Η συριακή κυβέρνηση κατηγόρησε τους αντάρτες ότι οργάνωσαν μια επιχείρηση παραπλάνησης· αλλά και διάφοροι παρατηρητές εξέφρασαν τη δυσπιστία τους απέναντι στο ενδεχόμενο μιας κυβερνητικής επίθεσης, την ώρα που οι επιθεωρητές των Ηνωμένων Εθνών βρίσκονταν στη Συρία για πρώτη φορά μετά από τουλάχιστον ένα χρόνο, εγκατεστημένοι κάποια μίλια μακριά. Γιατί να γίνει αυτή η επίθεση, τώρα που η κυβέρνηση μοιάζει να κερδίζει τον πόλεμο με συμβατικά όπλα; Αν επιβεβαιωνόταν κάτι τέτοιο, θα ήταν το μοναδικό σενάριο που θα μπορούσε να προκαλέσει μια πιο επιθετική στρατιωτική επέμβαση απ’ την πλευρά των ΗΠΑ ή/και της Ευρώπης. Από την άλλη, μια επίθεση των ανταρτών με χημικά μοιάζει εξίσου αναληθοφανής. Αν οι αντάρτες είναι πράγματι ικανοί να πραγματοποιήσουν μια χημική επίθεση τέτοιας κλίμακας, γιατί να μην επιτεθούν στις κυβερνητικές δυνάμεις αλλάζοντας τον ρου του πολέμου, παρά να επιλέξουν μια φιλική προς αυτούς περιοχή, την οποία δεν ελέγχει το καθεστώς; Η λογική και ο ορθολογισμός φαίνεται πως δεν είναι τα κατάλληλα μέσα για τη διερεύνηση τέτοιων πράξεων ή την απόδοση ευθυνών. Υπάρχουν κι άλλες ερμηνείες που μοιάζουν εξίσου πιθανές: Ότι το καθεστώς πραγματοποίησε την επίθεση σε απάντηση μιας ενδεχόμενης κλιμάκωσης από την πλευρά των ανταρτών (συμπεριλαμβανομένων αναφορών για προώθηση αμερικανικών και εκπαιδευμένων από τους Αμερικανούς μονάδων ειδικών επιχειρήσεων προς τη Δαμασκό)· ότι αποστάτες που ήρθαν σε επαφή με την αντιπολίτευση ξεκίνησαν το χτύπημα ώστε να προκαλέσουν τη διεθνή επέμβαση, εμπλέκοντας το καθεστώς σε αυτό· ή, τέλος, ότι υπάρχουν ρήγματα εντός της συριακής κυβέρνησης, ζήτημα για το οποίο γράφτηκαν πολλά τελευταία.

Ποια πρέπει να είναι η απάντηση σε όλα αυτά; Η απάντηση, για όσους πραγματικά ενδιαφέρονται για τη μοίρα των ανθρώπων της Συρίας, είναι σταθερή· είναι η ίδια, όλο αυτό το διάστημα της συνεχιζόμενης βίας: πίεση για μια πολιτική λύση και άμεση κατάπαυση της πυρός, συνοδευόμενη από την παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας προς τους σύριους πολίτες.

Μια, επικείμενη πια, αμερικανική ή νατοϊκή επίθεση, πιθανότατα θα αποβεί καταστροφική για τους Σύριους (όπως και για τους Λιβανέζους και τους Παλαιστίνιους). Αν η επίθεση είναι τόσο ισχυρή ώστε να καταστρέψει ολοσχερώς το συριακό καθεστώς, θα καταστρέψει μαζί του και ό,τι έχει απομείνει από τη χώρα. Αν δεν είναι, θα αφήσει το καθεστώς σε θέση να ανταποδώσει εκεί που είναι ισχυρό, απέναντι στους εσωτερικούς του εχθρούς, έχοντας όμως πια και ενισχυμένα εθνικά διαπιστευτήρια ως αγωνιζόμενο ενάντια στην αμερικανική επιθετικότητα. Σε κάθε περίπτωση, το χτύπημα θα είναι καταστροφικό για εκατομμύρια κατοίκους της Συρίας  —  για να μην αναφερθούμε στα εκατομμύρια των προσφύγων και όσων έχουν γίνει άθελά τους νομάδες, και βρίσκονται στα όρια της επιβίωσης, εξαρτώμενοι από την καθημερινή ανθρωπιστική βοήθεια, η οποία σίγουρα είτε θα διακοπεί είτε θα διαταραχθεί. Δεν υπάρχουν «χειρουργικά χτυπήματα», όπως και καμία πιθανότητα να αποφευχθούν οι απώλειες αμάχων σε μια τόσο πυκνοκατοικημένη χώρα όπως η Συρία. Εκτός όλων αυτών, η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, εδώ και χρόνια, συμπεριλαμβανομένης της συνενοχής τους σε επιθέσεις με χημικά, δεν μας επιστρέπει να μην είμαστε κυνικοί σχετικά με τα κίνητρα μιας τέτοιας επίθεσης. Επιπλέον, τα δύο τελευταία έτη, οι κάτοικοι της περιοχής έχουν πειστεί ότι η πολιτική των ΗΠΑ προς τη Συρία υπαγορεύεται –όπως και παλιότερα– από τα συμφέροντα του Ισραήλ, το οποίο δεν επιθυμεί μια συνολική κατάρρευση του συριακού καθεστώτος, αλλά το συμφέρει μια διαιωνιζόμενη σύγκρουση στα βόρεια σύνορά του, στον βαθμό που αυτή παραμένει ελεγχόμενη.

Μια πολιτική επίλυση θα είναι η αρχή, όχι το τέλος του αγώνα. Αυτή τη στιγμή, ο αγώνας έχει πνιγεί σε έναν πόλεμο εξόντωσης, που είναι επίσης ένας κλεφτοπόλεμος από χώρες της περιοχής εις βάρος των Σύριων. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το συριακό καθεστώς έχει εξαπολύσει έναν καταστροφικό πόλεμο εναντίον του λαού του, με την αποφασιστική υλική και πολιτική υποστήριξη του Ιράν και της Ρωσίας, και ότι φέρει την κύρια ευθύνη για τη βία. Δεν έχει δείξει καμιά διάθεση για οτιδήποτε άλλο εκτός από την ολοκληρωτική νίκη. Ωστόσο, από την αρχή της εξέγερσης, οι χώρες του Κόλπου διέβλεψαν αμέσως την ευκαιρία να νικήσουν το Ιράν στη Συρία: έτσι, κινητοποίησαν τα χρήματα και τα όπλα τους για να σφετεριστούν την εξέγερση και τη γλώσσα της επανάστασης, προς όφελος μιας άθλιας αντεπαναστατικής ατζέντας. Αυτό οδήγησε το Ιράν να υποστηρίξει πιο ουσιαστικά τη Συρία, ολοένα και περισσότερο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για έναν ατελείωτο εμφύλιο πόλεμο. Το γεγονός ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες απειλούν τώρα με ένα στρατιωτικό χτύπημα δεν έχει την παραμικρή σχέση με το καλό και την ευημερία των Σύριων: συνδέεται αποκλειστικά με την προσπάθεια των ΗΠΑ να διατηρήσουν την «αξιοπιστία» τους, τη θέση τους ως ηγεμονικής δύναμης.

Είναι δύσκολο για τους Σύριους να αποφύγουν την αίσθηση απελπισίας ότι έχουν χάσει σχεδόν κάθε δύναμη να καθορίσουν το συλλογικό τους μέλλον. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, τα κράτη του Κόλπου και οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί κάλλιστα να δώσουν περισσότερα όπλα στους αντάρτες· οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να εκτοξεύσουν πυραύλους κρουζ στη Συρία· το ΝΑΤΟ μπορεί να επιβάλει μια ζώνη απαγόρευσης πτήσεων, να εισβάλει σε ένα μέρος ή στο σύνολο της συριακής επικράτειας. Αλλά όποιες ενέργειες κι αν γίνουν, εν ονόματι των συμφερόντων του συριακού λαού, θα είναι απλώς μια άσκηση στις δημόσιες σχέσεις και την εξαπάτηση.

Τόσο οι υποστηρικτές της κυβέρνησης όσο και οι αντάρτες συνεχίζουν να παρουσιάζουν την πιθανή έκβαση της σύγκρουσης ως νίκη είτε της κυβέρνησης είτε των ανταρτών — ένας τρόπος να αποφύγουν να αντιμετωπίσουν την τρίτη πιθανότητα: ότι και οι δύο έχουν ήδη χάσει. Η μόνη επιλογή που απομένει στους Σύριους οι οποίοι εξακολουθούν να ενδιαφέρονται να σταματήσει η συνεχιζόμενη κατακρήμνιση στην άβυσσο είναι η επιδίωξη μιας πολιτικής συμφωνίας και η μαζική βοήθεια, για να αντιμετωπιστεί η ανθρωπιστική κρίση στη Συρία και τις γειτονικές χώρες. Θα ήταν η αρχή της πολιτικής και των προοπτικών διεξόδου — προοπτικών πολύ ζοφερών με την τωρινή κατάσταση των πραγμάτων, αλλά εν πάση περιπτώσει προοπτικών που σήμερα δεν υπάρχουν καν.

* O Omar Dahi διδάσκει οικονομικά στο Hampshire College, στη Μασσαχουσέτη. Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο σάιτ jadaliyya στις 28.8.2013.

Αναδημοσίευση από: Ενθέματα (1.9.2013)

0 0 vote
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments