Στη φωτογραφία ο 21 ετών Alex Wettlaufer που δολοφονήθηκε από αστυνομικους στις 14 Μαρτίου

Από το blog Killer Cops Canada

52χρονος άνδρας, 21 Ιανουαρίου

Η αστυνομία πυροβόλησε και σκότωσε έναν 52χρονο άνδρα στο Saint-Joseph-du-Lac, βορειοδυτικά του Montréal, κατά τις πρωινές ώρες της Πέμπτης 21 Ιανουαρίου 2016. Ο άνθρωπος δέχτηκε τουλάχιστον ένα πυροβολισμό απο αστυνομικούς και ο θανατός του διαπιστώθηκε στο νοσοκομείο που είχε ακολούθως μεταφερθεί.

Αστυνομικοί ανέφεραν πως είχαν ανταποκριθεί σε κλήση για ενδο-οικογενειακή διαμάχη γύρω στις 12:30. Σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτους ισχυρισμούς ο 52χρονος κρατούσε κάποιου είδους ηλεκτρικό πριόνι.

Η έρευνα για το συμβάν έχει ανατεθει στο Sûreté du Québec, την επαρχιακή αστυνομική δύναμη της πόλης. Εκεί όμως δεν υπάρχει ανεξάρτητος οργανισμός εποπτείας της αστυνομίας και οι έρευνες που αφορούν  υποθέσεις τραυματισμών/δολοφονιών πολιτών από αστυνομικούς διεξάγονται από άλλα αστυνομικά τμήματα.

David McQueen, 24 Ιανουαρίου

Ο 53χρονος τετραπληγικός δολοφονήθηκε στο σπίτι του στη γειτονιά Huntington Hills στο Calgary την Κυριακή 24 Ιανουαρίου, μετά από ισχυρισμούς για πολύωρη αντιπαράθεση με την αστυνομία. Έπειτα από τροχαίο ατύχημα που τον άφησε τετραπληγικό από το 1994 ο McQueen βίωσε την μακροχρόνια αμέλεια του κράτους, την περιθωριοποίηση και την έλλειψη στήριξης από το σύστημα υγείας της χώρας. Το θύμα είχε προβεί σε πολλές ενέργειες με στόχο τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσής του ζητώντας άμεσα βοήθεια από την κυβέρνηση, τις κοινωνικές υπηρεσίες και τους αρμόδιους φορείς για την υγεία. Όμως λόγω της κρατικής αναλγησίας και της αδιαφορίας ο άνθρωπος αναγκάστηκε για δεκαετίες να βιώσει τις επιπτώσεις από την έλλειψη μιας σωστής παροχής υπηρεσιών στήριξης για τετραπληγικούς.

Οι αστυνομικοί δολοφόνησαν τον McQueen κατά την έξοδό του από το σπίτι του. Ο ίδιος βρισκόταν σε αναπηρικό καροτσάκι ενώ αστυνομικοί ισχυρίζονται πως τον είδαν να κρατάει το όπλο από το οποίο είχαν προηγουμένως ακουστεί πυροβολισμοί.

Η Isabelle Templeton, που τον φρόντιζε τα τελευταία χρόνια, μιλούσε στο τηλέφωνο μαζί του καθώς η αστυνομία περικύκλωνε το σπίτι του. Η ίδια μετέβη αμέσως στο σπίτι του και έκανε προσπάθειες να του μιλήσει όμως η αστυνομία την εμπόδισε. Αυτό εκτυλίχθηκε μόλις λίγες στιγμές πριν τη δολοφονία του McQueen.  »Aκούσαμε πυροβολισμούς, ενώ βρισκόμασταν στο δρόμο και μιλούσαμε με ένα αστυνομικό. Δεν ξέραμε τι ακριβώς είχε συμβεί αλλά καταλάβαμε πως κάτι δεν πήγαινε καλά», είπε.

»Κάτι μέσα του έσπασε, νομίζω πως ήταν πολύς ο πόνος που ένιωθε. Απλά πόνος. Βίωνε τόσο πολύ πόνο.» Η ίδια αναγνωρίζει πως ο McQueen ήταν ιδιαίτερα ενοχλημένος με το σύστημα υγείας και το κράτος, κάτι που είναι απόλυτα δικαιολογημένο. Ο McQueen είχε μια σπασμένη αναπηρική καρέκλα για να εξυπηρετεί τις ανάγκες του και ζούσε μόνος χωρίς την κατάλληλη φροντίδα που αρμόζει σε άτομο με κινητικά προβλήματα. Η γυναίκα επιβεβαίωσε πως ο McQueen ήταν θυμωμένος και δεν εμπιστευόταν την αστυνομία λόγω της αντιμετώπισής που είχε από αστυνομικούς. »Νομίζω πως απλά απελπίστηκε. Δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι πως όταν τον έβλεπα σ’ αυτή την κατάσταση ένιωθα κι εγώ απελπισία και δεν μπορούσε κανείς να κάνει κάτι γι΄αυτό. »

Ο McQueen είχε καταγράψει τις εμπειρίες του όσον αφορά την έλλειψη φροντίδας και στήριξης και την κακή αντιμετώπισή του από την ομοσπονδιακή και την τοπική κυβέρνηση καθώς και το σύστημα υγείας. Η σελίδα του στο Facebook εμπεριέχει πολλές και λεπτομερείς αναρτήσεις που σκιαγραφούν την αδικία που βίωνε. Ο McQueen γράφει για το ατυχημα που είχε όταν έπεσε με το όχημά του στη λίμνη Sikome το 1994, γεγονός που τον έκανε να συνειδητοποιήσει πόσο εύθραυστο είναι το ανθρώπινο σώμα. Γράφει επίσης για τις επακόλουθες αποτυχημένες προσπάθειες να κάνει μήνυση στην κυβέρνηση της Alberta. Αρκετές αναρτήσεις του εισηγούνται την πεποίθησή του πως ο ηλεκτρονικός υπολογιστής και το τηλέφωνό του ήταν υπό παρακολούθηση από τις αρχές. Ο McQueen, σε ανάρτησή του, έγραψε πως είχε στοχοποιηθεί από την αστυνομία στο παρελθόν εκφράζοντας θυμό για αυτή την αντιμετώπισή του από τις αρχές.

Στις 15 Ιανουαριου ο McQueen έγραψε για το θάνατο του σκύλου του. Η ανάρτηση δείχνει το θυμό του για την αστυνομία, ένα πολιτικό πρόσωπο στο Calgary και τους γείτονές του που ίσως ευθύνονταν για τις »επισκέψεις» της αστυνομίας. Η Templeton λέει πως ο θάνατος του σκύλου του τον έφερε σε απόγνωση αφού έκανε την μοναξιά του ακόμα πιο έντονη δημιουργώντας συνθήκες ζωής που χαρακτηρίζονταν από την απόλυτη έλλειψη συντροφικότητας. H ιδια είπε πως οι εργαζόμενοι στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης δεν τον επισκέπτονταν καθόλου λόγω του σκύλου του.

Η δολοφονία πρέπει να γίνει αντιληπτή μέσα στο γενικότερο πλαίσιο μιας αυξανόμενης τάσης δολοφονιών ανθρώπων από αστυνομικούς εν μέσω κρίσης ψυχικής υγείας ή ψυχικής ωδύνης. Παρόλο που στον Καναδά οι σχετικές στατιστικές δεν είναι συστηματικές ή καθ’ όλα αξιόπιστες, εντούτοις αποκαλύπτουν μια μεγάλη αύξηση στις δολοφονίες ανθρώπων με ψυχικές διαταραχές από αστυνομικούς μέσα στη δεκαετία 2004-2014: αυτή τη στιγμή αυτές οι δολοφονίες αποτελούν το 40% των συνολικών θανάτων πολιτών στα χέρια της αστυνομίας. Οι άνθρωποι που διεξήγαγαν την έρευνα για το ντοκιμαντέρ Hold Your Fire ανέφεραν πως το 2014 η αστυνομία ανταποκρίθηκε σε 20,000 περιστατικά που αφορούσαν κρίση ψυχικής υγείας ενώ η ίδια η αστυνομία στο Βανκούβερ αναφέρει πως ο αριθμός αγγίζει τις 30,000 περιπτώσεις ανά έτος.

Η αύξηση της αντιμετώπισης τέτοιων περιστατικών από την αστυνομία, γεγονός που έχει οδηγήσει στην αύξηση δολοφονιών ευάλωτων πολιτών από αστυνομικούς, οφείλεται στην οικονομική κρίση ως αίτιο επιδεινωσης της ψυχικής υγείας, την έλλειψη εξατομικευμένης και επαρκούς ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης (και περικοπές της κυβέρνησης στα πλαίσια της λιτότητας με τη μείωση ή κατάργηση προγραμμάτων που ανταποκρίνονται στις ανάγκες της εργατικής τάξης) και την εφαρμογή του δόγματος νόμου και τάξης όπως και την αστυνόμευση με βάση τη θεωρία σπασμένων βιτρίνων, λόγοι για τους οποίους οποιαδήποτε »κοινωνική αναταραχή» αντιμετωπίζεται από την αστυνομία. Ακόμα, οι παραγωγοί του ντοκιμαντέρ Hold Your Fire εισηγούνται πως η αντιμετώπιση των ανθρώπων εν μέσω κρίσης της ψυχικής υγείας από την αστυνομία (που συχνά οδηγεί στην δολοφονία των ανθρώπων αυτών με την πρώτη ματιά, συνήθως στα πρώτα δύο λεπτά της συνάντησης) είναι μια ακατάλληλη, ανεπαρκής, παλαιού τύπου οπισθοδρομική αστυνόμευση. Εν αντιθέσει εμείς πιστεύουμε πως αυτά ειναι εγγενείς εκφάνσεις της δομής και της ίδιας της φύσης της αστυνομίας ως θεσμός που στηρίζεται στην άσκηση βίας, την καταστολή, την επιβολή και τον έλεγχο.

Ο αρχηγός της αστυνομίας Roger Chaffin ανέφερε πως ο McQueen ήταν γνωστός στην αστυνομία και παραδεχτηκε πως αυτό δεν είχε καμία σχέση με εγκληματική δραστηριότητα από την πλευρά του θύματος. Είπε πως καμία από τις »επισκέψεις» της αστυνομίας στο σπίτι του δεν είχε σχέση με οποιαδήποτε παραβατική συμπεριφορά. Δημόσιες δηλώσεις τέτοιου είδους, με αναφορές πως το θύμα ήταν γνωστό στην αστυνομία, ειναι μια κοινή τακτική που χρησιμοποιείται από την αστυνομία στον Καναδά για λόγους συκοφαντίας και διαπόμπευσης του θύματος ή ως μέσο εισήγηγης εγκληματικού παρελθόντος χωρίς καμία απόδειξη, οδηγώντας στο συμπέρασμα πως τα θύματα ειναι ανάξια της συμπόνοιας του κόσμου. Συχνά τα θύματα είναι γνωστά από κάποιου είδους ύποπτο σταμάτημα από την αστυνομία χωρίς κανένα λόγο, όπως στις περιπτώσεις ελέγχου ταυτοτήτων, ή επειδή το ίδιο το θύμα κάλεσε την αστυνομία ζητώντας κάποιου είδους στήριξη ή βοήθεια. Σε μια έρευνα δικαστικών εγγράφων από δημοσιογράφους πιστοποιήθηκε πως ο McQueen δεν είχε ποτέ διαπράξει κάποια παραβατική ενέργεια.

 

Devon LaFleur, 4 Μαρτίου

Η αστυνομία στον Καναδά έχει κατακτήσει ένα ανησυχητικό και αμφιλεγόμενο ρεκόρ δολοφονιών πολιτών που αντιμετωπίζουν προβλήματα ψυχικής υγείας. Αργά το βράδυ της Παρασκευής 4 Μαρτίου, 2016, η αστυνομία στο Τορόντο, που έχει τη χειρότερη φήμη για  εκτελέσεις ατόμων με ψυχικές διαταραχές, σκότωσε ξανά… Το θύμα, τα στοιχεία του οποίου δεν δόθηκαν εξ’ αρχής από την αστυνομία, ταυτοποιήθηκε από την οικογένειά του και είναι ο Devon LaFleur. Ο Devon LaFleur, κάτοικος της πόλης Ottawa αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα και σύμφωνα με την οικογένειά του που είχε καταγγείλει την εξαφάνισή του την Παρασκευή, υπέφερε από διπολική διαταραχή. Ο νεαρός άνδρας δέχτηκε πολλαπλούς θανάσιμους πυροβολισμούς μπροστά από ένα καταφύγιο γυναικών όπου είχε πάει να επισκεφτεί μια φίλη του.

Σύμφωνα με την Ομάδα Ειδικών Ερευνών, που ειναι το αρμόδιο σώμα επιτήρησης των ενεργειών της αστυνομίας στην πόλη Ontario, αστυνομικοί πυροβόλησαν τον τριαντάχρονο άνδρα που βρισκόταν στην  πρόσοψη ενός κτιρίου στην λεωφόρο Bayview γύρω στις 10 το βράδυ της Παρασκευής. Το θύμα διακομίστηκε στο νοσοκομειο Sunnybrook όπου διαπιστώθηκε ο θανατός του. Σύμφωνα με τον εκπρόσωπο τύπου του της Ομάδας Ειδικών Ερευνών, Jason Gennaro, δώδεκα αστυνομικοί ήταν παρών στη δολοφονία του LaFleur. Τρεις τον πυροβόλησαν και τον σκότωσαν.

Η θεία του, Janet Page Andersen, τον περιέγραψε λέγοντας πως είχε μπλεξίματα μια ζωή, συμπληρώνοντας πως »ήταν ένα ευαίσθητο και χαρούμενο άτομο που λάτρευε τη φύση και εμπιστευόταν τους ανθρώπους». Ανέφερε πως δεν έπαιρνε τα φάρμακά του γιατί ένιωθε πως τον έκαναν μαλθακό (μια κοινή εμπειρία ανθρώπων που πάσχουν από την ίδια διαταραχή). Είπε επίσης πως παρά τα προβλήματα και τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε, ήταν αγαπητος σε πολλούς ανθρώπους.

Ο LaFleur έχασε τη ζωή του επειδή είχε πάει να στηρίξει μια φίλη του που διέμενε σε καταφύγιο γυναικών, κάτι που δείχνει πόσο νοιαζόταν για τους άλλους.

Ο πατέρας του, Malcolm LaFleur, ταξίδεψε στο Τορόντο και εξέτασε προσκεκτικά την περιοχή που έγινε η δολοφονία του γιού του, σε μια απελπισμένη προσπάθεια να μαζέψει πληροφορίες για την θανάσιμη συμπλοκή που άφησε το γιό του νεκρό. Σύμφωνα με την Andersen: »Ο αδερφός μου είναι συντετριμμένος. Η αστυνομία αρνείται να του πει ο,τιδήποτε».

Ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες της αστυνομίας λένε πως το θυμα είχε προηγουμένως ληστέψει μια τράπεζα στην Ottawa. Ο πατέρας του όμως είπε στην αστυνομία πως ο γιός του δεν είχε πυροβόλο όπλο αλλά αεροβόλο. Η θεία του επιμένει πωςο ίδιος δεν ήταν ένας επικίνδυνος άνθρωπος.

Ο LaFleur, λάτρης της φύσης και της φυσικής άσκησης, είχε πρόσφατα επισκεφτεί τον πατέρα του στο Vancouver όπου και σκόπευε να μετακομίσει. Στο προφίλ του στο facebook είχε αναρτήσει φωτογραφίες από φώκιες, γλάρους και τον ευατό του να αγκαλιάζει ένα δέντρο.

 

Alex Wettlaufer, 14 Μαρτίου

Όταν αστυνομικοί στο Τορόντο σημάδευαν με τα όπλα τους τον Alex Wettlaufer, ο 21 ετών νεαρός ήταν μόνος, απομονωμένος και φοβισμένος. Η οικογένειά του είχε αφουγκραστεί το φόβο του κατα τη διάρκεια τηλεφωνικής συνομιλίας, λίγες μόνο στιγμές πριν τους θανάσιμους πυροβολισμούς. Το ασθενοφόρο καλέστηκε στις 11:34 το βράδυ και ο Alex μεταφέρθηκε στο Sunnybrook Health Sciences Centre όπου υπέκυψε στα τραύματά του κατά τις πρωινές ώρες της 14ης Μαρτίου 2016.  

Οι αστυνομικοί ισχυρίζονται πως αργά το βράδυ της 13ης Μαρτίου είχαν ανταποκριθεί σε μια καταγγελία για καυγά μεταξύ δύο ανδρών στον σταθμό Leslie του μετρό. Άγνωστο παραμένει πώς αυτό τους οδήγησε να σκοτώσουν τον Alex Wettlaufer σε ένα πάρκο που βρίσκεται πολύ μακριά από την προαναφερθείσα τοποθεσία.

Οι ισχυρισμοί της αστυνομίας για συμπλοκή και κατοχή όπλου από τον Wettlaufer δεν συμπίπτουν με αυτά που περιέγραψε η οικογένειά του που άκουγε τα πάντα από μια ανοιχτή γραμμή τηλεφώνου, την ώρα που ο νεαρός άνδρας παρακαλούσε τους αστυνομικούς να κατεβάσουν τα όπλα τους. Λίγες μόνο στιγμές πριν τη δολοφονία του ο Wettlaufer συνομιλούσε με την οικογένειά του. Η μητέρα του Wendy Wettlaufer είπε πως » Έκλαιγε κι έλεγε πως τον είχαν περικυλώσει. Αυτοί του έλεγαν συνέχεια να κατεβάσει το όπλο κι αυτός τους φώναζε πως δεν κρατούσε όπλο».Η αδερφή του Melissa Wettlaufer είπε: »Τους εξηγούσε πως ήταν απλά ένα κινητό τηλέφωνο αλλά αυτοί τον πυροβόλησαν ούτως ή άλλως» . Τα αγαπημένα του πρόσωπα ειχαν ακούσει όλες  τις προσπάθειές του να πείσει την αστυνομία πως δεν κρατούσε όπλο παρακαλώντας τους να κατεβάσουν τα όπλα τους. Η μητέρα του σχολίασε τους ισχυρισμούς της αστυνομίας λέγοντας : »Ο Άλεξ δεν μεταφέρει όπλο, δεν είχε και δεν έχει στην κατοχή του όπλο.

Οι άνθρωποι που τον γνώριζαν τον έβλεπαν σαν ένα άνθρωπο που διάβαζε πολύ στο σχολείο και  που αντιμετώπιζε τη ζωή με σοβαρότητα. Ο αδερφός του σημείωσε πως ο μικρός αδερφός του εργαζόταν σε εργοστάσιο και το μοναδικό πρόβλημα που είχε ποτέ με το νόμο ήταν η δολοφονία του από την αστυνομία. Ο ίδιος τον περιγράφει ως ένα φιλήσυχο άνθρωπο που δεν χρησιμοποιούσε καν τα μέσα κονωνικής δικτύωσης και πιστεύει ακράδαντα πως ο αδερφός του δεν έχει αγγίξει ποτέ όπλο. »Ήταν κλειστός τύπος και δεν είχε ποτέ προβλήματα», είπε.

O Wettlaufer ήταν συμμαθητής και φίλος του Sammy Yatim, του νεαρού αγοριού που δολοφονήθηκκε από την αστυνομία ενώ βρισκόταν μόνος μέσα σε ένα αυτοκίνητο στο Τορόντο. Ο αστυνομικός που σκότωσε τον Sammy, James Forcillo, καταδικάστηκε περιέργως για απόπειρα φόνου παρά το γεγονός πως το συμβάν δεν ήταν απόπειρα αλλά φόνος, αφού το θύμα είχε σκοτωθεί. Το γεγονός αυτό ήταν μια από τις σπάνιες περιπτώσεις παραπομπής αστυνομικού σε δίκη για δολοφονία πολίτη στον Καναδά.

Η οικογένεια Wettlaufer ανέφερε πως την ώρα που ο Alex εντοπίστηκε και δολοφονήθηκε από την αστυνομία επέστρεφε πίσω στο σπίτι δια μέσω του πάρκου αφού είχε πρώτα πάει την κοπέλα του στον υπόγειο σιδηρόδρομο.

Η οικογενειακή τους φίλη Diane Storms ήταν πολύ ταραγμένη »Μπορείς να φανταστείς πώς είναι  να μιλάς στο παιδί σου στο τηλέφωνο, να ακούς πυροβολισμούς και μετά σιωπή?»

Μετάφραση BlackCat

avatar
  Subscribe  
Notify of