Πόλα Πρόκτορ και Γουάιτ Τζος

Ένα άλλο είδος βλέμματος-συνόρου έχω νιώσει να πέφτει πάνω μου στην Αθήνα, αν και από άλλη σκοπιά, του φύλου: Γιατί είναι κοπέλα στην παρέα; Γιατί μιλάει στη συνέλευση; Γιατί διαφωνεί μαζί μας; Γιατί έχει άποψη δική της; Γιατί κάνει “κάτι” που δεν θέλουμε ή δεν είναι στο ρόλο της να κάνει; Γιατί κάνει «ενοχλητικές ερωτήσεις» και δεν μας λέει ότι είμαστε απλά «γαμάτοι»;

Εισαγωγή

Το παρακάτω κείμενο προέκυψε από την ανταλλαγή email ανάμεσα στο Γουάιτ Τζος και την Πόλα Πρόκτορ, κατά τη διάρκεια της συμμετοχής τους στο πρώτο κοινοτικό μάθημα σχετικά με τη διαθεματικότητα, που έγινε στην Αθήνα την άνοιξη του 2019. Επιλέξαμε να διερευνήσουμε, κυρίως βιωματικά, τον τρόπο με τον οποίο η διαθεματικότητα έχει ή μπορεί να έχει εφαρμογές στο δικό μας συγκείμενο και να «παίξουμε» με το προνόμιο και την καταπίεση που εντοπίζουμε – ή που μας κρύβεται – στη δική μας ζωή. Ταυτόχρονα ίσως προσθέτουμε μερικές ακόμα στάσεις στο χάρτη διαδρομής των εννοιών που ταξιδεύουν.

Γνωρίζοντας το Άλλο

Γουάιτ Τζος: Θυμάσαι πότε ήταν η πρώτη φορά που συνειδητοποίησες ότι υπάρχουν άνθρωποι που «δεν είναι από την Eλλάδα» ή που «δεν μιλάνε ελληνικά»; Αν ναι, πότε ήταν, σε τι ηλικία, πώς συνέβη η συνειδητοποίηση αυτή; Με ποια αφορμή προέκυψε;

Σκέφτομαι την εσωτερικευμένη εικόνα που έχουμε για αυτό που θεωρούμε «ξένο», για το Άλλο, την Άλλη, τον Άλλον, την εικόνα του «ξένου», πώς μας την χτίζουν για το τι «είναι» (νομίζουμε ότι είναι) η Άλλη σε σχέση με «εμάς» – και πώς αυτό επηρεάζει τη στάση μας όταν πρωτογνωρίζουμε κάποιο άτομο. Και πιο ειδικά, όταν γνωρίζουμε ένα άτομο σε μέρος που δεν το περιμένουμε, σε συγκείμενο που δεν το περιμένουμε, σε ρόλο διαφορετικό από αυτό που είχαμε προδιαμορφώσει για κείνο, ή κάποιο «σαν
εκείνο». Το βλέμμα πολλών ανθρώπων στην Aθήνα όταν είναι κάποιο άτομο μη-λευκό σε μια παρέα μού χτυπάει έντονα: σαν να απορούν, σαν να ψάχνουν απαντήσεις για το «γιατί είναι εδώ». Το βλέμμα γίνεται σαν σύνορο. Συμβαίνει συχνά στην πολυκατοικία που μένω όταν είμαι με φίλες WOC (σημ.: εγχρωμες γυναίκες), βλέμματα και σχόλια από μια κυρία, ιδιοκτήτρια διαμερίσματος που μένει στον από κάτω όροφο. Και ενώ τις έχω συστήσει πολλές φορές τις φίλες αυτές όταν την πετυχαίνουμε στην είσοδο ή στο ασανσέρ, κάθε φορά που τις συναντά π.χ. στην είσοδο της πολυκατοικίας, το ίδιο σενάριο, σαν να μην πρέπει να είναι εκεί. Τις βομβαρδίζει με καχυποψία και «τι θέλεις εδώ;» ή «ποιά είσαι εσύ;». Το βλέμμα γίνεται λόγια-σφαίρες. Σήμερα το ίδιο έγινε. Πρόσφατα έμαθα ότι λέει «ξένες» και εμάς που δεν μας ανήκουν τα διαμερίσματα στα οποίο μένουμε, δεν είμαστε ιδιοκτήτριες αλλά νοικάρισσες. Ένα άλλο είδος βλέμματος-συνόρου έχω νιώσει να πέφτει πάνω μου στην Αθήνα, αν και από άλλη σκοπιά, του φύλου: Γιατί είναι κοπέλα στην παρέα; Γιατί μιλάει στη συνέλευση; Γιατί διαφωνεί μαζί μας; Γιατί έχει άποψη δική της; Γιατί κάνει «κάτι» που δεν θέλουμε ή δεν είναι στο ρόλο της να κάνει; γιατί κάνει «ενοχλητικές ερωτήσεις» και δεν μας λέει ότι είμαστε απλά «γαμάτοι»; Μου δίνει δύναμη η έκφραση «feminist killjoy» της Sara Ahmed, το ατομάκι που θα σκοτώσει τη χαρά στο γλέντι της «τελειότητας»…

Όταν το βλέμμα είναι σαν να σου λέει «δεν ανήκεις εδώ» κάτι «δεν πάει καλά» σε αυτήν την εικόνα
Ποιες είναι μερικές πιθανές εξηγήσεις;
A. είσαι «κουλ τυπάκι»
Β. Είσαι δυναμικό άτομο (τύπου στερεότυπο «the strong black woman»)
Γ. Είσαι εξαίρεση στον κανόνα ( «εσύ δεν είσαι σαν τους άλλους» )
Δ. Βλέμμα φιλανθρωπία, σαν να είσαι καημένο

Στο πανεπιστήμιο είχα μια αγαπημένη καθηγήτρια από τη Γκάνα. Δίδασκε και ήταν τότε διευθύντρια σε πρόγραμμα Women’s Studies. Μας μιλούσε με παραδείγματα από το δικό της βίωμα για να μας κάνει ορατό το ρατσισμό και σεξισμό που αντιμετωπίζει ως woc στις ηπα. Μια φορά μας είπε για περιστατικό που ήταν στο σούπερ μάρκετ με μια φίλη της λευκή και το παιδί της φίλης της. Όταν πήγαν να πληρώσουν στα ταμεία έδινε η ταμίας τις σακούλες σε εκείνη (την καθηγήτριά μας) για να κουβαλήσει, υποθέτοντας ότι δούλευε ως υπηρεσία για τη λευκή της φίλη, ή ότι ήταν νταντά του παιδιού.

Οι ρατσιστικές αντιλήψεις δεν έρχονται πάντα με επιθετικότητα. Μερικές φορές είναι από συνήθεια. Συνήθεια των ρατσιστικών συμπεριφορών, ρόλων, αναμενόμενων εικόνων. Έχεις δεις ποτέ Μαύρη γυναίκα στο περιβάλλον σου να είναι καθηγήτρια, να είναι ζωγράφος, να είναι συγγραφέας, λογίστρια, θεραπεύτρια, μαθηματικός κ.ο.κ.; Γνωρίζεις την συνεισφορά των Μαύρων γυναικών παγκοσμίως, τα επιτεύγματά τους, τη δουλειά τους, την προσφορά τους στον κλάδο σου; Ή αγνοούμε την ύπαρξή τους;

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι-κατά έναν τρόπο-υπάρχει ένα είδος ρατσισμού που προέρχεται από έλλειψη φαντασίας; Φαντασίας μιας κοινωνίας χωρίς σχέσεις άνισης εξουσίας και δύναμης, χωρίς εκμετάλλευση, χωρίς σύνορα;

Ή μήπως δεν έχει σχέση η φαντασία και είναι κάτι άλλο; Έλλειψη να δεις μια γυναίκα διαφορετική από σένα ίση με σένα, με δικαιώματα σαν εσένα, λόγο σαν εσένα…; Ο μισογυνισμός είναι ένα μεγάλο ζήτημα, και μεταξύ γυναικών, πόσο μάλλον όταν υπάρχουν σύνορα μεταξύ γυναικών με διαφορετικές εμπειρίες, προνόμια, καταπιέσεις…

Γιατί είναι τόσο δύσκολο να φανταστούμε άλλους ρόλους, άλλες πραγματικότητες από αυτές; Στις οποίες έχουμε συνηθίσει;

Συχνά νιώθω καχυποψία από τον περίγυρο όταν είναι ορατοί και ορατές άνθρωποι που διασχίζουν όρια φυλετικά, φύλου… και όχι μόνο… Καχυποψία στην προσπάθεια να δημιουργούμε κοινούς χώρους, μεικτές ομάδες, συγκατοικήσεις πέρα από αυτές που είναι ήδη υπαρκτές ή φανερές… Συχνά αναρωτιέμαι επίσης για τη σχέση που υπάρχει προς το Άλλο ως love-hate relationship. Πολλές φορές μπορεί ταυτόχρονα να εξιδανικεύεται ή και να καταπατείται η Άλλη (σκέφτομαι εδώ το σύνθημα «Ούτε Πουτάνα, Ούτε Αγία»). Είναι μια κατάσταση ποτισμένη με mixed messages.

Θα μοιραστώ ένα παράδειγμα από τα παιδικά μου χρόνια. Όταν ήρθα Ελλάδα το 1999 παρατηρούσα από τη μία ένα fascination για το ότι ζούσα παλιά στην Αμερική, και από την άλλη υπήρξαν στιγμές που η Αμερική ήταν κάτι που με στιγμάτιζε αρνητικά.

Στο σχολείο στην 5η δημοτικού με φώναζε κάποια στιγμή ένας συμμαθητής «κωλοαμερικάνα» στα διαλείμματα. Και εγώ να μην μπορώ τότε -10 χρονών- να καταλάβω γιατί, από πού προέκυπτε,
και τι σήμαινε να με φωνάζουν έτσι, ειδικά ως παιδί ντροπαλό τότε (ως «new kid») και χωρίς να μιλάω καλά καλά ελληνικά. Αναρωτιόμουν τι είχα κάνει για να μου μιλάει έτσι.

Χρόνια αργότερα έκανα connect the dots και θυμήθηκα ότι εκείνη την εποχή έγινε και η επίσκεψη Κλίντον στην Αθήνα…

Ο γενικευμένος αντιαμερικανισμός ως φαινόμενο στην Eλλάδα νομίζω έχει παίξει έναν σημαντικό ρόλο στο να αποσιωπείται η ταξικότητα της κάθε κοινωνίας, το ότι είτε Ελλάδα είτε Η.Π.Α., δεν είναι κανένας «λαός» ενιαίος, δεν είναι όλοι και όλες και όλα το ίδιο. Υπάρχουν διαφορετικές τάξεις, φύλα, φυλές, σεξουαλικότητες, εμπειρίες, κοινωνικές θέσεις, από τις οποίες ζεις σε ένα μέρος, το οποίο δεν είναι το ίδιο μέρος για όλους όλες όλα που κατοικούν εκεί.

Το πιο δυνατό μάθημα δικό μου σε σχέση με τη φυλή ήταν όταν βρέθηκα να είμαι φυλετικά μειονότητα εγώ, από τα λίγα λευκά άτομα σε ένα χώρο. Έζησα για πέντε μήνες στη Δυτική Αφρική, στην Γκάνα ως φοιτήτρια κάνοντας ένα εξάμηνο των σπουδών μου εκεί. Εκεί έμαθα πραγματικά τι σημαίνει «σαν μύγα μέσα στο γάλα», το να είναι υπερ-ορατή ως Άλλη, αν και ταυτόχρονα προνομιούχα Άλλη στο συγκείμενο εκεί, να είσαι από τη Δύση, θεωρείσαι αυτόματα πλούσιος ή πλούσια αν ζεις στη δύση, αυτόματα λόγω της γεωγραφικής σου θέσης, του διαβατηρίου σου, αλλά και της φυλής, η εικόνα σου και η θέση σου ως Άλλη συνδέονται με την ιστορία της αποικιοκρατίας.

Η συγκάτοικός μου στη Γκάνα ήταν Αμερικανογκανέζα και μιλούσαμε για ώρες για τις εμπειρίες μας έχοντας μεγαλώσει στην Αμερική από μη-Αμερικανούς στην καταγωγή γονείς. Ήταν από τα λίγα άτομα που αισθάνθηκα καταλάβαιναν το βίωμά μου με ό,τι «περιπλοκότητα» που έφερνε την περίοδο εκείνη. Κατά τα άλλα δεν είναι λίγες οι φορές που άκουγα «you don’t sound greek» όταν απαντούσα στο ερώτημα «από πού είσαι;». Εκείνη τη περίοδο πήρα ένα μεγάλο μάθημα στο να μιλάς από το βίωμα. Έμαθα πολλά από φίλες που μοιράστηκαν βιώματά τους μεταξύ τους (και με μένα) για το τι σήμαινε για κείνες να μεγαλώνουν ως Μαύρες γυναίκες στην Αμερική. Χωρίς να έχω ψάξει/μάθει τότε για Μαύρο Φεμινισμό (το 2009 αυτό), η χειρονομία τους και επιλογή να μιλήσουν από το βίωμά τους σε μια ταινία ντοκιμαντέρ, να δηλώσουν αυτά που έζησαν/ζουν ανοιχτά και δημόσια και τόσο ξεκάθαρα. Ήταν καθοριστικής σημασίας για μένα να είμαι μάρτυρας μιας τέτοιας συλλογικής διαδικασίας και με βοήθησε να δω δικές μου εμπειρίες που ως τότε δεν μπορούσα εύκολα να αρθρώσω. Τις είμαι ευγνώμων.

Πόλα Πρόκτορ: Στο χωριό μου, ένα αρκετά μεγάλο χωριό στα βορειοανατολικά της Πελοποννήσου, οι πρώτοι Ξένοι που εμφανίστηκαν (και χρησιμοποιώ συνειδητά το αρσενικό γιατί στην αρχή ήταν μόνο άντρες) ήταν Αλβανοί χωρίς χαρτιά, όταν εγώ πήγαινα στο δημοτικό. Το χωριό είναι σε γενικές γραμμές αρκετά αγροτικό, τα περισσότερα σπίτια έχουν κτήματα με ελιές τις οποίες μαζεύουν. Χαρακτηριστική ανάμνηση από το πρώτο πρώτο διάστημα–δε θυμάμαι ακριβώς πόσων χρονών ήμουν– είναι Έλληνες, άντρες (ντυμένοι συνήθως με στολές παραλλαγής οι οποίες προτιμώνται για αυτή τη δουλειά λόγω της ανθεκτικότητάς τους) και γυναίκες, μέσα σε αγροτικά αυτοκίνητα να σταματούν στην πλατεία του χωριού και να διαλέγουν εργάτες. Δε θυμάμαι να ακούω τους εργάτες γης να μιλάνε, θυμάμαι όμως έντονα τις συζητήσεις του παππού μου με τη γιαγιά και τον πατέρα μου ως προς τα μεροκάματα, καθώς και το γεγονός ότι θεωρούνταν καλοί εργοδότες γιατί έφτιαχναν πάντα φαγητό όχι μόνο για εκείνους
(τους ‘Ελληνες αφεντικούς) αλλά και για τους εργάτες, και έτρωγαν μαζί την ώρα του διαλείμματος στο χωράφι.

Στο χωριό ο Άλλος ήταν “ο Αλβανός”, που σιγά σιγά έγινε ο “Αντρέας ο Αλβανός” (ελληνοποιημένο όνομα, όχι το πραγματικό), και τώρα, πάνω από 20 χρόνια μετά, είναι καμιά φορά σκέτο “ο Αντρέας”. Οι γυναίκες, που ήρθαν αρκετά μετά, δεν υπήρξαν σχεδόν ποτέ για τη ζωή του χωριού υποκείμενα αυτόνομα αλλά μέρος της φαμίλιας και κατ’ επέκταση του εργατικού συνεργείου, του δικού τους Αλβανού. Κι’ αυτό ήταν τόσο έντονο, που νομίζω πως μπορώ να θυμηθώ μόνο μια γυναίκα, μητέρα συμμαθητή μου, που φαίνεται να αναγνωρίστηκε ως η κουβαλήτρια. Αναγνώριση που συνοδεύτηκε με οίκτο και κουτσομπολιά γύρω από το σύζυγό της.

Γουάιτ Τζος: Συχνά, όταν είσαι/σε αντιλαμβάνονται ως «λευκό/ λευκή» και είσαι με άτομο «μη λευκό», πάλι δέχεσαι (αυτό) το βλέμμα.

Σαν να απορούν τα μάτια τους
με την επιλογή σου αυτήν
να κάνεις παρέα με άνθρωπο από «άλλη φυλή»
ενώ ξέρουμε ότι οι ρίζες όλων μας
είναι στην Αφρική

Σκέφτομαι εδώ το κείμενο που είχε βάλει η Άννα στον τοίχο σε ένα από τα προηγούμενά μας μαθήματα, το κείμενο για την Ida Wells και το λιντσάρισμα των μαύρων αν είχαν σχέσεις με λευκές γυναίκες, ακόμη και αν τις κοίταγαν ή τις σφύριζαν. Μην και «λερώσουν» την παρθένα «καθαρή» γυναίκα «τους», που τους ανήκει, στη «φυλή τους» τη λευκή. Που κατά τα άλλα όμως την έχουν για «αμαρτωλή», «βρώμικη» Εύα.

Mixed messages,
συνταγή για να σπάσει το μυαλό.

H “ξενή-τιδα” είναι κάτι που κολλάει από ό,τι φαίνεται. Αν με πιάσεις μεταδόθηκε. Και άλλο τόσο αν σ’ αγγίξω και ‘γω.

Αντιρατσισμός, αντισεξισμός και άλλα δαιμόνια: Η κατάτμηση της πραγματικότητας σε μικρές καταπιέσεις

Γουάιτ Τζος: Στο «χώρο» (πολιτικό/κινηματικό ή/και καλλιτεχνικό) έχω νιώσει μεγάλες και βαριές τις ταμπέλες «αντιρατσιστής», «αντιφασίστας» (πιο πρόσφατα άρχισε να μπαίνει λίγο το «αντισεξιστής») κτλ. Αισθάνομαι ότι οι ταμπέλες αυτές συχνά κρύβουν (ή και αποφεύγουν) δύσκολες συζητήσεις όπου χρειάζεται να αναγνωρίζουμε τις ταυτόχρονες καταπιέσεις και προνόμια που φέρνουμε, και πως αλλάζουμε από συγκείμενο σε συγκείμενο. Συζητήσεις που περιέχουν το τραύμα, την κακοποίηση, την εκμετάλλευση, την αδικία, ακόμη και μέσα σε κινηματικούς και αλληλέγγυους χώρους. Οι καταπιέσεις και τα προνόμια υπάρχουν σε κάθε χώρο. Τις κουβαλάμε ιστορικά. Πώς αρχίζουμε να τα αναγνωρίζουμε: τι τα κάνουμε όταν συνειδητοποιήσουμε ότι –θέλουμε δε θέλουμε– είναι εκεί;

Μερικές φορές αναρωτιέμαι τι θα σήμαινε αν π.χ. αντί να δηλώνεται κάποι@ «αντιρατσιστής» ή «αντι-ρατσίστρια» το έθετε κάποι@ περισσότερο ως ερώτημα, παρά ταυτότητα-δήλωση. Είμαι; Μπορώ να είμαι/γίνω με ευθύνη και δέσμευση; Και αν ναι, τι θα συμπεριλάμβανε αυτό, ως καθημερινή ζωή και στάση ζωής; Τι δεν θα συμπεριλάμβανε;

Πολλές φορές οι προκηρύξεις που διαβάζω μού γεννούν διάφορα ερωτήματα:Τι σημαίνει «αντιρατσισμός» ή «αντισεξισμός» για τα άτομα που χρησιμοποιούν τις λέξεις αυτές; Πώς συζητάμε για προνόμια και καταπιέσεις με έναν τρόπο κριτικό (critical) αλλά ταυτόχρονα context-specific; (σημ.: context specific σημαίνει σχετικό με το συγκειμενο) Τι σημαίνει το να μιλάς για αντιρατσιστικό φεστιβάλ (π.χ.) αλλά να έχεις stage για έλληνες και stage για μετανάστες; ‘Ή να αντιμετωπίζονται αλλιώς γυναικείες οργανώσεις μεταναστριών και αλλιώς οι οργανώσεις που ηγούνται άντρες;

Θυμάμαι την περίοδο 2013-2015 στην κατάληψη του Θεάτρου Εμπρός πόσος κόσμος δεν έμπαινε ποτέ στον κόπο να μάθει ονόματα ανθρώπων που ήταν μετανάστες και που συμμετείχαν καιρό στο χώρο. Ένα φίλο από τη Συρία έμαθαν το όνομα αφού έγινε «γνωστός» στο χώρο αφού τον έπιασαν σε επιχείρηση ξένιο δία και ήταν κρατητήρια 1 βδομάδα. Τότε έγινε στα μάτια τους «ήρωας», «αγωνιστής» με τον τρόπο που το αντιλαμβάνονταν πολλά άτομα στο χώρο. Κατά τα άλλα αδιαφορία, σνομπισμός υπόγειος ρατσισμός. Τι σημαίνει οι συνελεύσεις να είναι κυρίως στα ελληνικά όταν θέλουν να θεωρούν ότι είναι αντι-ρατσιστικός χώρος;

Η αδιαφορία μπορεί να θεωρηθεί μορφή ρατσισμού;
Το αρχικό μου ένστικτο μου λέει πως ναι.

Πόλα Πρόκτορ: Μου άρεσε πολύ η εικόνα που ζωγράφισες για το βλέμμα πάνω σε αυτό που δεν ταιριάζει, όπως την έχεις εσύ βιώσει. Επίσης πολύ δυνατή η εμπειρία σου από τον πρώτο καιρό σαν καινούριο παιδί στο σχολείο. Και πολύ δύσκολη και στενάχωρη, φαντάζομαι. Τι ήταν, αν μπορείς να ξεχωρίσεις κάτι, αυτό που ίσως βοήθησε τελικά στη συνύπαρξή σου μέσα σε αυτό το πλαίσιο, αν αυτή επιτεύχθηκε; Και διαβάζοντας το παρακάτω ερώτημά σου, «Η αδιαφορία μπορεί να θεωρηθεί μορφή ρατσισμού;» σκεφτόμουν αν σε εκείνη τη στιγμή θυμάσαι να βιώνεις εσύ σα ρατσισμό την αδιαφορία των συμμαθητών σου να καταλάβουν την πολυπλοκότητα της εμπειρίας σου, την αδιαφορία των ενηλίκων ως προς το τι συμβαίνει στις παρυφές της διδακτικής τους ώρας. Με έχει δυσκολέψει συχνά, σε διάφορων ειδών επαφές που έχω με εκπαιδευτικούς, κάτι το οποίο εγώ ερμηνεύω σαν προστατευτική οριοθέτησή τους και που μεταφράζεται στην τάση τους να αγνοούν όσα πράγματα πιστεύουν ότι δεν επηρεάζουν τη διδακτική τους ώρα. Σε συζητήσεις μαζί τους για φύλο, μετανάστευση και βία προκύπτουν συχνά είτε απλουστεύσεις και γενικεύσεις, που «σβήνουν» όσα παιδιά δεν εντάσσονται επαρκώς σε αυτές, είτε έντονη άρνηση να αντιμετωπίσουν τα παιδιά ως ολότητες, που έχουν ζωές έξω από το σχολείο και που μπορεί να καταπιέζονται πολλαπλά μέσα σε αυτές.

Νομίζω επίσης πως η αδιαφορία αυτή, που στα μάτια μου είναι από τις πιο διαπεραστικές μορφές διάκρισης, συμπληρώνεται από τη βαθιά πεποίθηση ότι κάθε ενσώματη και βιωμένη εμπειρία του Άλλου (πρέπει να) είναι παρόμοια με τη δική μας. Κάπως σα μια προέκταση της παιδικής βεβαιότητας ότι όλες οι οικογένειες είναι σαν τη δική μας, η οποία υπάρχει είτε οι οικογένειές μας είναι υποστηρικτικές, είτε βίαιες, είτε αδιάφορες, είτε πολύπλοκες κτλ.

Γουάιτ Τζος: Επιστρέφω στο ερώτημα «Η αδιαφορία μπορεί να θεωρηθεί μορφή ρατσισμού;» Για μένα σίγουρα ναι. Και όπως το είπες, αφορά και τη στάση ενήλικα (είτε δασκάλου-δασκάλας είτε γονιού, αλλά και ευρύτερα ενηλίκων) προς παιδί, ειδικά όταν αυτό το παιδί προέρχεται από «άλλο» περιβάλλον, ό,τι και αν σημαίνει αυτό. Όταν αλλάζει σχολείο ένα παιδί, πώς το υποδέχεται η τάξη, το σχολείο, διδάσκαλοι-ες; Τι «παίρνουμε δεδομένο» σχετικά με αυτά; Όταν βρέθηκα εγώ στη θέση της ξένης 10 χρονών ήταν πολύ τραυματικό. Ακόμη και σήμερα το επεξεργάζομαι σε πολλά επίπεδα, τι σήμαινε, τι ήταν αυτή η εμπειρία, πώς με έχει καθορίσει, σχηματίσει, και στοιχειώσει πολλές στιγμές.

Στην αρχή της εφηβείας μου κάποια στιγμή, στα 10-12 χρόνια μου, άρχισα να λέω πως είχα όνειρο να γίνω υπουργός παιδείας για να αλλάξω το σύστημα εκπαίδευσης. Τώρα κάπως γελάω τρυφερά με αυτήν την εικόνα. Θα μπορούσαμε να αναλύσουμε για ώρα τι σήμαινε αυτός ο συνειρμός τότε για την παιδική μου εαυτή, αλλά κρατώ ότι ως παιδί ήθελα όχι μόνο να βγω από αυτήν την κατάσταση (πολλές φορές έλεγα ότι θα γυρίσω μόνη μου στην Αμερικη – άλλο θέμα το τι προέκυψε όταν όντως το έκανα), αλλά να προσπαθήσω να μην περάσει άλλο παιδί από τη βία που λέγεται ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Να μην βιώσει άλλο παιδί την ταπείνωση και την μοναξιά που έζησα εγώ εκείνα τα χρόνια.

Σε δεύτερο επίπεδο, σκέφτομαι πώς το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα αποξενώνει τα παιδιά, και ας μην είναι/θεωρούνται ήδη «ξένα». Με ένα τρόπο εκπαίδευσης που βασίζεται στην παπαγαλία, τη στείρα μετάδοση της πληροφορίας αντί για την καλλιέργεια κριτικής σκέψης, φαντασίας και μετάδοση εργαλείων για την επίλυση προβλημάτων. Το πώς δημιουργούμε κοινότητα. Το εκπαιδευτικό σύστημα κακοποιεί την φαντασία, την ελευθερία, τη δύναμη των παιδιών όλων, πόσο μάλλον παιδιών που έρχονται από «αλλού» και δέχονται ρατσισμό, σεξισμό και άλλες μορφές καταπίεσης και αδικίας. Θέλω πολύ να το εξετάσω το ζήτημα της εκπαίδευσης στην ελλάδα από τη σκοπιά της διαθεματικότητας ποια παιδιά «αφήνει πίσω» περισσότερο το εκπαιδευτικό σύστημα, κάνει «αόρατα», βαφτίζει «προβληματικά», στερεί τη φαντασία και την ελευθερία;

Κids falling between the cracks

Διαβάζω εδώ και δύο χρόνια διάφορα βιβλία της Alice Miller για το παιδικό τραύμα και την κακοποίηση, όπως «το σώμα δεν ψεύδεται ποτέ» και «οι φυλακές της παιδικής μας ηλικίας». Η Miller αναλύει το σύστημα εξουσίας που έχει αιώνες καλλιεργηθεί έτσι ώστε το παιδί να θεωρείται κτήμα/ιδιοκτησία των ενηλίκων, να είναι ταμπού να «αντι-μιλάει» παιδί σε γονιό. Στο επίκεντρο της ανάλυσής της τοποθετεί το ζήτημα της θρησκείας, το ταμπού προκύπτει και παραμένει από τις 10 εντολές, από το «τίμα τον πατέρα και τη μητέρα» ως απόλυτο νόμο. Μέσα από παραδείγματα βιωματικά αποδεικνύει πως είναι από τα μεγαλύτερα ταμπού να αμφισβητείς γονιό στις κοινωνίες μας, και αν κάπου κάποιο άτομο το κάνει συχνά, η αντίδραση των γύρω είναι «έκαναν ό,τι καλύτερο μπορούσαν» ή «μην είσαι αχάριστη/ος, άδικη/ος» κτλ. κτλ. Και έτσι δεν σπάει ποτέ η σιωπή. Με άλλα λόγια, βρίσκονται διάφορες δικαιολογίες για να μην αμφισβητείται δυνατά η εξουσία και η κακοποίηση που ασκεί στα παιδιά, και έτσι δεν υπάρχουν συνέπειες, ή και ευθύνες. Και πως αυτό αποσιωπά την πραγματικότητα που ζούμε όλα μας ως παιδιά, άσχετα με το βαθμό ή το είδος της κακοποίησης που μπορεί να έχουμε βιώσει (είτε από οικογένεια, σχολείο, ευρύτερο περιβάλλον κτλ). Μήπως και το κράτος παίζει το ρόλο «γονέα» σε αυτήν την περίπτωση με μη-nations; Αναπαράγεται η σχέση «απόλυτης αλήθειας / εξουσίας» σε σχέση με «παιδιά» που πρέπει να «υπακούν» τους «σοφούς γονείς» (που εναλλάσσει μορφές, είτε ως θεό, κράτος, πατέρα κ.ά.). Πώς και σε καταλήψεις και κινηματικούς χώρους αναπαράγονται οι ίδιες σχέσεις εξουσίας από τους «παλιούς» και τις «παλιές» που παίρνουν το ρόλο «γονιού» του χώρου, γονιού who knows best;

Πόλα Πρόκτορ: Σε ευχαριστώ πολύ για την εμπειρία που μοιράστηκες για τη 10χρονη εαυτή σου. Ούσα μεγάλη fan του παιδικού τρόπου σκέψης, εκτιμώ πολύ την τότε προσπάθεια να φανταστείς, έστω με τις μεθόδους που μας αφήνουν να νομίζουμε ότι είναι οι μόνες που έχουμε στη διάθεσή μας, μια λύση για να μην αναπαραχθεί άλλο το δικό σου βίωμα. Σκέφτομαι πολύ την παιδική ηλικία ως το χρόνο που μας εκπαιδεύει στην υπακοή και στον έλεγχο. Γίνεται συνέχεια, μέσα από πάρα πολλές πράξεις και καταστάσεις της καθημερινότητας και επενδύεται πολύ σοβαρό κοινωνικό κεφάλαιο στο να μάθουμε πως κάποιος πάντα ξέρει καλύτερα από μας και έχει δικαίωμα να αποφασίζει για μας. Συνεχίζοντας όσα αναφέρεις σχετικά με την αναπαραγωγή της σχέσης απόλυτης αλήθειας και εξουσίας, σκέφτομαι έντονα τα τελευταία 2 χρόνια πώς μέσα από την ίδια διαδικασία εκπαιδευόμαστε να παρερμηνεύουμε την έννοια της συναίνεσης ή να θεωρούμε πως δεν είναι απαραίτητη. Η συμφωνία των παιδιών εκβιάζεται διαρκώς με φράσεις ακριβώς σαν αυτές που αναφέρεις («μην είσαι αχάριστη», «κάν’ το για τη μαμά που σε αγαπάει»), τα σώματά τους δεν είναι δικά τους σχεδόν ποτέ, μιας και πάντα, μέχρι μια αρκετά μεγάλη ηλικία, κάποιος ξέρει καλύτερα τι χρειάζονται, πώς θα φαίνονται, με τι θα τρέφονται. Και
κάπως το να μην αντιμιλάς στον πατέρα σου μεταφράζεται σε μην αντιμιλάς στο γκόμενό σου, σε μην πιστεύεις ότι η επιθυμία σου παίζει κάποιο ρόλο κτλ.

Αλληλεγγύη, coalitions, accomplices

Γουάιτ Τζος: Το ζήτημα των ρόλων που επεσήμανες είναι πολύ σημαντικό επίσης. Ποιοι είναι οι ρόλοι στους οποίους επιτρέπεται να είμαστε με βάση τη φυλή, το φύλο, την τάξη μας; Στέλνω σχετικό κείμενο που έχει γραφτεί από φεμινιστική μαρξιστική σκοπιά που λέγεται «performing crisis: critical solidarity in/with the silent university» της Veronica Tello, όπου γίνεται συζήτηση για τους ρόλους εντός καλλιτεχνικών πρότζεκτ που επιχειρούν να δημιουργούν αντι-δομές, ή εναλλακτικά παραδείγματα «ιδρυμάτων», την ίδια στιγμή που όμως αναπαράγουν ιδρυματικές αισθητικές, τον τρόπο παρουσίασής τους, καθώς και ιεραρχίες και ρόλους τους. Ποιοι είναι οι ρόλοι μας σε ομάδες ή/και κινήματα, και πως επηρεάζεται από το φύλο, τη φυλή, την τάξη, την ηλικία; Ποια άτομα σχεδιάζουν στρατηγική, ποια υλοποιούν το σχεδιασμό άλλων; Τι σημαίνει “αλληλεγγύη” σήμερα, και πώς συνδέεται με την κριτική και την κριτική σκέψη; Την ενσυναίσθηση; Την αναγνώριση προνομίου;

Αυτό το διάστημα αναστοχάζομαι πάνω στους ρόλους που έχω πάρει τα τελευταία χρόνια σε διάφορες ομάδες μικτές και τι σημαίνει ο ρόλος αυτός, για μένα αλλά και για την ομάδα. Πώς μπορώ να τον δω κριτικά αλλά και απενοχοποιημένα; Πώς εναλλάσσονται οι ρόλοι εντός ομάδας; Ποιοι οι πολλαπλοί τρόποι να μην αναπαράγονται ιεραρχίες (όπως π.χ. να εναλλάσσονται ρόλοι/ευθύνες, να παίρνεις απόσταση κ.ά.); Πώς το μοίρασμα της γνώσης μπορεί να είναι ένας τρόπος υπονόμευσης της ιεραρχίας που δημιουργείται με βάση τη γνώση και την πρόσβαση σε εκπαιδευτικά ιδρύματα;

Σε αυτά τα ερωτήματα έχει υπάρξει πολύ βοηθητική η ανάγνωση της διατριβής της Βίκης Ζαφειρίου-Ζαρίφη και που νομίζω συμβάλλει στην κατανόηση του συγκείμενού μας στην Αθήνα όσο αφορά το πόσο μεικτοί (ή και όχι) είναι οι χώροι της καθημερινότητάς μας στην αθήνα και γιατί. Ο τίτλος της διδακτορικής διατριβής της είναι «Navigating (in)visibility: The everyday lives of African women living in crisis Greece» (2017). Το απόσπασμα αυτό από τη διατριβή της μοιράζομαι για να σκεφτούμε πόσο βαθιά μέσα μας δημιουργούνται εικόνες για το Άλλο όταν φέρει πρόσωπο «μετανάστευσης»:

Reinforcing a common view of migration as a crime and
of all migrants as criminals, these “sweep” operations
further embedded the image of the migrant offender,
or criminal Other, in Greek social consciousness.

Το παραπάνω απόσπασμα δείχνει το πώς η συνείδηση και η εικόνα για το Άλλο καθορίζεται από πολιτικές που διεισδύουν και διαμορφώνουν συνείδηση για αυτό που νομίζουμε ότι δεν είμαστε,
ακόμη και χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε μερικές φορές. Έχω βρεθεί σε αμάξια με άτομα «αλληλέγγυα» που όμως όταν περνάνε από συγκεκριμένα σημεία στην πόλη κλειδώνουν τις πόρτες του αυτοκινήτου καθώς οδηγούν μπαίνοντας στην περιοχή. Η αίσθηση «κινδύνου» ή απειλής πώς αποτυπώνεται και κυκλοφορεί, ακόμη και εκεί που δεν το περιμένουμε; Ποιες είναι οι στερεοτυπικές αντιλήψεις που φέρνουμε μέσα μας σε σχέση με το «άλλο», σε αυτό που θεωρούμε εκτός, ή και στο «περιθώριο», της ελληνικότητας, της ελληνικής κοινωνίας, και πώς θα ήταν ο κόσμος αν αυτό που θεωρείται «περιθωριακής» σημασίας ερχόταν και γινόταν το κέντρο;

Σκεπτόμενη πάνω στη σημασία των μεικτών ομάδων, επιστρέφω στο μάθημά μας για το intersectionality. Αισθάνθηκα διάφορες στιγμές μια αγωνία του τι σημαίνει να διαβάζουμε για το intersectionality, έννοια που προκύπτει από την ιστορία του Μαύρου Φεμινισμού, αγώνων μαύρων γυναικών, χωρίς όμως να υπάρχουν Μαύρες γυναίκες στην ομάδα μελέτης. Από τη μία πλευρά είναι κάτι προς συζήτηση αυτό τι σημαίνει για εμάς, για το συγκείμενο εδώ, για τις προτεραιότητες αυτή τη στιγμή. Λέει πολλά το ποια άτομα είναι σε ένα χώρο, και άλλο τόσο ποια δεν είναι. Ποιες φωνές απουσιάζουν και γιατί. Από μια άλλη σκοπιά όμως, θα μπορούσαμε να σκεφτούμε όλους τους τρόπους που και εμείς αποτελούμε μια μεικτή ομάδα, από κάποιες σκοπιές, προφανώς όχι από όλες.

Αναρωτιέμαι: Έχουμε μεγαλώσει όλες στο ίδιο μέρος, στην ίδια οδό, με ίδια οικογένειες και παρέες; Μεγαλώσαμε πηγαίνοντας στο ίδιο σχολείο, μιλώντας την ίδια γλώσσα, με ίδια αγάπη ή απέχθεια
για το μάθημα της γυμναστικής; Το σώμα μας και το πώς νιώθουμε για αυτό, το έχουμε βιώσει με τον ίδιο τρόπο; Οικονομικά είχαμε τις ίδιες ευκαιρίες και δυνατότητες; Μας αγνόησαν τις ίδιες στιγμές
σε συζητήσεις – ή σε άλλες – στο οικογενειακό τραπέζι; Ή μήπως ήμασταν από τις «τυχερές» που δεν μας αγνόησαν ως παιδιά;

Φρικάραμε όλα μας στον ίδιο βαθμό με το «απροειδοποίητο τεστ» ή με τον ήχο αεροπλάνων και πολεμοειδών αεροσκαφών την 25η Μαρτίου;

Τι θα μαθαίναμε η μία για την άλλη, το ένα για το άλλο, μοιράζοντας τους συνειρμούς μας πάνω σε τέτοια ερωτήματα; Σε ένα βαθμό – νιώθω και ‘μεις είμαστε μια μεικτή ομάδα. Ίσως είμαστε στην αρχή ακόμη της κατανόησης του σε ποιο βαθμό είμαστε μικτή ομάδα, και πόσο επιλέγουμε να το κάνουμε φανερό αυτό, και γιατί. Τι θα κερδίζαμε όλα μας από το να κάνουμε φανερές τις διαφορές μας; Τι μπορεί να μάθουμε από τη διαδικασία αυτή; Πιστεύω οι βιωματικές συζητήσεις είναι ένας δυνατός τρόπος να ξε-μαθαίνουμε τον εσωτερικευμένο μισογυνισμό, να καλλιεργούμε την αλληλεγγύη ανάμεσά μας και προς τις εαυτές μας, να χτίζουμε coalitions και σχέσεις εκτίμησης και εμπιστοσύνης, με τις εαυτές μας και άλλες και άλλα με τα οποία αγωνιζόμαστε και θέλουμε να αγωνιστούμε μαζί για να δημιουργήσουμε άλλες πραγματικότητες.

Τα γράφω αυτά για να πω ότι νομίζω αυτό είναι και το ζητούμενο των συναντήσεών μας, του μαθήματος, της μεθόδου της intersectionality, ακριβώς ότι μπορεί να δώσει χώρο να εκφραστούν αυτά τα «αόρατα» σημεία μεταξύ μας και μέσα μας.

Και εγώ δεν έχω σπουδάσει πάνω στο intersectionality, δεν μου ήρθε ακαδημαϊκά, αν και είχα πάρει λίγα μαθήματα σε women’s studies, δεν θυμάμαι να είχε χρησιμοποιηθεί η λέξη τότε. Αυτό που μπορώ να πω ότι μου έδωσε πολλά εργαλεία, ή έστω γνώσεις, ήταν μαθήματα από αφρικανικές σπουδές, που έδιναν έμφαση στην τέχνη, στο βίωμα της ιστορίας, στο personal storytelling.

Στο χώρο των καλών τεχνών στην Αμερική είχαμε πολλά θεωρητικά μαθήματα, αλλά η γλώσσα τους και η πυκνότητά τους, το πώς διδάσκονταν μέσα από μεγάλη ορολογία με καταλήξεις «-isms», «-ities» κτλ. μου δημιουργούσε τότε μια απόσταση και δυσκολία. Δεν μπορούσα εύκολα να ταυτιστώ με αρκετά από τα κείμενα σε εκείνη τη φάση της ζωής μου. Από κει και πέρα μόνη μου άρχισα να ψάχνομαι πιο συνειδητά με φεμινισμό, κείμενα, μεθοδολογίες κτλ. όταν γύρισα αθήνα και άρχισα να θέτω ερωτήματα για τα βιώματά μου…

Θα μου άρεσε να κάναμε μια συζήτηση κάποια στιγμή για το πώς ήρθαμε σε επαφή πρώτη φορά με τον φεμινισμό (ως βίωμα, αλλά και ως λέξη); Τι μας κέρδισε σε αυτό (αν μας κέρδισε); Τι επιφυλάξεις είχαμε, αν είχαμε; Ποια coalitions ονειρευόμαστε; Ποια άτομα θεωρούμε accomplices μας;

Το απόσπασμα δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό βιβλίο «Πρώτη Πράξη -Community Course on Intersectionality» που διοργανώθηκε από το Αυτόνομο Φεμινιστικό Ερευνητικό Κέντρο στην Αθήνα. Μπορείτε να διαβάσετε τη συνέχειά του καθώς και άλλα εξαιρετικά κείμενα εδώ

Εικόνα: Myrto Stampoulou

avatar
  Subscribe  
Notify of