Η κοινωνική συμμαχία και η πίπα της ειρήνης

Ο ΣΥΡΙΖΑ ανήλθε στην εξουσία ως αντιπρόσωπος μιας ευρείας συμμαχίας της πλειοψηφίας την εργατικής τάξης καθώς και κομμάτια της μικροαστικής και της μεσαίας τάξης. Στον ΣΥΡΙΖΑ η κοινωνική αυτή συμμαχία ανέθεσε να εκφράσει πολιτικά την απαίτηση για ένα νέο modus vivendi που θα περιέχει την βελτίωση του βιοτικού επίπεδο των υποτελών που απαρτίζουν αυτή την συμμαχία. Η απαίτηση αυτή απευθύνεται προς την διεθνοποιημένη κυρίαρχη αστική τάξη με σκοπό την υλική εξαργύρωση των θέσεων που κατέλαβαν οι δυνάμεις της εργασίας μετά από 5 χρόνια ταξικής πάλης.

Η παραπάνω παράγραφος περιγράφει αυτό ακριβώς που σχηματικά ονομάζεται «διαπραγμάτευση» και «έντιμος συμβιβασμός». Τα κυρίαρχα ΜΜΕ φυσικά αποφεύγουν την παραπάνω ανάλυση με σκοπό να αποκρύψουν την πραγματική ταξική φύση της αντιπαράθεσης. Δεν θέλουν δηλαδή να γίνει φανερό ότι η σύγκρουση δεν αφορά τον Βαρουφάκη και τον Σόιμπλε και  το αν είναι σωστά γραμμένος ο κατάλογος των «μεταρρυθμίσεων» ή αν «βγαίνουν τα νούμερα»  αλλά έχει να κάνει με ταξικά συμφέροντα κοινωνικών ομάδων και με την κομβική ερώτηση: ποιος θα πληρώσει αυτή την κρίση;

Ο ΣΥΡΙΖΑ και σχεδόν το σύνολο του φάσματος της κοινωνικής συμμαχίας που τον έφερε στην εξουσία ήλπιζε ότι ακριβώς αυτή η διάθεση μη σύγκρουσης θα αποτελούσε για την διεθνοποιημένη αστική τάξη το δέλεαρ για την εξεύρεση του προαναφερθέντος modus vivendi. Υπάρχει σαν υπολογισμός δηλαδή ότι οι παραχωρήσεις από την μεριά της κοινωνικής αυτής της συμμαχίας θα αντιστοιχούσε και σε παραχωρήσεις από την μεριά του κεφαλαίου που θα οδηγούσε σε ένα νέο μετριοπαθές κεϋνσιανό οικονομικό πρόγραμμα που θα επέτρεπε στο κεφαλαίο να συνεχίσει να εκμεταλλεύεται την εργατική δύναμη αλλά που θα εξασφάλιζε και στους εργαζόμενους έναν αξιοπρεπέστερο τρόπο διαβίωσης από αυτό των τελευταίων πέντε ετών. Η κοινωνική συμμαχία επιθυμούσε δηλαδή μια αναίμακτη λύση στο «ελληνικό δράμα» χωρίς βαθιές τομές αλλά με διασφάλιση της βελτίωσης των όρων αναπαραγωγής της. Υπάρχει η αντίληψη ότι αυτή την προσφορά για ειρήνη η διεθνοποιημένη αστική τάξη θα την καλοδεχότανε.

Οι προτεραιότητες των δανειστών

Η παραπάνω διαδικασία ειρηνικής διευθέτησης ακολουθήθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ από πρώτη μέρα της εκλογής του, αλλά γρήγορα αποδείχθηκε ότι η απέναντι πλευρά δεν είχε την ίδια διάθεση για ένα νέο modus vivendi. Αρχικά θεωρήθηκε ότι όλη αυτή η πίεση εντάσσεται στα συνήθη πλαίσια διαπραγμάτευσης εντός των ευρωπαϊκών θεσμών αλλά καθώς κάθε βήμα πίσω του ΣΥΡΙΖΑ δεν ακολουθήθηκε από ένα βήμα πίσω των δανειστών αλλά ακριβώς το αντίθετο, έχουμε κάθε λόγο να αμφισβητούμε αυτή την θεώρηση. Γίνεται φανερό ότι η διεθνοποιημένη ευρωπαϊκή αστική τάξη έχει προτεραιότητες διαφορετικές από αυτές που εκτιμήθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ. Θέτει δηλαδή ως πρώτο ζήτημα και υπεράνω όλων την διατήρηση μέχρι κεραίας του νεοφιλελεύθερου μοντέλου που πράγματι διασφαλίζει την υψηλή κερδοφορία της ακόμα και αν αυτό μπορεί να σημαίνει την έξοδο της Ελλάδας από την ζώνη του Ευρώ και ότι αυτό μπορεί να συνεπάγεται. Θεωρούν δηλαδή και το δηλώνουν ξεκάθαρα ότι τυχόν αλλαγή οικονομικής πολιτικής στην Ελλάδα που θα βελτίωνε το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων της θα αποτελούσε το έναυσμα για αντίστοιχες διεκδικήσεις στο σύνολο της ηπείρου θέτοντας σε κίνδυνο την κερδοφορία τους.

Και αντίστοιχα στο πολιτικό πεδίο επιθυμούν να διατηρηθεί ο υψηλός βαθμός ετερονομίας που έχει παράξει ο νεοφιλελευθερισμός στους ευρωπαίους πολίτες. Πρέπει δηλαδή να γίνει σαφές ότι άλλος δρόμος δεν υπάρχει, ότι με τις εκλογές δεν γίνεται να υπάρξουν αλλαγές στην οικονομική πολιτική, πόσο μάλλον στην καθημερινότητα των πολιτών. Έτσι ευελπιστεί η διεθνοποιημένη ευρωπαϊκή αστική τάξη να ακυρώσει εκ των προτέρων οποιαδήποτε διαδικασία πολιτικής χειραφέτησης των ανά την Ευρώπη εργαζομένων και να διατηρήσει την παραγωγή πολιτικής στα πλαίσια εκείνα που της επιτρέπουν να είναι ο απόλυτος διαχειριστής.

Κατά την γνώμη μου το δεύτερο, η ακύρωση δηλαδή της δημοκρατίας βαραίνει περισσότερο την διαδικασία λήψης αποφάσεων τους ακόμα και από το πρώτο. Παραχωρήσεις στο οικονομικό πεδίο μπορούν αν αναγκαστούν να κάνουν και ίσως το πράξουν, αν και εξαιρετικά αμφίβολο, σε άλλες χώρες προς εξασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης. Αλλά επ’ ουδενί δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή μια αμφισβήτηση της εξουσίας των ευρωπαϊκών θεσμών, επ’ ουδενί δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή μια διαδικασία παραγωγής πολιτικής, ακόμα και αν αφορά ένα αστικό κοινοβούλιο, που δεν εναρμονίζεται πλήρως με τις κατευθυντήριες γραμμές που έχει θέσει ο ευρωπαϊκός αστικός σχηματισμός μέσα από τους θεσμούς του που έχει φροντίσει να απομακρύνει σε εντυπωσιακό βαθμό από τον δημοκρατικό έλεγχο.

Προφανώς η διατύπωση για διεθνοποιημένη αστική τάξη και για τους θεσμούς ως μηχανισμούς εκπροσώπησης της αποτελεί μια απλούστευση καθώς παραβλέπει διαφορετικά συμφέροντα που μπορεί να υπάρχουν στα πλαίσια της. Αυτή η απλούστευση είναι σκόπιμη για την οικονομία της συζήτησης. Επίσης απέναντι στο ζήτημα που έθεσε ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός μέσω της πολιτικής του εκπροσώπησης δεν μπορούμε να πούμε ότι είδαμε κάποια επί της ουσίας διαφοροποίηση. Το αντίθετο φαίνεται είτε δια επιβολής είτε δια συμφωνίας να υπάρχει ενιαία ως επί το πλείστων στάση.

Μπαίνοντας στην πρέσα

Κατά την διάρκεια των τελευταίων μηνών και ενώ συνεχιζόταν το κόψε-ράψε με τις διάφορες λίστες οι ευρωπαϊκοί θεσμοί επιμελώς φροντίσανε για την οικονομική ασφυξία της νέας κυβέρνησης, η οποία είτε επειδή αναγκάστηκε είτε διότι ήλπιζε και ελπίζει στην επιτυχή αποπεράτωση των διαπραγματεύσεων δέχτηκε σχεδόν στωικά και με «ευγένεια» τον οικονομικό της στραγγαλισμό. Τα 11 δισεκατομμύρια του Ελληνικού Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας μεταφέρθηκαν πίσω στο Ευρωπαϊκό ΤΧΣ, μαζί έφυγε «κατά λάθος» και άλλο 1,2 δις. που ανήκε στο Ελληνικό ΤΧΣ ενώ φυσικά τα 1,9 δις. που χρωστάει η ΕΚΤ στην Ελλάδα από τον Νοέμβριο του 2012 όχι μόνο δεν δόθηκαν στην Ελλάδα αλλά επιστράφηκαν πίσω στα κράτη με μερικά να τα εγγράφουν ακόμα και στους προϋπολογισμούς τους. Παράλληλα το πλαφόν εντόκων γραμματίων που το 2012 με ευκολία είχε ανέβει για να εξυπηρετήσει το πρόβλημα ρευστότητας της τότε κυβέρνησης παραμένει κολλημένο στα 15 δις, εξαντλημένο ήδη από την κυβέρνηση Σαμαρά ενώ με το σταγονόμετρο αυξάνεται η χρηματοδότηση των ελληνικών τραπεζών από τον ύστατο δανειστή τους τον ELA. Παρόμοιες καταστάσεις οικονομικού στραγγαλισμού βίωσαν τόσο η Ιρλανδία όσο και η Κύπρος με σκοπό την πειθάρχηση τους κάνοντας φανερό την τρομακτική δύναμη της ΕΚΤ και τον προφανή πολιτικό ρόλο που αρμόζει πλήρως σε μια «ανεξάρτητη» τράπεζα – ύστατο δανειστή ενός «ανεξάρτητου» από κοινοβούλια και κυβερνήσεις οικονομικού σχηματισμού.

Όλος αυτός ο οικονομικός στραγγαλισμός συνοδεύεται από μια εξαιρετικά στημένη και εκτελεσμένη επικοινωνιακή διαχείριση από έναν εξαιρετικά ευρύ μιντιακό σχηματισμό που καταφέρνει να απομονώσει την κοινωνική συμμαχία στην Ελλάδα από τις συμμάχους τάξεις στην υπόλοιπη Ευρώπη,  κάτι που θεωρούνταν και ένα από τα βασικά όπλα καθ’ όλη την διάρκεια των τελευταίων ετών καθώς επίσης να θέσει την αντιπαράθεση σε εθνικές ή ακόμα και σε προσωπικές βάσεις αποκρύπτοντας πλήρως την κοινωνική – ταξική διάσταση που εν τέλει αφορά το σύνολο των ευρωπαίων εργαζομένων. Βέβαια η διεθνοποίηση των εργαζομένων υπολείπετέ σε τέτοιο βαθμό της διεθνοποίησης του κεφαλαίου και η ετερονομία και ο ατομισμός έχουν τέτοια ανάπτυξη στο δυτικό κόσμο που αποτελεί υπεκφυγή να χρεώνουμε το σύνολο της αποτυχίας συγκρότησης της συμμαχίας αυτής στην επικοινωνιακή διαχείριση από τα ΜΜΕ.

Με αυτές τις εξελίξεις η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και η κοινωνική συμμαχία την οποία εκπροσωπεί πολιτικά βλέπουν το πολιτικό τους σχέδιο για την επίτευξη του προαναφερθέντος modus vivendi να προσκρούει στις στρατηγικές επιλογές των δανειστών που ζητούν την πλήρη εναρμόνιση του ΣΥΡΙΖΑ με το υπάρχον πρόγραμμα συζητώντας αλλαγές μόνο σε λεπτομέρειες εφαρμογής και φυσικά αφήνοντας στην άκρη οποιαδήποτε συζήτηση για την αλλαγή στον τρόπο εξυπηρέτησης του χρέους επιδιώκοντας και την υπογραφή ενός νέου προγράμματος «διάσωσης». Τα μέτρα τα οποία ζητούνται είναι μάλιστα πολλαπλάσια των μέτρων που ζητούταν από την προηγούμενη κυβέρνηση. Επιδιώκεται έτσι ή η διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ και η επαναφορά του προηγούμενο πολιτικού προσωπικού ή η ακύρωση οτιδήποτε διαφορετικού μπορεί να έχει. Πυρήνας αυτής της επιδίωξης είναι όπως κορυφαίος αξιωματούχος της ΕΕ δήλωσε «να αναλάβει ο ΣΥΡΙΖΑ το πολιτικό κόστος», να διαρραγεί δηλαδή πλήρως η σχέση του ΣΥΡΙΖΑ με τα κατώτερα από τα κοινωνικά στρώματα που εκπροσωπεί και ν’ ακυρωθεί ο όποιος βαθμός πολιτικής αυτονομίας απέκτησαν οι πολίτες της χωράς, ασχέτως τι ψήφισαν, που για μια στιγμή έκαναν το λάθος να θεωρήσουν ότι η ψήφος τους και η δημοκρατία μπορεί να έχουν σημασία και να φέρνουν αλλαγές στην καθημερινή ζωή τους.

Είναι βέβαια τέτοια η απέχθεια για το προηγούμενο πολιτικό προσωπικό που δημοσκοπικά τουλάχιστον η συσπείρωση του ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει διαρραγεί. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η κοινωνική συμμαχία που τον έφερε στην εξουσία, καθότι ετερόκλητη και ευρεία, δεν βρίσκεται σε αποσύνθεση. Τα τμήματα της εργατικής τάξης και μεγάλο μέρος των μικροαστών που ανέθεσαν στον ΣΥΡΙΖΑ την εκπροσώπηση τους, μην έχοντας και πολλά να χάσουν και πραγματικά μην αντέχοντας την υπάρχουσα κατάσταση δεν είναι διατεθειμένα παρά για ελάχιστες υποχωρήσεις. Αντίθετα τα τμήματα της μεσαίας τάξης που στήριξαν τον ΣΥΡΙΖΑ, που διατηρούν ακόμα και μέσα στην κρίση ένα καλό επίπεδο ζωής, βλέπουν με μεγάλη ανησυχία μια έξοδο από το κοινό νόμισμα που θα συντάρασε και την ζωή τους με υλικούς όρους αλλά και την πολιτισμική τους ταυτότητα. Σε αυτή την ετερόκλητη κοινωνική πίεση που δέχεται ο ΣΥΡΙΖΑ έχουν να προστεθούν η κρίση αξιοπιστίας λόγω άλλων θεμάτων όπως η στελέχωση του κρατικού μηχανισμού καθώς και οι πιέσεις των ΜΜΕ της ελληνικής αστικής τάξης και των πολιτικών τους εκπροσώπων.

Έτσι, ο μη συμπαγής χαρακτήρας της κοινωνικής συμμαχίας στην Ελλάδα σε συνδυασμό με τις αναφερθείσες πιέσεις αλλά και τις αντικειμενικές δυσκολίες μιας εξόδου της Ελλάδος από το κοινό νόμισμα μας στερούν από την δυνατότητα να διανοηθούμε ως κοινωνία και να προετοιμαστούμε ως κοινωνικό σύμπλεγμα θεσμών και κοινωνίας για μια ρήξη. Κάτι που όμως η διεθνοποιημένη αστική τάξη φαίνεται να είναι διατεθειμένη να ριψοκινδυνέψει προκειμένου να πετύχει τις επιδιώξεις της που παραπάνω αναλύσαμε.

Το τελεσίγραφο

Πλησιάζοντας λοιπόν στον Ιούνιο η διεθνοποιημένη αστική τάξη έχοντας επί μήνες εντείνει τις πιέσεις της σε όλα τα επίπεδα σχηματοποιεί επί της ουσίας ένα τελεσίγραφο προς την κυβέρνηση και στην κοινωνική συμμαχία που την ανέδειξε στο οποίο επί της ουσία ζητά την πλήρη εγκόλπωση του οικονομικού προγράμματος της νέας κυβέρνησης στην λογική των προγραμμάτων λιτότητας που ακολουθούνταν μέχρι τώρα με ελάχιστες τροποποιήσεις που και κάποιες βελτιώσεις να φέρουν στην υλική διαβίωση κάποιων στρωμάτων θα εγκλωβίζουν την κυβέρνηση σε μια διαδικασία παραγωγής πολιτικής που πάλι γνώμονα θα έχει την εξυπηρέτηση του χρέους και την ανάπτυξη της «ανταγωνιστικότητας» μέσω πολιτικών εσωτερικής υποτίμησης.

Παράλληλα μέσω αυτής της διαδικασίας έχουμε την προσπάθεια από μεριάς των ευρωπαϊκών θεσμών για ακύρωσης της ίδιας της αστικής δημοκρατίας και ανάπτυξη μιας μεγάλου βαθμού ετερονομίας που θα φέρει την ματαίωση σε οτιδήποτε συλλογικό, ώστε να μη ξαναγίνουν τα ίδια λάθη στις ψηφοφορίες.

Η ενναλακτική που φαίνεται να δίνεται στην ελληνική κυβέρνηση χωρίς βέβαια να είναι το επιθυμητό για την κυρίαρχη τάξη στην Ευρώπη είναι η έξοδος από την ζώνη του ευρώ. Και σε αυτήν την περίπτωση βέβαια θα υπάρξουν συνεχής πιέσεις ακόμα και μετά την έξοδο για διευθέτηση του χρέους προς όφελος των δανειστών και γενικότερα για αποτυχία του ελληνικού πειράματος. Βέβαια θεωρούν αδύνατον η κοινωνική συμμαχία που στηρίζει τον ΣΥΡΙΖΑ να κάνει αυτή την επιλογή υπό την πίεση μάλιστα και της υπόλοιπης μεσαίας τάξης που αδυνατεί ακόμα και να διανοηθεί την έξοδο καθώς και από τα ΜΜΕ.

Οι αντιδράσεις του ΣΥΡΙΖΑ όπως είναι λογικό απέναντι σε αυτό το σχηματοποιούμενο τελεσίγραφο είναι τόσο ευρείς όσο ευρεία είναι και η κοινωνική συμμαχία που τον στηρίζει. Κυμαίνονται από την διάθεση για ολοκληρωτική υποχώρηση μέχρι την επιθυμία για βαθιά ρήξη. Στην διαδικασία αυτοί βέβαια προστίθενται ως παράγοντες και τα ζητήματα που άπτονται τους ίδιους τους μηχανισμούς στο κόμμα κάνοντας φανερό πως πολλά στελέχη του ήταν έτοιμα από καιρό και επιδίωκαν κιόλας μια στροφή του κόμματος στα πλαίσια μιας ομιχλώδους «ρεαλιστικής» κυβερνησιμότητας.

Και έτσι γεννιούνται δύο κρίσιμα ερωτήματα. Τι στα αλήθεια επιδιώκουμε ως κοινωνική συμμαχία και αν αυτό μπορεί να χωράει όσους χώραγε και πριν και δεύτερόν μήπως θα έπρεπε να διανοηθούμε επιτέλους συλλογικά την ρήξη και να προετοιμαστούμε γι’ αυτή;

Επανακαθορίζοντας τις επιδιώξεις.

Όπως είπαμε στόχος είναι η βελτίωση των υλικών όρων διαβίωσης της εργαζόμενης πλειοψηφίας. Και αν οποιαδήποτε είδους συμφωνία επιτευχθεί με αυτό το κριτήριο θα πρέπει πρώτα να κριθεί.

Κατά συνέπεια η επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων, η αλλαγή στον φόρο ακινήτων ώστε να λαμβάνει υπόψιν την φοροδοτική ικανότητα, η αποτροπή των ιδιωτικοποιήσεων, η προστασία των χαμηλοσυνταξιούχων, η διασφάλιση της υγειονομικής περίθαλψης αποτελούν εκ των πραγμάτων αυτό που λέμε «κόκκινες γραμμές». Γενικότερα αν δεν εφαρμοστεί μια πολιτική έντονης αναδιανομής του πλούτου είναι προφανές ότι δεν υπάρχει καμία δυνατότητα για βελτίωση των συνθηκών ζωής της πλειοψηφίας.

Αυτό είναι πέρα για πέρα απαραίτητο όμως από μόνο του δεν αρκεί. Είναι σαφές ότι χωρίς μια ριζική διαδικασία παραγωγικού μετασχηματισμού της ελληνικής οικονομίας με συγκεκριμένες πολιτικές για τους βασικούς πυλώνες καμία προοπτική δεν μπορεί να υπάρχει. Και για να συμβεί το παραπάνω χρειάζεται και κίνηση φυσικά από την ίδια την κοινωνία με πολλές αλλαγές που δεν άπτονται μόνο το οικονομικό πεδίο αλλά και ζητήματα συλλογικής κουλτούρας, κρατικής δομής και δημοκρατικής οργάνωσης σε όλα τα επίπεδα.

Η διαδικασία παραγωγικής ανασυγκρότησης φαντάζει πολύ δύσκολο να γίνει όταν τόσο ο δημόσιος διάλογος όσο και το σύνολο σχεδόν των κρατικών πολιτικών κινείται γύρω από ένα και μόνο άξονα: την εξυπηρέτηση του χρέους.

Κάτι λοιπόν από το οποίο θα κριθεί μια συμφωνία δεν είναι μόνο τα μέτρα που η ελληνική κυβέρνηση θα καλείται να πάρει, μέτρα που -με δυσκολίες φυσικά- μπορούν να ανατραπούν, αλλά αν θα λύνει το ζήτημα της εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους με τρόπο που θα σταματήσει να καθιστά τον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό και την ίδια την δημοκρατία εις στο διηνεκές όμηρο του. Ο μηχανισμός του χρέους είναι εκείνος που ακυρώνει τον δημοκρατικό έλεγχο σε όλη την Ευρώπη και οδηγεί στην επιβολή των σχεδίων της οικονομικής πολιτικής της λιτότητας που εκπορεύονται από τους μη ελεγχόμενους δημοκρατικά ευρωπαϊκούς θεσμούς της διεθνοποιημένες αστικής τάξης.

Στο συγκεκριμένο κομμάτι είναι όμως που φαίνεται ότι δεν υπάρχει καμία προσπάθεια διευθέτησης από την μεριά των ευρωπαϊκών θεσμών. Και είναι απόλυτα λογικό να μην θέλουν να απωλέσουν το βασικότερο – μαζί με τον έλεγχο του ύστατου δανειστή του τραπεζικού συστήματος – εργαλείο επιβολής των πολιτικών τους.

Μιλώντας πιο συγκεκριμένα ακόμα και σε περίπτωση εκταμίευσης των εναπομεινάντων δόσεων και επιστροφής των χρωστούμενων από τον Νοέμβριο κερδών από την διακράτηση των ελληνικών ομολόγων δεν αρκούν τα χρήματα και για την εξόφληση των υποχρεώσεων του Αυγούστου. Έχουμε αθροιστικά 9 έναντι 14 δισ. που απαιτούνται το δίμηνο Ιουλίου Αυγούστου με δεδομένη την εκταμίευση όλων των πόρων του υπάρχοντος προγράμματος. Αντίθετα οι αποπληρωμές χρεών κατά τα επόμενα χρόνια είναι πολύ μικρότερες. Συγκεκριμένα δεν ξεπερνούν τα 9δις καθ’ έτος για τα χρόνια 2016-2036.

Γίνεται σαφές ότι θα επιδιωχθεί τώρα από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς η υπογραφή ενός νέου προγράμματος που θα δεσμεύει την εκάστοτε κυβέρνηση με χρονοδιαγράμματα εξίσου ασφυκτικά με το προηγούμενο καθώς αργότερα λόγω των χαμηλότερων δανειακών υποχρεώσεων θα κάτι τέτοιο θα ήταν πιο δύσκολο. Θα ήταν ευχής έργου η διευθέτηση του χρέους με τρόπο τέτοιο που να επέτρεπε την αποπληρωμή του χωρίς δάνεια του ευρωσυστήματος. Κάτι τέτοιο ακόμα και αν γινόταν στα πλαίσια μιας βραχυπρόθεσμης συμφωνίας που δεν θα εμπεριείχε τα απαραίτητα μέτρα αναδιανομής που αναφέραμε θα ήταν ωφέλιμο για τον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό που στήριξε τον ΣΥΡΙΖΑ καθώς σε δεύτερο χρόνο θα μπορούσε είτε μέσω του ΣΥΡΙΖΑ, αν επιβίωνε μιας τέτοιας συμφωνίας, είτε με την ανάδειξη μιας άλλης πολιτικής εκπροσώπησης να αλλάξει τις ακολουθούμενες πολιτικές.

Οι παραπάνω σκέψεις παρότι φαντάζουν αισιόδοξες το μόνο που κάνουν είναι να επιβεβαιώνουν την εκτίμηση ότι καμιά συνολική διευθέτηση για το ζήτημα του χρέους δεν θα υπάρξει που θα το καθιστά βιώσιμο αλλά θα συνεχιστεί η μέχρι σήμερα αντιμετώπιση του με τις μικρές δόσεις και τα ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα που θα δίνουν την δυνατότητα στους ευρωπαϊκούς θεσμούς της διεθνοποιημένης αστικής τάξης την δυνατότητα να επιβάλλουν τις πολιτικές τους.

Στο παραπάνω πλαίσιο λοιπόν μπορεί αναρωτηθεί κανείς τι περιθώρια μπορεί να υπάρχουν για έναν «έντιμο συμβιβασμό» που θα περιέχει πολιτικές αναδιανομής, πεδίο για την παραγωγική ανασυγκρότηση και διευθέτηση του χρέους με τρόπο τέτοιο που θα εξασφαλίζει την μερική έστω ανεξαρτησία της οικονομικής πολιτικής;

avatar
  Subscribe  
Notify of