Το πρωί της Τρίτης, ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης, Κωνσταντίνος Ζέρβας, σε συνεννόηση με τον περιφερειάρχη Απόστολο Τζιτζικώστα, αποφασίζουν το “σφράγισμα” της Νέας Παραλίας. Αφορμή τα πλάνα ζωντανής σύνδεσης που κυκλοφόρησαν από τον τηλεοπτικό σταθμό OPEN και έδειχναν σε πρώτη ανάγνωση μια μεγάλη μάζα κόσμου να αθλείται και να βγάζει το σκύλο της βόλτα. Ακολούθησαν μια σειρά από ερευνητικές δημοσιεύσεις [1, 2], άρθρα και μαρτυρίες στα social media που αναδεικνύουν την παραποίηση της εικόνας του πλήθους με τεχνικά μέσα από τον τηλεοπτικό σταθμό OPEN. 

Όλα αυτά βέβαια, θα ήταν άλλο ένα συννεφάκι αμφισβήτησης που σε λίγες μέρες θα εξαφανιζόταν, όπως όλες οι αντιδράσεις μέσα σε αυτήν την εσωστρέφεια του εγκλεισμού. Το κρίσιμο εν προκειμένω, είναι ότι την επόμενη ημέρα ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη θέλησε να απαντήσει, σχετικά με την υπερμεγέθυνση του πλήθους και της κίνησης των πολιτών:

Πιο συγκεκριμένα, ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη ερωτήθηκε: «Με αφορμή τις εικόνες που είδαμε σε παραλίες και δεδομένου ότι όσο περνούν οι ημέρες η θερμοκρασία θα ανεβαίνει, φοβάστε επανάληψη του “σκηνικού της ρακέτας”;».

Η απάντηση του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη ήταν η εξής:

”Ο Έλληνας πειθαρχεί; Αν για παράδειγμα οι πολίτες δεν δείξουν την πειθαρχία που πρέπει ποιο είναι το επόμενο στάδιο; Η εμπλοκή των Ενόπλων Δυνάμεων;

Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι πολίτες πειθάρχησαν στη συντριπτική τους πλειονότητα. Η τηλεόραση μεγέθυνε ελάχιστες μειοψηφίες στις παραλίες και στα άλση. Καλά έκανε η τηλεόραση γιατί η πειθαρχία πρέπει να είναι απόλυτη.

Οι πολίτες πειθάρχησαν και πειθαρχούν όταν αντιλαμβάνονται ότι τα προτεινόμενα είναι προς το συμφέρον τους. Είναι υποχρέωση της πολιτείας να τους κάνει να το αντιληφθούν. Το επαναλαμβάνω, μίλησαν απλά, λογικά οι υπεύθυνοι άνθρωποι, εννοώ οι ειδικοί. Μίλησε ως ηγέτης ο πρωθυπουργός. Ψύχραιμα, συνετά, ανθρώπινα. Πείσαμε γιατί επικοινωνήσαμε”.

Ας δώσουμε τώρα έμφαση σε μερικά στοιχεία του λόγου του Υπουργού. Αρχικά, γίνεται σαφές σε δύο σημεία ότι η άποψη του κράτους είναι ότι οι πολίτες πειθάρχησαν στη συντριπτική τους πλειονότητα. Όταν η συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας πειθαρχεί, βρίσκεται στα σπίτια της, βγαίνει μόνο για τα απαραίτητα και σύμφωνα με τις ρυθμίσεις για την απαγόρευση κυκλοφορίας, γιατί το κράτος νιώθει την ανάγκη να δηλώσει ότι η πειθαρχία πρέπει να είναι απόλυτη ;

Μια μετριοπαθής φωνή θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι αυτό γίνεται για να έχουμε το απόλυτο αποτέλεσμα, όπως στην Κίνα παραδείγματος χάριν. Αυτή η μετριοπαθής φωνή ωστόσο, υπό άλλες συνθήκες, θα ανησυχούσε ιδιαίτερα αν διαπραγματευόμασταν την ιδέα της ελευθερίας, με τους όρους που τη διαπραγματεύεται το καθεστώς της Κίνας. Θα ανησυχούσε εξίσου, όσο ανησυχεί σήμερα μια μερίδα πολιτών παρακολουθώντας τα παιχνίδια εξουσίας που στόχο έχουν τον έλεγχο του πληθυσμού με αφορμή… την υγεία του. 

Ο Μισέλ Φουκώ στις διαλέξεις του, την περίοδο 1977-1978, περιγράφει πώς φιλελεύθερες κυβερνήσεις των περασμένων αιώνων, οι κυβερνήσεις της ασφάλειας (les gouvernements sécuritaires), δεν επεδίωκαν τόσο να επιβάλουν μια κατάσταση εξαίρεσης, αλλά να την εκμεταλλευτούν όταν αυτή προκύψει. [1]

Ένα από τα ιστορικά παραδείγματα που ερεύνησε ο Φουκώ, ήταν η περίοδος της ευλογιάς (smallpox), μολυσματικής ασθένειας που εξελίχθηκε στην κύρια αιτία θανάτου τον 18ο αιώνα στην Ευρώπη σκοτώνοντας εκατοντάδες χιλιάδες Ευρωπαίους κάθε χρόνο. Στο πλαίσιο αυτής της ασθένειας εξέτασε το φαινόμενο της βιοπολιτικής, τον έλεγχο του πληθυσμού και την “κανονικοποίηση” (normalization). Σήμερα, έχει ενδιαφέρον να εξετάσουμε την προοπτική του κορονοϊού σαν έναν ιό που θα μπορούσε να εδραιώσει μια προσωρινή μεν κατάσταση εξαίρεσης, με καίριο πλήγμα δε στις ελευθερίες, τα δικαιώματα και εν τέλει των τρόπο ζωής των πολιτών.

Η δήλωση-παραδοχή, του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, ότι τα κανάλια μεγεθύναν τους πολίτες- και καλά έκαναν- πέραν του ότι είναι πολιτικά χυδαία, αναδεικνύει ένα σημαντικό στοιχείο της παραπάνω υπόθεσης. Αποτελεί μια σχετική παραδοχή του γεγονότος, ότι το κράτος έχει συντεταγμένο σχέδιο για την πειθάρχηση των πολιτών, που περιλαμβάνει την παραπληροφόρηση, την εκμετάλλευση και την καλλιέργεια του φόβου, με αφορμή την κατάσταση έκτακτης ανάγκης που έχει κηρυχθεί εν μέσω κορονοϊού παγκοσμίως. 

Όλα αυτά δεν πρέπει να τα κάνει η ελληνική κυβέρνηση, γιατί εάν τα κάνει τότε θα λάβει τη θέση του “κακού”, ενώ στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο “προστάτης” των πολιτων. Όλα αυτά τα παρέχει η ιδιωτική τηλεόραση και φυσικά με το αζημίωτο. Η κυβέρνηση αφού δαπάνησε 11.000.000για ενημερωτική καμπάνια, φρόντισε να χαρίσει 21.000.000€ σε 6 καναλάρχες, καθώς τους απαλλάσσει από την υποχρέωση καταβολής της δόσης των 3,5 εκατ. για τις τηλεοπτικές άδειες για το 2020.

Το ουσιαστικό μήνυμα σε αυτήν τη κίνηση που διαφαίνεται και στο τέλος της απάντησης του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη είναι ότι το κράτος μας δεν επιδιώκει να φανεί ως ένας αυταρχικός μηχανισμός που τιμωρεί και προκαλεί του πολίτες, αλλά ως μια φιλελεύθερη δημοκρατία που εξετάζει κάθε μέτρο για την υγεία των πολιτών της. Με κάθε κόστος, ακόμη και τη στέρηση δικαιωμάτων και ελευθεριών.

Το «Μένουμε Σπίτι» μπορεί να αποτελεί σήμερα τη μόνη ουσιαστική επιλογή, με βάση τα δεδομένα που δημιούργησαν οι μνημονιακές κυβερνήσεις για το Εθνικό Σύστημα Υγείας. Τα μέτρα απαγόρευσης της κυκλοφορίας, αλλά και ρύθμισης, εποπτείας και καθορισμού του τρόπου ζωής των πολιτών, μπορεί να μην ήρθαν για να μείνουν, αλλά η παρουσία τους αποτελεί ένα σκληρό δεδομένο. Το ελληνικό κράτος δοκίμασε και πέτυχε να περιστείλει ελευθερίες, χωρίς την παραμικρή αντίδραση. Το ελληνικό κράτος και οι πολίτες του δημιούργησαν ένα δεδικασμένο, στο οποίο το ελληνικό κράτος διέβη το ρουβίκωνα, και οι πολίτες του προσέφεραν νομιμοποίηση εν μέσω ενός καταιγισμού ειδήσεων και φόβου. Τώρα αν το θελήσει, μπορεί να το ξανακάνει.

Η Ελλάδα ζει τα τελευταία χρόνια την κανονικοποίηση μιας πρωτοφανούς οικονομικής κρίσης. Έχει καταδικαστεί να ζει αδιάκοπα μέσα σε μια κατάσταση ύφεσης και δουλοπαροικίας. Σήμερα, η κρίση του κορονοϊού ανοίγει ένα άλλο κεφάλαιο αυτό της κανονικοποίηση των μέτρων έκτακτης ανάγκης, που άλλες χώρες (βλ. Γαλλία) έχουν κανονικοποιήσει προ ετών, με πρόσχημα την τρομοκρατία.

Η κανονικότητα που μας έταζαν ίσως είναι παρούσα, απλά δεν φοράει τα ρούχα που κάποιοι περίμεναν. 

 

[1] Michel Foucault, Security, Territory, Population (Michel Foucault: Lectures at the Collège de France), Palgrave, 2007 (p. 29-54, 55-86, 255-283)

 

0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments