Με αφορμή την επίσκεψη του πρωθυπουργού στην Ιερουσαλήμ, και το γεγονός ότι κανείς δεν θίγει ούτε και σήμερα το ακανθώδες ζήτημα της ελληνικότητας του Πατριαρχείου και των εντάσεων που προκαλεί στους ντόπιους Παλαιστίνιους, ένα άρθρο που είχα γράψει πριν από πολλά χρόνια για το θέμα αυτό (Απρίλης 2006, στα «Ενθέματα» της κυριακάτικης Αυγής), αλλά που, δυστυχώς, παραμένει επίκαιρο. Πριν από πέντε μέρες μάλιστα ο Πατριάρχης Θεόφιλος απέλυσε τον Αττάλα Χάννα, τον μοναδικό άραβα Αρχιεπίσκοπο μιας Εκκλησίας που είναι εξ ολοκλήρου παλαιστινιακή, αλλά της οποίας η ηγεσία παραμένει, εξ ολοκλήρου και σκανδαλωδώς, ελληνική.

Τάκης Γέρος

 

 b2ap3_thumbnail_alexis-tafos-ena.jpg

 

Οι Παλαιστίνιοι Χριστιανοί και η ελληνικότητα του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων

«Εμείς εδώ έχουμε δύο ιμπεριαλισμούς, τους Σιωνιστές και τους Έλληνες…
Οι Έλληνες ενδιαφέρονται περισσότερο για τη θρησκεία παρά για εμάς».

Κάποια γεγονότα που συνέβησαν στη διάρκεια του φετεινού εορτασμού του Πάσχα στην Ιερουσαλήμ θύμισαν σε όλους ότι η ένταση ανάμεσα στον τοπικό Ορθόδοξο πληθυσμό και την ελληνική ιεραρχία του Πατριαρχείου δεν ανήκει εξ’ ολοκλήρου στο παρελθόν. Έτσι, τη Μεγάλη Πέμπτη (20 Απριλίου) οπαδοί του έκπτωτου πια Πατριάρχη Ειρηναίου πέταξαν φυλλάδια μέσα στην Παλιά Πόλη των Ιεροσολύμων με τα οποία δήλωναν τη συνέχιση της υποστήριξής τους στο πρόσωπό του. Για τους ντόπιους αντιπάλους του Ειρηναίου όμως, δεν επρόκειτο για πραγματικούς οπαδούς του έκπτωτου Πατριάρχη, αλλά για νεαρά άτομα που απλά χρηματίζονται από εκείνον προκειμένου να δημιουργούν με τέτοιες ενέργειες την εντύπωση ότι ο Ειρηναίος απολαμβάνει ακόμα της εμπιστοσύνης ενός μέρους του Παλαιστινιακού Ορθόδοξου πληθυσμού.

Δύο μέρες αργότερα, το Μεγάλο Σάββατο, το Ισραήλ δήλωσε και επισήμως ότι συνεχίζει να θεωρεί τον Ειρηναίο σαν τον νόμιμο Πατριάρχη του Ελληνο-Ορθόδοξου Πατριαρχείου. Έτσι, ενώ η Ελληνική και η Ιορδανική Εκκλησία έχουν αναγνωρίσει εδώ κι ένα χρόνο τον Θεόφιλο ΙΙΙ σαν τον νόμιμο διάδοχο του Ειρηναίου, το Ισραήλ αρνείται πεισματικά να πράξει το ίδιο. Σύμφωνα με τους ντόπιους χριστιανούς, αυτό οφείλεται στο ότι το κράτος του Ισραήλ αλλά και διάφορες εβραϊκές οργανώσεις που επιδιώκουν να εβραιοποιήσουν παλαιστινιακές περιοχές έχουν υπογράψει προσωπικά με τον Ειρηναίο συμφωνίες για την μεταβίβαση γης που ανήκει στο Πατριαρχείο, και άρα η επικύρωση των αγοραπωλησιών αυτών τίθεται τώρα σε κίνδυνο. 
Αν και στα ελληνικά μέσα ενημέρωσης τα γεγονότα αυτά δεν έλαβαν μεγάλη έκταση, όπως έγινε το Πάσχα του 2005 (όταν οι τηλεοράσεις μας αναμετέδιδαν καθημερινά τα τεκταινόμενα στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων και τις διαμάχες ανάμεσα στις διάφορες φράξιες του), επανέφεραν ωστόσο στο προσκήνιο, σε τοπικό επίπεδο τουλάχιστον, τις τεταμμένες σχέσεις των χριστιανών Παλαιστινίων με την Ελληνική Εκκλησία. Αξίζει ίσως λοιπόν να σημειώσουμε κάποια πράγματα σε σχέση με τις εστίες της μόνιμης αυτής έντασης.

Έχει ενδιαφέρον να θυμηθεί κανείς τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάστηκε από τα μέσα ενημέρωσης το ζήτημα του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων πριν από έναν χρόνο και τους βασικούς άξονες γύρω από τους οποίους περιστράφηκε η δημόσια συζήτηση πάνω στο θέμα αυτό. Ήταν σαφές τότε ότι εκείνο που πριμοδοτήθηκε στην σχετική ειδησεογραφία ήταν η κατάχρηση της χρηματικής και έγγειας ιδιοκτησίας του Πατριαρχείου από τον Ειρηναίο και τους συνεργάτες του, ένα ζήτημα που αντιμετωπίσθηκε όμως κυρίως μέσα από μια σκανδαλολογική οπτική. Έτσι, το θέμα αυτό ήρθε να προστεθεί σαν ένα ακόμα επεισόδιο στη σειρά των σκανδάλων που είχαν πλήξει κατά την αμέσως προηγούμενη περίοδο την Ελληνική Εκκλησία και τον προκαθήμενό της.

Εντούτοις, το ζήτημα της ελληνικότητας του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων είτε παρέμεινε στην αφάνεια είτε θεωρήθηκε σαν ένα απροσπέλαστο όριο στο πλαίσιο της δημόσιας συζήτησης που αναπτύχθηκε. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ηγεσίες των δύο μεγαλύτερων πολιτικών κομμάτων, αλλά και αρκετοί διανοούμενοι και σχολιαστές, τόνιζαν τότε συνεχώς, και με έναν μονότονο τρόπο, ότι «το ζητούμενο είναι να μην τεθεί σε κίνδυνο η ελληνικότητα του Πατριαρχείου». Η ηγεσίες των αριστερών κομμάτων από την πλευρά τους, αν και δεν είχαν υιοθετήσει την παραπάνω ρητορική, ωστόσο ούτε και εκείνες εμφανίστηκαν ιδιαίτερα διατεθειμένες να θέσουν υπό συζήτηση ή αμφισβήτηση τέτοιου τύπου παραδοχές.

Δεν συνέβη όμως το ίδιο και στα Ιεροσόλυμα, όπου οι διαμάχες στο εσωτερικό της εκκλησιαστικής ηγεσίας συσχετίστηκαν με άμεσο τρόπο από τους Παλαιστίνιους με το ίδιο το ζήτημα της ελληνικότητας του Πατριαρχείου. Είναι σημαντικό λοιπόν να τονισθεί εδώ ότι η στάση αυτή των Ορθόδοξων Παλαιστινίων, των λαϊκών αλλά και του κατώτερου αραβικού κλήρου, δεν συνιστά ένα πρόσφατο φαινόμενο που συνδέεται μόνο με την κακοδιαχείρηση ή κατάχρηση των οικονομικών του Πατριαρχείου από τον Ειρηναίο. Το παράθεμα στην αρχή του κειμένου αυτού προέρχεται από τα λόγια ενός ντόπιου Ελληνο-Ορθόδοξου και τα οποία καταγράφηκαν στη διάρκεια μιας επιτόπιας ανθρωπολογικής έρευνας στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Ήδη από την εποχή αυτή, αλλά ουσιαστικά κι ακόμη παλιότερα, οι ντόπιοι χριστιανοί θεωρούσαν ότι η ελληνική ηγεσία του Πατριαρχείου είχε τις δικές της επιδιώξεις που απείχαν πολύ από αυτές της, ολοένα και πιο ριζοσπαστικοποιημένης, πλειονότητας του Παλαιστινιακού πληθυσμού. Τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν το Πάσχα του 2005 απλά αποτέλεσαν μια επιπλέον αφορμή ώστε να αναζωπυρωθεί η μακρόχρονη αμφισβήτηση των «πατροπαράδοτων δικαιωμάτων» της Ελληνικής Εκκλησίας πάνω στην Ελληνο-Ορθόδοξη αραβική κοινότητα.

Οι Χριστιανικές Εκκλησίες της Μέσης Ανατολής

Ενδέχεται ακόμη και τα ονόματα που χρησιμοποιούμε εδώ να προκαλούν συγχύσεις. Αν και στη γλώσσα μας οι ανατολικές Εκκλησίες και κοινότητες όπως η Παλαιστινιακή αποκαλούνται «Ελληνο-Ορθόδοξες» (και συνήθως εμφανίζονται σαν Greek Orthodox σε αγγλικά κείμενα), στην αραβική γλώσσα ωστόσο ονομάζονται Ρουμ-Ορθοντόξ. Η παρατήρηση αυτή δεν συνιστά γλωσσικό σχολαστικισμό αλλά συνδέεται άμεσα με το ζήτημα της ταυτότητας του Πατριαρχείου. Το «Ρουμ» σημαίνει ότι οι εκκλησίες αυτές ανάγουν την ιστορική τους καταγωγή στο Βυζάντιο (Ρουμ έιναι η αραμαϊκή και αραβική λέξη για το Ρωμαίος), ότι έμειναν πιστές σε αυτό όταν άλλες χριστιανικές κοινότητες στη Μέση Ανατολή αυτονομήθηκαν ιδρύοντας τις δικές τους «εθνικές εκκλησίες» (όπως, για παράδειγμα, οι Κόπτες στην Αίγυπτο ή οι Σύριο-Ορθόδοξοι στην περιοχή της ιστορικής Συρίας) και ότι ακολουθούν το ίδιο θρησκευτικό δόγμα με «Βυζαντινές» εκκλησίες όπως η Ελληνική. Ταυτόχρονα όμως πρέπει να γίνει σαφές ότι πρόκειται για Εκκλησίες που απευθύνονται σε ένα πλήρως αραβόφωνο ποίμνιο.

Είναι γεγονός ότι ήδη από τον 16ο αιώνα -εποχή κατά την οποία ο Πατριάρχης Γερμανός εκδίωξε τον αυτόχθονα χριστιανικό κλήρο από την εκκλησία για να την μετατρέψει σε ιερό τόπο μόνο για Έλληνες μοναχούς και ιερείς- οι ξένες θρησκευτικές ηγεσίες ενδιαφέρονταν περισσότερο για την διασφάλιση των προνομίων τους στον χώρο αυτόν παρά για τις συνθήκες ζωής των ντόπιων χριστιανών. Η στενή συνεργασία μάλιστα της ιεραρχίας του Ελληνο-Ορθόδοξου Πατριαρχείου με το Οθωμανικό κράτος της επέτρεψε να διατηρήσει την πρωτοκαθεδρία μεταξύ των Εκκλησιών που έδρευαν στους Αγίους Τόπους.

Η μακρόχρονη ένταση ανάμεσα στις αραβικές χριστιανικές κοινότητες της Μέσης Ανατολής και την Ελληνική Εκκλησία οξύνθηκε ιδιαίτερα μετά τον 18ο αιώνα, όταν διάφορες Εκκλησίες, Καθολικές αρχικά και Προτεσταντικές αργότερα, έκαναν την εμφάνισή τους στην περιοχή. Η παροχή από αυτές εκπαιδευτικών αλλά και διαφόρων οικονομικών πλεονεκτημάτων στους πιστούς τους οδήγησε στον «προσηλυτισμό» πολλών Ορθοδόξων στον Καθολικισμό ή στον Προτεσταντισμό στη διάρκεια των τελευταίων αιώνων. Τέτοια ήταν, για παράδειγμα, η περίπτωση της «Ουνιατικής» Ελληνο-Καθολικής («Ρουμ-Καθολίκ») Εκκλησίας που προοδευτικά απέκτησε σημαντική παρουσία στη Συρία, το Λίβανο και την Παλαιστίνη.

Η εμφάνιση της ιδεολογίας του εθνικισμού από τα τέλη του 19ου αιώνα και μετά στην περιοχή επιβάρυνε ακόμη περισσότερο την ήδη τεταμμένη κατάσταση. Αυτού του είδους οι εντάσεις ήταν που οδήγησαν το Ελληνο-Ορθόδοξο Πατριαρχείο Αντιοχείας στο να αυτονομηθεί από την Ελληνική Εκκλησία το 1899, θέτοντας ταυτόχρονα σε εφαρμογή την διαδικασία της πλήρους «αραβοποίησής» του. Πρακτικά, αυτό σήμανε την υιοθέτηση της αραβικής γλώσσας στην θρησκευτική τελετουργία αλλά και την ολοσχερή αραβοποίηση του κλήρου του. Το Πατριαρχείο Αντιοχείας έγινε έτσι το μοναδικό από τα τέσσερα Ελληνο-Ορθόδοξα Πατριαρχεία στη Μέση Ανατολή που υιοθέτησε μια πορεία «ιθαγενοποίησης» (τα άλλα τρία είναι αυτά της Κωσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων, στα οποία μέχρι σήμερα η ελληνική εκκλησιαστική ιεραρχία είναι ελληνική). Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ρωσσική Εκκλησία, που την ίδια εποχή (και ως την επανάσταση του 1917) επιδίωκε να αυξήσει την επιρροή της στον Ορθόδοξο πληθυσμό της περιοχής, κυρίως μέσω της ίδρυσης σχολείων, ακολούθησε επίσης μια έμμεση στρατηγική «ιθαγενοποίησης». Προώθησε δηλαδή την ενίσχυση της αραβικής γλώσσας και ταυτότητας, και όχι της ρωσσικής, μέσα στην εκπαιδευτική διαδικασία, σε μια προσπάθεια να απομακρύνει ακόμη περισσότερο τους αυτόχθονες χριστιανούς από την ελληνική επιρροή. Ταυτόχρονα, η αίσθηση του παραμερισμού του από τις υποθέσεις της εκκλησίας οδήγησε τον τοπικό Ορθόδοξο πληθυσμό στη δημιουργία του Αραβικού Ορθόδοξου Κινήματος, που επιδίωκε να αναλάβει τον έλεγχο της εκκλησίας από εκείνους τους οποίους αντιλαμβανόταν σαν «ξένο ιερατείο».

Το Ισραήλ και η έναρξη του Παλαιστινιακού απελευθερωτικού κινήματος

Ο παράγοντας που περιέπλεξε ακόμη περισσότερο τα πράγματα στα Ιεροσόλυμα ήταν η δημιουργία του κράτους του Ισραήλ, και ιδιαίτερα η κατάληψη από αυτό της Δυτικής Όχθης και της Ανατολικής Ιερουσαλήμ το 1967. Είναι σαφές ότι ο Ελληνικός ανώτερος κλήρος του Πατριαρχείου φάνηκε εξ’ αρχής πρόθυμος να ακολουθήσει την πάγια τακτική της στενής συνεργασίας του με το κράτος, με αντάλλαγμα την παροχή αυτονομίας σ’ ότι αφορούσε τις εσωτερικές υποθέσεις της εκκλησίας, μια τακτική που στην πράξη συνέχιζε την κοινοτική πολιτική του Οθωμανικού μιλλέτ. Αυτό που τώρα όμως διαφοροποιούσε σημαντικά την κατάσταση ήταν η έναρξη του Παλαιστινιακού απελευθερωτικού αγώνα, ο οποίος συνδέθηκε άμεσα με τον ανταγωνισμό ανάμεσα στους Παλαιστινίους λαϊκούς αλλά και τον κατώτερο αραβικό κλήρο και, από την άλλη πλευρά, τον ελληνικό ανώτερο κλήρο. Γιά τους Ελληνο-Ορθόδοξους Παλαιστίνιους η εθνικοποίηση της εκκλησιαστικής ιεραρχίας, καθώς και της γης που ανήκε στην εκκλησία, μετατράπηκε σε σημαντικό τμήμα του εθνικού τους προτάγματος.

Πρέπει να επισημανθεί ότι οι Ελληνο-Ορθόδοξοι Παλαιστίνιοι υπήρξαν ιδιαίτερα δραστήριοι στο πλαίσιο του απελευθερωτικού αγώνα μετά το 1967, και μάλιστα μέσα από τις γραμμές ριζοσπαστικών κομμάτων που δεν ήταν οργανωμένα στη βάση κοινοτικών ταυτοτήτων. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Ζωρζ Χαμπάς, αρχηγός του «Λαϊκού Μετώπου για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης» (και ο οποίος στα τέλη της δεκαετίας του 1960 διεκδίκησε με σοβαρές αξιώσεις την ηγεσία ολόκληρου του Παλαιστινιακού κινήματος από τον Γιάσερ Αραφάτ), αλλά και πολλά μέλη του μαρξιστικού-λενινιστικού αυτού κόμματος, ήταν Ελληνο-Ορθόδοξοι. Παράλληλα, άλλοι, πολιτικά μετριοπαθέστεροι, Ελληνο-Ορθόδοξοι συμμετείχαν σε συμβούλια της Φάταχ. Επιπλέον, οι Ελληνο-Ορθόδοξοι Παλαιστίνιοι, όπως οι Παλαιστίνιοι χριστιανοί εν γένει, είχαν παραδοσιακά πολύ καλύτερες και στενότερες σχέσεις με τους Παλαιστίνιους μουσουλμάνους, συγκριτικά με ότι συνέβαινε σε άλλες χώρες της Μέσης Ανατολής. Μπορεί να αναφερθεί εδώ και το χαρακτηριστικό παράδειγμα της Σούχα, της Ελληνο-Ορθόδοξης συζύγου του ίδιου του Γιάσερ Αραφάτ.

Ο πολιτικός αυτός ριζοσπαστισμός εντάθηκε ακόμη περισσότερο με την έναρξη της πρώτης Ιντιφάντα το 1987 και, σε συνδυασμό με τους ολοένα επιταχυνόμενους ρυθμούς εποικισμού της Δυτικής Όχθης από το Ισραήλ, ανάγκασε την ηγεσία της Ελληνο-Ορθόδοξης Εκκλησίας να αντιταχθεί σε κάποιο βαθμό, και για πρώτη φορά στην ιστορία της, στην κυβέρνηση του Ισραήλ. Εντούτοις, οι σχετικές ενέργειες του τότε Πατριάρχη Διοδώρου δεν μπορούν να θεωρηθούν σαν τομή στην παράδοση της συνεργασίας με τις εκάστοτε κρατικές αρχές, αφού αποτέλεσαν περισσότερο μια συμβιβαστική προσπάθεια προκειμένου να εξισορροπισθεί η πίεση εκ μέρους της Παλαιστινιακής κοινωνίας με τις κατευθύνσεις της Ισραηλινής πολιτικής. Ήδη από την εποχή που ακολούθησε την υπογραφή της Συνθήκης του Όσλο (1993), η αντίληψη ότι το Ελληνικό Πατριαρχείο πουλούσε σημαντικές εκτάσεις γης στους Ισραηλινούς ήταν ευρύτατα διαδεδομένη μεταξύ των Ελληνο-Ορθόδοξων Αράβων. Το 1992 μάλιστα είχε ήδη συσταθεί η Επιτροπή Αραβο-Ορθόδοξης Πρωτοβουλίας με σκοπό να επαναθέσει τα αιτήματα που αφορούσαν στην παλαιστινιακή διεκδίκηση του Πατριαρχείου. Σ’ όλα αυτά προστέθηκαν έντονες κατηγορίες εναντίον του Ελληνικού κλήρου για διαφθορά και δωροδοκία κατά την περίοδο που είχε προηγηθεί της εκλογής του Πατριάρχη Ειρηναίου (2001).

Η κυβέρνηση του Ισραήλ, από την πλευρά της, όλο αυτό το διάστημα επιδίωκε με κάθε τρόπο να αποφύγει την αραβοποίηση του Ελληνο-Ορθόδοξου Πατριαρχείου -πράγμα που έχει ήδη συμβεί στην περίπτωση του Λατινο-Καθολικού Πατριαρχείου της Ιερουσαλήμ –και τον συνεπαγόμενο έλεγχο της πατριαρχικής περιουσίας, ιδιαίτερα της εδαφικής, από τους Παλαιστίνιους. Είναι χαρακτηριστικό ότι αν και οι Ορθόδοξοι Παλαιστίνιοι επιτρέπεται να γίνουν ιερείς, στην πράξη υποχρεώνονται από την ελληνική ηγεσία να παντρευτούν πριν από την χειροτονία τους προκειμένου να μην μπορούν να ανελιχθούν στην εκκλησιαστική ιεραρχία, και άρα να διεκδικήσουν αργότερα το πατριαρχικό χρίσμα. Η πολιτική αυτή είχε ανατραπεί από τους Βρετανούς κατά την διάρκεια της Βρετανικής Εντολής αλλά, αφότου πέθαναν οι δύο Παλαιστίνιοι που είχαν συμμετάσχει για μερικές δεκαετίες στην Αγιοταφική Αδελφότητα, η κυβέρνηση του Ισραήλ, σε συνεργασία με την Ελληνική ιεραρχία, εξασφάλισε ότι κανένας άραβας μοναχός δεν θα έπαιρνε τη θέση τους.

Όλα αυτά όμως λαμβάνουν χώρα μέσα στο πλαίσιο της ραγδαίας επιδείνωσης του βιοτικού επιπέδου των χριστιανών στη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών. Το ποσοστό των Παλαιστίνιων χριστιανών που έχουν ήδη μεταναστεύσει σε δυτικές χώρες είναι κατά πολύ υψηλότερο από αυτό των μουσουλμάνων ομοεθνών τους, αφού η καλύτερη εκπαίδευση που τους παρείχαν τα χριστιανικά σχολεία στο παρελθόν, τα συγγενικά δίκτυα στην δύση, καθώς και το σχετικά υψηλότερο επίπεδο ζωής που παραδοσιακά απολάμβαναν τους επέτρεψαν ή τους ώθησαν σε μια τέτοια επιλογή. Ταυτόχρονα, οι χριστιανοί εκείνοι που έχουν απομείνει στην Παλαιστίνη στερούνται ακόμη και των έστω περιορισμένων παροχών της Χαμάς, τις οποίες απολαμβάνουν οι μουσουλμάνοι ομοεθνείς τους.

Τη στιγμή που το ποσοστό της φτώχειας στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη έχει ξεπεράσει το 65%, η αδιαφορία της Ελληνικής ηγεσίας του Πατριαρχείου για τους αυτόχθονες χριστιανούς και η διασπάθιση της περιουσίας της Εκκλησίας σε ύποπτες συναλλαγές με το Ισραηλινό κράτος, οι οποίες περιλαμβάνουν την πώληση έγγειας ιδιοκτησίας προς αυτό, φαίνονται τουλάχιστον σκανδαλώδεις και προκλητικές στα μάτια τόσο των χριστιανών όσο και των μουσουλμάνων αράβων. Το Ελληνο-Ορθόδοξο Πατριαρχείο άλλωστε είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος ιδιοκτήτης γης μέσα στη Παλιά Πόλη της Ιερουσαλήμ (μετά το κράτος του Ισραήλ), αλλά και ο κάτοχος πολύ σημαντικών εκτάσεων γης σε ολόκληρη την εδαφική επικράτεια του Ισραήλ. Αν αναλογισθεί κανείς ότι η Ισραηλινο-Παλαιστινιακή διαμάχη είναι σε μεγάλο βαθμό επικεντρωμένη στο εδαφικό ζήτημα, είναι εύκολο να γίνει κατανοητό το γιατί τα αισθήματα αυτά απέναντι στην Ελληνική ιεραρχία, τα οποία ήταν ούτως ή άλλως ευρύτατα διαδεδομένα μεταξύ του ντόπιου πληθυσμού και στο παρελθόν, έχουν αποκτήσει πρόσφατα μια νέα δυναμική.

Σ’ ότι αφορά τώρα την απροθυμία των μέσων ενημέρωσης αλλά και της πολιτικής ηγεσίας να δώσουν σημασία στην εμπειρία και τη ματιά των ίδιων των αυτόχθονων χριστιανών, ο καθένας μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματά του. Η εξήγηση πάντως θα μπορούσε εν μέρει να αναζητηθεί στο ότι η κατηγορία του «ιμπεριαλισμού» κατά της Ελλάδας δύσκολα συμβιβάζεται με μια ρητορική και συλλογιστική για τον εαυτό, που συχνά διαπερνά ολόκληρο το πολιτικό φάσμα, και η οποία βλέπει την χώρα αυτή μόνο σαν ένα αδύναμο πιόνι μέσα στον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων.

Τάκης Γέρος

 Απρίλης 2006,  «Ενθέματα» της κυριακάτικης Αυγής

______________________________

[1] Bowman, G. 1993. Nationalizing the Sacred: Shrines and Shifting Identities in the Israeli-occupied Territories. Man 28(3): 431-60 (σ. 443).

[1] ό.π.

[1] Ας σημειωθεί ότι μεγάλο μέρος της νομιμοποίησης και δημοτικότητας της Χαμάς οφείλεται στην παροχή εκ μέρους της διαφόρων υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας, πράγμα που έχει καταστεί ιδιαίτερα σημαντικό μετά την αποδυνάμωση ή και την ουσιαστική καταστροφή της υποδομής της Παλαιστινιακής Αρχής από τις Ισραηλινές επιθέσεις κατά τη διάρκεια της δεύτερης Ιντιφάντα.

[1] Για ιστορικά και κοινωνιολογικά στοιχεία σχετικά με τις χριστιανικές Εκκλησίες και κοινότητες στην Παλαιστίνη αλλά και γενικότερα στη Μέση Ανατολή, βλ. ενδεικτικά, Valogne, J.P. 1994. Vie et Mort des Chretiens d’ Orient: Des Origines a nos Jours (Παρίσι: Fayard), Aburish, S.K. 1993. The Forgotten Faithful: The Christians in the Holy Land. (Λονδίνο: Quartet Books), Courbage, Y. & P. Fargues, 1992. Chretiens et Juifs dans l’ Islam Arabe et Turc (Παρίσι: Fayard), Hopwood, D. 1969. The Russian Presence in Syria and Palestine: Church and State in the Near East 1843-1914 (Οξφόρδη: Clarendon Press), Bowman, G. 1993.: ό.π., Roussos, S. 2004. The Patriarchate of Jerusalem in the Greek-Palestinian-Israeli Triangle: Is there a Place? One in Christ Τομ. 39, 3. Ιούλιος 2004: 15-25, Sabella, B. 1991. Palestinian Christian Emigration from the Holy Land Proche-Orient Chretien, XLI.  

avatar
  Subscribe  
Notify of