσης που δέχεται από παντού. 

Φυσικά και λειτούργησαν οι συνήθεις παρεμβάσεις του ελληνικού βαθέος κράτους υπέρ των, τόσο χρήσιμων για τόσα πολλά χρόνια, συνεργατών του. Μετά την ανάκριση, τον Οκτώβριο του 2014, η πρόταση του εισαγγελέα Ισίδωρου Ντογιάκου προς το Συμβούλιο Εφετών ήταν να μην ασκηθεί δίωξη με το άρθρο 187Α του Ποινικού Κώδικα, το λεγόμενο «αντιτρομοκρατικό», αν και αυτό είθισται να χρησιμοποιείται με τρομερή ευκολία για πολιτικής φύσης διώξεις, αναρχικών και όχι μόνο, ακόμα και χωρίς πραγματικά στοιχεία. Λίγο μετά, η κυβέρνηση προσπαθεί να περάσει αναθεώρηση του άρθρου 187, που μετέτρεπε το κίνητρο σε αποκλειστικά οικονομικό, πράγμα που θα έπαυε τελείως τη δίωξη.

Η δίωξη κατά της ΧΑ, ασκήθηκε, τελικά, τον Φεβρουάριο του 2015, με το άρθρο 187, περί εγκληματικής οργάνωσης και χωρίς να συμπεριλαμβάνει ηθικές αυτουργίες στα επιμέρους εγκλήματα, τόσο για τα διευθυντικά στελέχη της ΧΑ, όσο και για τον «Αιώνιο Αρχηγό», Ν. Μιχαλολιάκο. Εάν το κατηγορητήριο περιείχε και τις ηθικές αυτουργίες των διευθυντικών στελεχών του ναζιστικού κόμματος για τις επιμέρους πράξεις, το τελικό πλαίσιο ποινών θα ήταν πολλαπλάσιο σε μέγεθος.

2015 – 2019: Η δίκη, οι αντιφασιστικές κινητοποιήσεις και η κοινοβουλευτική συρρίκνωση

Η ποινική διαδικασία έλαβε χώρα μέσα σε ένα πλαίσιο κοινωνικής κινητοποίησης σε αντίθεση με τη θεσμική απροθυμία γι’ αυτήν. Άλλωστε οι θεσμοί του πολιτεύματος, το οποίο διεκδικεί τον μανδύα της δημοκρατικότητας, πολύ λίγο βοήθησαν στην εξέλιξη της διαδικασίας. Τόπος της δίκης ορίστηκε – από το Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Αθηνών, υπό την προεδρία του αρεοπαγίτη Δημ. Μόκκα – η αίθουσα των φυλακών Κορυδαλλού που, ούτε εύκολα προσβάσιμη ήταν, ούτε είχε τις υποδομές για μια δίκη με τόσους κατηγορούμενους και δικηγόρους. 
Μόνο κατόπιν της αλλαγής διοίκησης, μετά τον θάνατο του Δ. Μόκκα, και των επίμονων παρεμβάσεων της πολιτικής αγωγής στο Συμβούλιο Διοίκησης, αποφασίστηκε να διεξάγεται η δίκη και στην αίθουσα τελετών του Εφετείου, από τον Ιούνιο του 2016, πράγμα που επιτάχυνε σημαντικά τη διαδικασία.

Ενώ εξελισσόταν η δίκη, εξελίσσονταν και οι αντιφασιστικές κινητοποιήσεις. Μία μετά την άλλη, ακυρώνονταν συνεχώς δημόσιες εμφανίσεις των υπόδικων ναζιστών χάρη σε συγκεντρώσεις που ανάγκαζαν τους, όλο και λιγότερους, οπαδούς τους να εξαφανίζονται από τον δημόσιο χώρο ενώ, παράλληλα, βανδαλίζονταν και καταστρέφονταν τα γραφεία της Χ.Α. σε όλη την Ελλάδα.

Την ίδια ώρα, τα στοιχεία που εξέταζε το δικαστήριο δημοσιεύονταν. Αν και τα κυρίαρχα ΜΜΕ, πλην ΕΦΣΥΝ, κράτησαν κοινή στάση σιγής, ήταν τα μικρά, ανεξάρτητα Μέσα και το διαδίκτυο, μαζί με ενημερωτικές εκδηλώσεις, που αποτέλεσαν τον σημαντικότερο δίαυλο ενημέρωσης του κοινού για το θέμα. Η ευρύτητα της διάδοσης αυτών των πληροφοριών, ανάγκαζε σιγά σιγά τους πάντες να παραδεχτούν ότι η κατηγορία της εγκληματικής οργάνωσης, όχι μόνο στοιχειοθετείται αλλά είναι και πολύ ελαφριά σε σχέση με τον όγκο των αποδείξεων. 

Υπό το βάρος της ως άνω πραγματικότητας, η Χ.Α. άρχισε να χάνει στελέχη και οι «θεσμικοί παίκτες» άρχισαν να απομακρύνονται από την ναζιστική οργάνωση του Μιχαλολιάκου. Πολύ αργά, μόλις την τελευταία διετία, τα τηλεοπτικά κανάλια ξεκίνησαν να την αποφεύγουν, βουλευτές και δημοτικοί σύμβουλοι να αποχωρούν όταν μιλούσαν οι ναζιστές, ακόμα και επιχειρήσεις, που παλιότερα τους φιλοξενούσαν, να ακυρώνουν πια τις φιέστες της Χ.Α.

Έτσι επετεύχθη η αποδυνάμωση των ναζιστών. Πράγμα που οδήγησε το μεγαλύτερο μέρος των ψηφοφόρων τους να επιστρέψουν στη μητρική, Νέα Δημοκρατία, αφήνοντας τον Μιχαλολιάκο χωρίς το ένδυμα των προνομίων. 

Η φοβική θέση που πάντα εκφραζόταν από οπαδούς του «Κέντρου», ότι δήθεν η ένταση των αντιφασιστικών κινητοποιήσεων θα εξυπηρετούσε τους σχεδιασμούς των φασιστών (ουσιαστικά μια εναλλακτική εκδοχή της θεωρίας των «δύο άκρων») αποδείχθηκε, εκ των πραγμάτων, αστήρικτη. Τουναντίον, η συστηματική αυτή αντίσταση στην εξάπλωση της φασιστικής οργάνωσης, αποδυνάμωσε και τους υποστηρικτές της που κρύβονταν στις πυκνές φυλλωσιές των «θεσμών».

Προσεχώς;

Δεν ήταν λοιπόν κάποια «Δικαιοσύνη» που νίκησε, ήταν τρεις δικαστές που στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων. Δεν ήταν κάποια «Δημοκρατία» που νίκησε, ήταν η κοινωνία που δημιούργησε αυτές τις περιστάσεις. Και, εδώ, το «κοινωνία» σημαίνει την παράλληλη κινητοποίηση: των θυμάτων της Χ.Α. και των οικογενειών τους, των δικηγόρων της πολιτικής αγωγής, των πολιτικών οργανώσεων και ομάδων με ακέραιες όλες τους τις διαφορές, των αντιφασιστών που συγκρούστηκαν, των δημοσιογράφων που αποτελούν εξαίρεση στον κλάδο τους και, τέλος, των εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων που κινητοποιήθηκαν στην καθημερινότητά τους: είτε τηλεφωνώντας σε «θεσμούς» για να διαμαρτυρηθούν μαζικά για τη φιλοξενία ναζιστών, είτε συμμετέχοντας μαζικά σε κινητοποιήσεις, είτε ακόμα και κυνηγώντας τις οργανωμένες ομάδες που διασπείρουν φασιστικό λόγο στο διαδίκτυο.

Ο Μιχαλολιάκος και τα μέλη της ναζιστικής του οργάνωσης, θα έχουν πιθανότατα μια καλή διαβίωση στις φυλακές για κάποια χρόνια. Αυτό δεν θα σημάνει την οριστική τους απενεργοποίηση.

Όπως αυτός και η Χ.Α. ξεπήδησαν από τη μήτρα της οργάνωσης του Κωνσταντίνου Πλεύρη, έτσι από αυτούς και τους μέχρι πρότινος συνοδοιπόρους τους θα ξεπηδήσει το επόμενο μόρφωμα που θα διεκδικήσει τον ίδιο ρόλο. Ο πάτρωνας αυτών, το ελληνικό βαθύ κράτος, αποτελούμενο από εισαγγελείς, δικαστές, αστυνομικούς, ΕΥΠατζήδες και άλλους, χρειάζονται τα παλιότερα στελέχη, ωστε να μεταλαμπαδεύσουν την εμπειρία τους στα νεώτερα.  

Αν αναγνωστεί σωστά η εμπειρία των τελευταίων 5 ετών, ξαναμελετηθούν τα στοιχεία, χτενιστούν οι «άκρες» της οργάνωσης σε αστυνομία και δικαστικό σώμα, μπορούμε να καταφέρουμε μια περαιτέρω ανάσχεση της Ορμπανοποίησης που εξελίσσεται σε όλα τα επίπεδα κρατικής πολιτικής. Να μετατρέψουμε το σημείο που βρισκόμαστε σε σημείο καμπής. Το σημείο, δηλαδή, όπου η συνάρτηση αλλάζει από κοίλη σε κυρτή.

Γιατί τα τείχη δεν βοηθούν και πολύ, είτε ανεγείρονται στον Έβρο, είτε χτίζονται με τσιμεντόλιθους στις εισόδους των εκκενωμένων καταλήψεων. Τα τείχη του κοινοβουλευτισμού χτίζονται για να κρατήσουν έξω τους «ανεπιθύμητους» του καθεστώτος εξαίρεσης.

5 8 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments