Το άρθροπου ακολουθεί είναι πολύ σημαντικό γιατί αγγίζει ένα ζήτημα που σπάνια θίγεται: τη συμβολή των πανεπιστημίων και της πανεπιστημιακής γνώσης που προωθειται από ρατσιστές ακαδημαϊκούς υπό τη μορφή έρευνας μέσα από επιστημονικά έντυπα, στην αυξητική τάση του ρατσισμού. Σε μια εποχή που τα φοιτητικά κινήματα, η ελευθερία της σκέψης και της δράσης για βελτίωση της κοινωνίας ποινικοποιούνται με σφοδρότητα από το κράτος και τα ιδιωτικοποιημένα πλέον εκπαιδευτικά ιδρύματα, οι φασιστικές ακροδεξιές απόψεις διαδίδονται ανενόχλητα για να καταστείλουν ιδεολογικά την δυναμική του πιο ζωντανού κύτταρου μιας κοινωνίας: των φοιτητών. Θεωρώ πως οι απόψεις του συγγραφέα αξίζουν να διαδοθούν όχι μόνο γιατί υπογραμμίζουν την έλλειψη επιστημονικής βάσης σε μεθοδολογικό και επιστημολογικό επίπεδο, αλλά γιατί εν τέλει επανατοποθετούν αυτή την τάση που πλασάρεται ως επιστήμη σε ένα πολιτικό πλαίσιο.

του Gavin Evans

Γιατί τα πανεπιστήμια έχουν αποτύχει στο να επικρίνουν ακαδημαϊκούς για την διακύρηξη μιας επίκινδυνης ψευδο-επιστήμης;

Πράγματα που έχω διαβάσει πρόσφατα: ”Η εξέλιξη έκανε τους Ευρωπαίους εξυπνότερους από τους Αφρικανούς λόγω της εποχής των παγετώνων.Υπάρχει ένας γονιδιακός τύπος που κάνει τους υπο-Σαχάριους λαούς λιγότερο έξυπνους. Η φτώχεια οφείλεται σε μια εγγενή χαμηλή νοημοσύνη, γι’ αυτό και οι φτωχότεροι άνθρωποι στην κοινωνία είναι μαύροι. Ο κυριότερος λόγος της κακής κατάστασης της υγείας είναι το χαμηλό IQ, γι’ αυτό η Αφρική υποφέρει. Μολυσματικές ασθένειες που έχουν επηρεάσει τους φαινότυπους των Αφρικανών, τους έχουν κάνει χαζούς. Οι εξυπνότεροι άθρωποι στον κόσμο είναι οι Εβραίοι Ασκενάζι και οι πιο βλάκες οι Βουσμάνοι.”

Μετά την ήσυχη περίοδο που ακολούθησε το Ολοκαύτωμα των Εβραίων, η αρχαία συνήθεια της επιστήμης του ρατσισμού επέστρεψε με θράσος στον 21ο αιώνα, έχοντας προσηλυτίσει κυρίως Βρετανικά και Αμερικανικά πανεπιστήμια.

Η τελευταία τέτοιου είδους έκρηξη, προέρχεται από τον επιστημονικό συγγραφέα Nicholas Wade, που το βιβλίο του με τίτλο ”A Troublesome Inheritance” μας λέει πως η τάση των Αφρικανών να ζουν σε φυλές (όπως και η επιχειρηματικότητα των Άγγλων, ο αυταρχισμός των Ιάπωνων και ο αλκοολισμός των Φιλλανδών) έχει ”γενετική προέλευση” και πως η ”προσαρμογή των Εβραίων στον καπιταλισμό είναι άλλο ένα παράδειγμα της εξελικτικής διαδικασίας”. Ο Wade, παρεμπιπτόντως, επιμένει πως δεν είναι ρατσιστής.

Τα τελευταία χρόνια, υφίστανται τέσσερις διαφορετικές μορφές επιστημονικού ρατσισμού. Στην κορυφή της πυραμίδας βρίσκονται τα βιβλία που προωθούνται έντονα όπως αυτό του Wade και το βιβλίο ” The Bell Curve” των Richard Herrnstein και Charles Murray, που εκδόθηκε το 1990 και θεωρείται η βίβλος αυτού του ”κλάδου”.

