omnia banner1
omnia banner2
Απόψεις & Αναλύσεις

Κ. Παπαϊωάννου για τη Χρυσή Αυγή: «Η πολιτεία έστρεφε αλλού το βλέμμα»

Η συνέντευξη που παραχώρησε στις 21/12/2016 ο πρώην Γενικός Γραμματέας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Κωστής Παπαϊωάννου, για την εκπομπή Η Δίκη της Χρυσής Αυγής.

Τα θέματα στα οποία αναφέρθηκε είναι η επίσημη στάση των ελληνικών κυβερνήσεων σε διεθνείς οργανισμούς όσον αφορά στα ρατσιστικά εγκλήματα, η έλλειψη διερεύνησης των ευθυνών της αστυνομίας για την πάγια στάση της απέναντι σε φασιστικές ομάδες, καθώς και τα ζητήματα της μεταφοράς της δίκης στο Εφετείο και της έλλειψης τεχνικών μέσων.

«Αμεριμνησία των θεσμών»

Εγώ αναφέρθηκα - και το λέω όποτε μου δίνεται η ευκαιρία - στην πρόσφατη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής για την Εξάλειψη των Φυλετικών Διακρίσεων του ΟΗΕ.

Τον Αύγουστο (σ.σ.: του 2016) στη Γενεύη η χώρα μας πέρασε από εξέταση, πήγε μία αντιπροσωπεία εθνική, όπως προβλέπεται σ’ αυτές τις διαδικασίες. Ήμουν επικεφαλής αυτής της αντιπροσωπείας. Και είδα από μια άλλη πλευρά αυτό που ούτως ή άλλως γνωρίζαμε, το γεγονός δηλαδή ότι η Ελλάδα, επί σειρά ετών, στις επίσημες εκθέσεις της για το ζήτημα του ρατσισμού και ειδικότερα του φαινομένου της ρατσιστικής βίας - του εγκλήματος με ρατσιστικό κίνητρο - είχε δώσει μία εικόνα η οποία απείχε πολύ από την πραγματικότητα.

Αναφέρω χαρακτηριστικά το γεγονός ότι στην προηγούμενη έκθεσή μας, η Ελλάδα είχε δηλώσει ότι δεν υπάρχει, δεν λειτουργεί ναζιστική οργάνωση στη χώρα. Και, επίσης, υπήρξαν χρονιές, υπήρξε έκθεση που ανέφερε ότι στη διάρκεια ενός έτους είχε γίνει μία επίθεση με ρατσιστικό κίνητρο. Κι εννοώ χρονιές 2009 - 2010.

Με την έννοια αυτή, στην εξέταση που περάσαμε φέτος (σ.σ.: 2016), σ’ ένα μεγάλο βαθμό είχαμε να αντιμετωπίσουμε τα απόνερα αυτού του είδους της εθνικής λογοδοσίας ενώπιον των διεθνών οργάνων, η οποία ήταν μία στάση προσπάθειας ωραιοποίησης - απάλειψης αυτών των κρουσμάτων. Προφανώς, αυτό εντάσσεται σε μία γενικότερη λογική, δεν την εντάσσω σε κάποιο πλαίσιο, σε κάποιο σχέδιο ή σε μια θεωρία συνωμοσίας, καθρεφτίζεται και σε αυτές τις διαδικασίες εξέτασης της χώρας μία πρακτική την οποία τη ζήσαμε όλοι, που είναι μια πρακτική αμεριμνησίας των θεσμών.

Σας θυμίζω ότι για πολλά χρόνια οι ρατσιστικές επιθέσεις, όταν ερχόταν η ώρα να προσπαθήσει η πολιτεία, οι αρχές, να δουν τι έκταση έχει το φαινόμενο, ποιες είναι οι ρίζες του κλπ, η παραδοσιακή αντιμετώπιση είναι ή ότι δεν υπήρχαν αυτά τα περιστατικά ή ότι ήταν μεμονωμένα - κάποιοι θερμοκέφαλοι που ξαφνικά το βράδυ βγαίναν και χτυπούσαν - μέχρι να φτάσουμε στο σημείο που η ελληνική πολιτεία αναγνώρισε ότι υπάρχει ένα πλαίσιο, συγκεκριμένο, ρατσιστικών επιθέσεων, συντεταγμένων.

Πέρασαν πολλά χρόνια και, εκτός του ότι χύθηκε αίμα, η δεύτερη, παράπλευρη απώλεια, είναι ότι είχαμε χάσει την αξιοπιστία μας. Κι επίσης ότι μία σειρά από θεσμούς της πολιτείας, η ελληνική αστυνομία, η ελληνική δικαιοσύνη, νομίζω ότι είχαν και οι ίδιες βυθιστεί σε αυτήν την αμεριμνησία, σε αυτήν την αδράνεια: ότι δεν υπάρχει φαινόμενο να αντιμετωπιστεί. Προφανώς αυτό στέλνει ένα μήνυμα και στους λειτουργούς των διωκτικών αρχών και στους λειτουργούς της δικαιοσύνης και πολύ περισσότερο στους δράστες τέτοιων εγκλημάτων ότι υπάρχει ένα πλαίσιο ανοχής, ανεκτικότητας, αμεριμνησίας κλπ.

Δεν ξέρω σε ποιόν βαθμό αυτό μπορεί να επηρεάσει μια συγκεκριμένη δίκη και δεν θα έκανα ποτέ μια τέτοια εκτίμηση, είναι γεγονός όμως ότι, όταν το 2013, μετά την δολοφονία Φύσσα, συγκεντρώθηκαν επιτέλους οι υποθέσεις αυτές, στάλθηκαν, έγιναν δικογραφίες, είχε συσσωρευθεί ένα κεφάλαιο αδράνειας. Ένα κεφάλαιο μιας πολιτείας η οποία έστρεφε αλλού το βλέμμα.

Η στάση της ΕΛ.ΑΣ. στις υποθέσεις

Στην προσπάθεια τη δική μου να κινηθούμε στην κατεύθυνση περισσότερης λογοδοσίας, αποτέλεσμα της οποίας, μεταξύ άλλων, ήταν και ένας πρόσφατος νόμος που συστήνει έναν εθνικό μηχανισμό αντιμετώπισης περιστατικών αυθαιρεσίας στην αστυνομία, στο λιμενικό και τους υπαλλήλους των φυλακών, αυτή η προσπάθεια, σε επίπεδο τόσο της πολιτικής ηγεσίας του αρμόδιου υπουργείου Δημόσιας Τάξης, όσο και της φυσικής ηγεσίας της αστυνομίας, του αρχηγείου, έγινε πολύ θετικά δεκτή.

Η συνεργασία μαζί τους ήταν εξαιρετική και εγώ είχα την αίσθηση ότι υπάρχει η βούληση, αν μη τι άλλο, να φύγει ως ένα βαθμό αυτό το στίγμα των μηχανισμών που συγκαλύπτουν ή που υπάρχει αυτή η κακώς εννοούμενη, συναδελφική αλληλεγγύη. Αυτό είναι ένα επίπεδο. Το τι γίνεται όμως στο επίπεδο των ίδιων των μηχανισμών και των δομών της ελληνικής αστυνομίας και των διωκτικών αρχών είναι μια άλλη συζήτηση. Θυμίζω ότι το 2013, μία από τις αποκαλύψεις που νομίζω ότι περισσότερο σοκάρισαν και ξάφνιασαν ήταν ο βαθμός εμπλοκής προσώπων αλλά και δομών, και όσμωσης με τη Χρυσή Αυγή.

Έχω την αίσθηση ότι αυτή η αποκάλυψη τότε δεν είχε τη συνέχεια που κανείς θα περίμενε, δηλαδή υπήρξαν μεν μια - δυο παραπομπές - όπως ο διοικητής του (σ.σ.: Τμήματος Ασφαλείας) Αγ. Παντελεήμονα - αλλά, αυτό που ακούστηκε τότε από τα πιο επίσημα χείλη, εννοώ του τότε αρμόδιου υπουργού - περί θυλάκων μέσα στην ελληνική αστυνομία που είχαν τέτοιες διασυνδέσεις, νομίζω ότι δεν διερευνήθηκε όσο θα έπρεπε. Και θα σας έλεγα επίσης ότι αυτό επιβεβαιώνει μία παγιωμένη κουλτούρα που υπάρχει μέσα σ’ αυτούς τους μηχανισμούς: ότι τελικά μπορούμε να λειτουργούμε - δεν θα πω με πλήρη συνέργεια και συνενοχή αλλά, εν πάση περιπτώσει - αντιμετωπίζοντας με διαφορετικά μέτρα και σταθμά αδικηματίες, παραβάτες, εάν προέρχονται από έναν άλφα χώρο και διαφορετικά όταν προέρχονται από έναν βήτα χώρο. Αυτού του τύπου η διαφορετική στάση υπήρχε και υπάρχει.

Αυτό που επίσης νομίζω ότι έχει ενδιαφέρον ότι αποκαλύφθηκε και βγήκε στην υπό εξέλιξη δίκη της Χρυσής Αυγής ήταν - για μένα το πιο σοβαρό, οι πιο σοβαρές παθογένειες - αυτή η περίπου φυσιολογική αδράνεια μπροστά σε συμβάντα που είδαν τελικά το φως της δημοσιότητας. Διότι, αναρωτιέται κανείς, εάν ο Φύσσας δεν είχε πεθάνει και ήτανε μία επίθεση που είχε οδηγήσει σ’ ένα βαρύ τραυματισμό και δεν είχε συλληφθεί ο φυσικός αυτουργός, αυτή η στάση των παρόντων αστυνομικών εκεί, σε ποιο βαθμό θα είχε αποκαλυφθεί; Έχω την αίσθηση ότι δεν θα είχε αποκαλυφθεί. Και νομίζω ότι ένα ενδιαφέρον στοιχείο αυτής της δίκης είναι αν θα υπάρξει μία εξέλιξη σε βάρος αστυνομικών για τις ευθύνες τους εκείνο το βράδυ, διότι εκείνο το βράδυ, εγώ παρακολουθώντας και διαβάζοντας τα δημοσιεύματα για τη δίκη έχω την αίσθηση ότι υπάρχουν σαφώς ευθύνες που πρέπει να διερευνηθούν.

Η αίθουσα της δίκης και τα τεχνικά μέσα

Σε όλες τις φάσεις της διαδικασίας, όταν ξεκίνησε η δίκη και στη συνέχεια μέχρι να τελεσφορήσει κάπως η μακρά συζήτηση περί της μεταφοράς της, θυμίζω ότι ήταν δύο τα μείζονα θέματα: το ένα ήταν η μεταφορά της δίκης από τον Κορυδαλλό στην αίθουσα του Εφετείου και το δεύτερο ήταν η αποκλειστική απασχόληση των δικαστών με αυτήν την δίκη και να μην έχουν παράλληλα καθήκοντα.

Στο βαθμό που εγώ μπορούσα να παρακολουθώ αυτό που γινόταν, έχω μεν να επιβεβαιώσω αφενός ότι το ζήτημα της μεταφοράς της δίκης είναι αποκλειστικά ευθύνη της ηγεσίας της Δικαιοσύνης και όχι της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου, αυτό σημαίνει εξάλλου ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, και το δεύτερο είναι, νομίζω σε όλους προφανές, ότι υπήρχε μία απροθυμία από την πλευρά των αρμόδιων λειτουργών της ελληνικής Δικαιοσύνης να γίνει η μεταφορά αυτής της δίκης. Υποθέτω ότι φοβούνταν επιπτώσεις από την αλλαγή της έδρας της δίκης στην λειτουργία του χώρου του Εφετείου κλπ. Υπήρχε αυτή η καθυστέρηση, ας το πούμε έτσι.

Μέχρι που τα πράγματα κατέστησαν αδήριτη ανάγκη τη μεταφορά και μέχρις ότου υπήρξε, νομίζω, και η μεγάλη πίεση από την πλευρά της κοινής γνώμης και των μέσων ενημέρωσης που οδήγησε και στην παρέμβαση της μητέρας Φύσσα και της πολιτικής ηγεσίας πια του τόπου και του υπουργού.

Νομίζω ότι αυτό, εάν ένα πράγμα αποκαλύπτει, είναι την ανάγκη η ελληνική Δικαιοσύνη να μη λειτουργεί περιχαρακωμένη και αποκομμένη από την κοινωνία. Έχει παρεξηγηθεί μερικές φορές η έκφραση ότι πρέπει η Δικαιοσύνη να ακούει την κοινωνία, γιατί μοιάζει σαν αυτό να σχετικοποιεί λίγο την ανεξαρτησία της. Εγώ δεν μιλώ γι’ αυτό, εγώ μιλώ για την ανάγκη η ελληνική Δικαιοσύνη να αντιλαμβάνεται και την βαρύτητα και την διαφορετική ποιότητα των υποθέσεων τις οποίες κάθε φορά χειρίζεται.

Και ένα τελευταίο στοιχείο: είναι δεδομένο ότι στην Ελλάδα δεν είχαμε πείρα και κουλτούρα διεξαγωγής μεγάλων δικών. Αν σκεφτούμε τις μεγάλες δίκες της Μεταπολίτευσης, εκτός απ’ τις δίκες της Χούντας, ήταν η δίκη του σκανδάλου Κοσκωτά, η δίκη της 17Ν, αυτές ήταν οι πολύ μεγάλες δίκες. Τα τελευταία χρόνια έχει πέσει όντως ένα φορτίο, λόγω οικονομικών εγκλημάτων, τέτοιων δικών, πολύ μεγάλο. Αυτό όμως, το οποίο προϋποθέτει άλλες υποδομές, κτιριακές κ.ά., δεν πρέπει να κάνει την Δικαιοσύνη να ξεχνάει ότι δίκη από δίκη διαφέρει.

Κατά την δική μου την αντίληψη και νομίζω και πολλών άλλων, η δίκη της Χρυσής Αυγής δεν είναι απλώς μία μεγάλη δίκη, με ποσοτικά μεγέθη. Είναι μία μεγάλη δίκη με ποιοτικά μεγέθη. Είναι μία ποιοτικά διαφορετική δίκη, ακριβώς γιατί, κατά τη γνώμη μου, είναι μία δίκη που κατήγορος είναι η Ελληνική Δημοκρατία. Και ως τέτοια δίκη, απέναντι σε οργανωμένη ομάδα η οποία - μένει να αποδειχθεί αν είναι εγκληματική οργάνωση ή όχι, δεν αναφέρομαι σ’ αυτό - πάντως, χρησιμοποιεί μέσα τα οποία στρέφονται κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας, θέτουν σε μεγάλη διακινδύνευση την δημόσια τάξη και ασφάλεια, τις ζωές πολιτών. Με την έννοια αυτή είναι μια δίκη που πρέπει να έχει και μεγάλη δημοσιότητα, και κάθε είδους διευκόλυνση για να μπορεί να διεξαχθεί στον τρόπο και με τον χρόνο που πρέπει.

Η δίκη αυτή - το είπα και πριν - είναι μια δίκη ιστορικών διαστάσεων και με την έννοια αυτή, αν μη τι άλλο, υπάρχει μια ανάγκη διαφύλαξης και διατήρησης κάποιων στοιχείων και για τον ιστορικό του μέλλοντος. Πέραν των συμφερόντων των διαδίκων, υπάρχει και μια ανάγκη ερευνητική, επιστημονική, για το μέλλον.

Σε ό,τι αφορά στο ζήτημα των πρακτικών και δη των με τεχνικές προδιαγραφές πρακτικών, το ζήτημα είχε τεθεί υπ’ όψη του Υπουργείου και το Υπουργείο ήταν σε πλήρη αδυναμία, δημοσιονομική, να υποστηρίξει κάτι τέτοιο. Σε αυτό θέλω να είμαι σαφής και καθαρός. Δεν μπορούσε το υπουργείο, γιατί έγινε υλικοτεχνική μελέτη, οικονομική μελέτη και ήταν ένα κόστος - και αποδεικνύεται από τη διάρκεια της δίκης - πάρα πολύ μεγάλο. Από κει και πέρα, το αν αυτό θα μπορούσε να καλυφθεί με άλλα μέσα και με άλλους πόρους δεν το γνωρίζω.

Rate this blog entry:
3

Comments

Guest 26 Ιουν 2017 | 20:15