Έπειτα ακολουθούν οι αξιόλογες ακαδημαϊκές εφημερίδες που περιστασιακά δημοσιεύουν άρθρα με τέτοιο περιεχόμενο, μόνο και μόνο για να απαξιωθούν μετά την επανεξέτασή τους από ειδικούς (όμως τα μέσα ενημέρωσης δεν δίνουν την ίδια προσοχή στις κριτικές όσο στα πρωτότυπα άρθρα).

Τρίτο, ακολουθεί ένας κλάδος της εξελικτικής ψυχολογίας (evolutionary όχι developmental) που έχει τα φονταμελιστικά της πιστεύω στον γενετικό ντετερμινισμό που περιοδικά εισέρχεται στο έδαφος της φυλετικότητας. Έρευνες σ’ αυτό τον τομέα συχνά δημοσιεύονται στις δικές τους εξειδικευμένες επιστημονικές εφημερίδες και επανεξετάζονται από ακαδημαϊκούς που φερουν τις ίδιες αντιλήψεις.

Τέταρτο, στη βάση της πυραμίδας, βρίσκεται μια ατέλειωτη αλυσίδα από άρθρα και βιβλία που δημοσιεύονται από την εμμονική με τις φυλές δεξιά, που φαίνεται να έχει ανοσία στα αντίθετα επιχειρήματα. Άρθρα από από τους φανατισμένους με την φυλετική επιστήμη, όπως ο καθηγητής εξελικτικής ψυχολογίας στο Ιρλανδικό πανεπιστήμιο Ulster, Richard Lynn, παίζουν τεράστιο ρόλο στην διοχέτευση τέτοιου υλικού στα ανώτερα επίπεδα.

Το κοινό σημείο των τεσσάρων εκφάνσεων του επιστημονικού ρατσισμού είναι ο ρόλος των πανεπιστημίων. Οι μεγάλοι παίκτες στην επιστήμη των φυλών είναι ακαδημαϊκοί με μόνιμη θέση στα πανεπιστήμια, ενώ οι υπόλοιποι διατηρούν καλές σχέσεις με τα πανεπιστήμια που φοίτησαν, γεγονός που δρα άθελά του ως προστατευτική κάλυψη.

Η αντιμετώπιση της ακαδημαϊκής ελευθερίας από τα πανεπιστήμια – το να αφήνει μόνιμους ακαδημαϊκούς στην ησυχία τους και να μην παρεμβαίνει στις έρευνες που δημοσιεύονται- μπορεί να έχει περίεργα αποτελέσματα.

Όταν ο εξελικτικός ψυχολόγος Satoshi Kanazawa που εργάζεται στο London School of Economics, έγραψε στην επιστημονική εφημερίδα British Journal of Health Psychology ότι η εγγενής χαμηλή νοημοσύνη είναι η αιτία της υγειονομικής κρίσης στην υποσαχάρεια Αφρική, το L.S.E. δεν έκανε τίποτα.

Εντούτοις, όταν έγραψε στο Psychology Today ότι η εξέλιξη έκανε τις μαύρες γυναίκες άσχημες, τον επέπληξαν ελαφρά. Το να λες πως οι Αφρικανοί είναι χαζοί σε μια ακαδημαϊκή εφημερίδα φαίνεται πως είναι εντάξει, το να λες όμως πως οι μαύρες γυναίκες είναι άσχημες σε ένα περιοδικό θεωρείται υπερβολικό.

Παραλήρημα και έλλειψη επιστημονικού υπόβαθρου

Όμως τα άρθρα που δημοσιεύονται στις επιστημονικές εφημερίδες δεν έχουν περισσότερη εγκυρότητα από το παραλήρημα που δημοσιεύεται στα περιοδικά. Πάρτε για παράδειγμα το πομπώδες άρθρο μιας ομάδας ανθρωπολόγων από την Utah των Η.Π.Α., που ισχυρίζεται πως οι Εβραίοι Ασκενάζι είναι εγγενώς εξυπνότεροι από όλους τους άλλους λαούς.

Παραδόξως, αυτό συχνά θεωρείται ένας άκακος ισχυρισμός, κατά κάποιο τρόπο διαφορετικός από το να λες πως μια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων είναι λιγότερο έξυπνη,παρόλο που το ένα είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το άλλο.

Αυτό βασίζεται στην άποψη πως οι Ασκενάζι ήταν γενετικά απομονωμένοι, όμως σύγχρονες έρευνες δείχνουν ακριβώς το αντίθετο: μια γενετική έρευνα 19 επιστημόνων ανακάλυψε πως Ευρωπαίες γυναίκες ανήκαν στον ιδρυτικό πληθυσμό των Ασκενάζι, εισηγούμενοι πως οι γάμοι ανάμεσα σε Εβραίους άνδρες και μη- Εβραίες γυναίκες ήταν κάτι πολύ συνηθισμένο.

Τα υπόλοιπα ιστορικά και γενετικά επιχειρήματα έχουν καταρριφθεί από κριτικούς ακαδημαϊκούς, το άρθρο όμως συνεχίζει να χρησιμοποιείται ως πηγή για τη συγγραφή άλλων κειμένων.

Όπως και με όλα τα πρόσφατα παραδείγματα ρατσιστικής επιστήμης, το κύριο ελάττωμά της έρευνας προέρχεται από την κακή χρήση των τεστ νοημοσύνης. Κι ενώ οι απόψεις διίστανται όσον αφορά στο ζήτημα κατα πόσο είναι εγγενής η νοημοσύνη ενός οποιουδήποτε πληθυσμού, υπάρχει πολύ λίγος χώρος για αντιπαράθεση όσον αφορά στη σύγκριση διαφορετικών πληθυσμών.

Ο πρωταρχικός λόγος είναι το ‘Flynn Effect’, που πήρε το όνομά του από τον θεωρητικό της νοημοσύνης Jim Flynn και δείχνει πως η ανθρώπινη νοημοσύνη έχει αυξηθεί τα τελευταία εκατό χρόνια, κάνοντας τα τεστ νοημοσύνης πιο δύσκολα. Αυτό δεν έχει καμία σχέση με τη γενετική αλλά σχετίζεται άμεσα με το περιβάλλον -ιδιαίτερα την έκθεση ενός ατόμου στην αφαιρετική λογική.

Γι’ αυτό το λόγο η νοημοσύνη κάποιων ομάδων έχει αυξηθεί γρηγορότερα σε σχέση με άλλες – οι Ασκενάζι είχαν ως μέσο όρο νοημοσύνης κάτω από το γενικό όριο του 100 στις αρχές του 20ου αιώνα ενώ τώρα είναι κατά πολύ πάνω, ενώ πρόσφατα παρατηρήθηκε πως οι κάτοικοι της Κένυας σημείωσαν την πιο γρήγορη αύξηση. Αυτό καταδεικνύει πόσο επιφανειακή είναι η σύγκριση της νοημοσύνης διαφορετικών φυλών -με πιο ηλίθια αυτή του καθηγητή Richard Lynn που ισχυρίζεται πως ο μέσος όρος ενός Βουσμάνου είναι 54, συμπέρασμα που βασίζεται σε μετρήσεις της εποχής του apartheid.

Ο Lynn επιμένει πως ο κρύος καιρός της Ευρώπης προκάλεσε γενετικές διαδικασίες που ευνόησαν την νοημοσύνη πριν 40, 000 χόρνια. Αυτή η άποψη όμως δεν έχει αντίκρυσμα γιατί πρόσφατες αρχαιολογικές έρευνες δείχνουν πως η τέχνη στα τοιχώματα σπηλαίων όπως και άλλα σημάδια μοντέρνας γνωστικής, βρισκόταν στην ακμή της πριν από 100,000 χρόνια στην Αφρική – ένας ξεκάθαρος δείκτης πως η νοημοσύνη ξεκίνησε να εξελίσσεται πολύ νωρίτερα απ’ ότι πιστεύαμε.

Οι πληθυσμοί ανθρώπων έχουν σίγουρα εξελιχθεί με ποικίλους τρόπους (χρώμα δέρματος, εθνικές αρρώστειες, δυσανεξία λακτόζης κ.λ.π.) αλλά αυτά συνήθως περιλαμβάνουν την μετάλλαξη ενός συγκεκριμένου γονιδίου. Η νοημοσύνη έχει να κάνει με δίκτυα χιλιάδων τέτοιων γονιδίων.

Παρά τη βαρύτητα αυτών των τεκμηρίων, φαίνεται πως η δημοσίευση άρθρων και βιβλίων που διακυρήσσουν τον επιστημονικό ρατσισμό θα συνεχίσει, όπως και η έκθεσή τους σε ένα κλίμα ενημέρωσης που αρπάζεται από ισχυρισμούς διαφορετικότητας βασισμένους στη διαστρεβλωμένη πίστη πως η γενετική μπορεί να εξηγήσει την ανθρώπινη συμπεριφορά.

Αυτό που έχει αλλάξει είναι πως στο παρελθόν ο επιστημονικός ρατσισμος είχε βρει θερμή αντίσταση, ιδιαίτερα στους ακαδημαϊκούς κύκλους. Όταν ο Arthur Jensen δημοσίευσε το πολύ γνωστό πλέον άρθρο του αναφερόμενος στην νοημοσύνη των Αφρο-Αμερικανών στο Harvard Educational Review το 1969, αντιμετωπίστηκε με 29 ακαδημαϊκές απαντήσεις που αντέκρουαν τα επιχειρήματά του και ένα κύμα φοιτητικών διαδηλώσεων που οδήγησε την εφημερίδα στη διακοπή της εκτύπωσης του τεύχους και στην άρνηση να δώσει βήμα στον Jensen για να απαντήσει στις κριτικές.

Το 1994 όταν δημοσιεύθηκε ένα κεφάλαιο από το ”The Bell Curve” στο περιοδικό The New Republic, το προσωπικό απείλησε τον εκδότη Andrew Sullivan με μαζική παραίτηση και ικανοποιήθηκε μόνο όταν ο ίδιος συμφώνησε να δημοσιεύσει άρθρα 19 συγγραφέων που εξέθεταν αντίθετα επιχειρήματα, ενώ μεγάλος αριθμός ακαδημαϊκών έκαναν κομμάτια τους ισχυρισμούς του βιβλίου.

Εν αντιθέσει το 2014 η έκδοση του βιβλίου ”A Troublesome Inheritance” αντιμετωπίστηκε με την τοποθέτηση του συγγραφέα στο εξώφυλλο του περιοδικού The Spectator και με μια διασκεδαστική συνέντευξή του με τον Jeremy Paxman στο Newsnight Review.’Εξι μήνες αργότερα 139 από τους καλύτερους θεωρητικούς στην εξελικτική ψυχολογία σε διεθνές επίπεδο, συνυπέγραψαν επιστολή που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα New York Times, αναιρώντας τα επιχειρήματα και τα συμπεράσματα του Wade, όμως ήταν ήδη αργά.

Η συνέπεια της μη-αμφισβήτησης αυτών των απόψεων άμεσα και δυναμικά, είναι ανησυχητική σε πολλά επίπεδα πέραν της κακής πρακτικής της επιστήμης.Θα αναφέρω μόνο ένα: εάν τα άτομα που διαμορφώνουν άποψη διαβάζοντας όλα αυτά, φτάσουν στο σημείο να αποδεκτούν πως οι φτωχοί Αφρικανοί (ή ο οποιοσδήποτε φτωχός) είναι φτωχοί λόγω εγγενούς βλακείας, τότε ίσως συμπεράνουν πως είναι άσκοπο να προσπαθήσουμε να διορθώσουμε τη ζημιά -μια προκατάληψη που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα μας οδηγήσει πίσω στην εποχή της δουλείας και ακόμα πιο πέρα.

Με δικά τους λόγια

”Είμαστε το ίδιο είδος, όπως ένα poodle και ένα beagle ανήκουν στο ίδιο είδος. Αλλά τα σκυλιά ράτσας poodle είναι γενικότερα πιο έξυπνα από τα beagle και τα beagle έχουν καλύτερη όσφρηση”
Andrew Sullivan, Race and IQ. Again, 2013.

Φοβάμαι για το μέλλον της Αφρικής, αφού όλες οι πολιτικές μας βασίζονται στο γεγονός πως η νοημοσύνη τους είναι ίδια με τη δική μας- όμως οι μετρήσεις λένε πως αυτό δεν είναι αλήθεια

James Watson, αναφέρθηκε στην εφημερίδα The Sunday Times, 2007.

”Οι άνθρωποι σε κοινωνίες με περισσότερη ισότητα και ευημερία ζουν περισσότερο και είναι πιο υγιείς, όχι επειδή είναι πλουσιότεροι ή έχουν ισότητα αλλά επειδή είναι πιο έξυπνοι”.

Satoshi Kanawawa, από το άρθρο ‘Mind the gap… in intelligence: re-examining the relationship between inequality and health’, δημοσιεύθηκε στην επιστημονική εφημερίδα British Journal of Health Psychology, το 2006.

Ο Gavin Evans διδάσκει εξελικτική ψυχολογία στο Birkbeck College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου

Μετάφραση: BlackCat

Πηγή:The New Internationalist

0 0 vote
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments