Τη νύχτα της 17ης Νοεμβρίου, τα Εξάρχεια έγιναν τόπος μαρτυρίου για τυχαίους συλληφθέντες, ενώ ήταν η νύχτα εκείνη στην οποία ξεδιπλώθηκε όλος ο σαδιστικός χαρακτήρας της Αστυνομίας, μέσα σε ένα όργιο καταστολής που αποδέκτες είχε 20χρονα παιδιά που είχαν την ατυχία να περπατάνε απλώς στην περιοχή, ανήλικους και τυχαίους περαστικούς ή κατοίκους της περιοχής. 

Σε ένα βίντεο που δημοσιεύτηκε τη Δευτέρα στο The Press Project, τα ΜΑΤ φαίνονται να ξυλοκοπούν μια κοπέλα χωρίς να έχει προηγηθεί τίποτα απολύτως. Αυτό ήταν μόνο ένα από τα πολλά περιστατικά αστυνομικής βίας και ασυδοσίας εκείνης της ημέρας. Πολλά άτομα ξυλοκοπήθηκαν και φορτώθηκαν κακουργήματα -τα οποία αργότερα μετατράπηκαν σε πλημμελήματα. Όση ώρα βρίσκονταν στα χέρια της Αστυνομίας κάποιοι απ’ αυτούς δεν είχαν καν τη δυνατότητα να επικοινωνήσουν με συγγενείς και δικηγόρους, ενώ μετά και από τις καταγγελίες τους φαίνεται πως το πάρκινγκ στην οδό Μπουμπουλίνας, όπου και μεταφέρθηκαν, τείνει να ξαναγίνει τόπος βασανισμού για όσους έχουν την ατυχία να βρίσκονται στο λάθος μέρος, τη λάθος στιγμή. Στο ίδιο πάρκινγκ, στο ίδιο σημείο, βασανίστηκε πριν από λίγες ημέρες και ο Λάμπρος Γούλας, για την υπόθεση του οποίου έχει ήδη εκδώσει ανακοίνωση και η Διεθνής Αμνηστία . 

Η Α.Κ. μητέρα του Κ., ενός εκ των συλληφθέντων εκείνης της νύχτας, με επιστολή που απέστειλε στο OmniaTv, εξηγεί τη βιαιότητα και το σαδισμό των Αστυνομικών κατά του γιου της και των υπόλοιπων συλληφθέντων, αφού όπως χαρακτηριστικά λέει : Τα έφτυναν και τα τραβούσαν βίντεο την ώρα που τα μετέφεραν σε ένα γκαράζ στη Μπουμπουλίνας. Τους έλεγαν «όποιος είναι αδερφή να σηκωθεί τώρα». Και όποιος καθόταν τον χαστούκιζαν. Κάποιος απ’ τους Αστυνομικούς τους έλεγε «έχω σκοτώσει μαύρο στη Σομαλία», τους έβαζαν να γονατίσουν και τους κλωτσούσαν. Όσο τους κρατούσαν στο γκαράζ τους φώναζαν «νομίζετε ότι τελείωσε το ξύλο; Τώρα αρχίζει». Καταγγέλλει επίσης τη βιαιότητα των Αστυνομικών την επόμενη μέρα της σύλληψης στην Ευελπίδων, περιστατικό για το οποίο πέρα από τις μαρτυρίες των παραβρισκόμενων, υπάρχει και οπτικό υλικό. 

Ολόκληρη η επιστολή της Α.Κ. :  

«Την Κυριακή είχαμε κατέβει στην πορεία για την επέτειο του Πολυτεχνείου. Μετά την πορεία αποφασίσαμε να πάμε στα Εξάρχεια. Στο δρόμο είδαμε τον γιο μου, τον Κ., τη φίλη του την Ε. και τους υπόλοιπους τους φίλους τους. Τους είπαμε να προσέχουν γιατί φέτος ακούσαμε ότι θα είναι αλλιώς.  

Μας είπαν ότι έτσι κι αλλιώς σε λίγο θα πήγαιναν στο σπίτι της Ε. λίγο πιο πάνω από την Αραχώβης για να δουν ταινία. Μας έκαναν πλάκα, μας έλεγαν «ζακετάκι να πάρετε» και χωρίσαμε. Καθίσαμε σε ένα καφέ στην Αραχώβης για λίγη ώρα γιατί σκεφτήκαμε ότι θα είναι δύσκολο να βρούμε ταξί και θα περιμέναμε λίγο να ανοίξουν οι δρόμοι. Είδαμε να κατεβαίνει μία διμοιρία ΜΑΤ από μπροστά μας τρέχοντας προς τη Θεμιστοκλέους και σε λίγο ακούσαμε να πέφτουν κρότου λάμψης. Σκέφτηκα λες να είναι τα παιδιά ακόμα εκεί; Άρχισα να παίρνω τηλέφωνο και μετά από πολλή ώρα, κατά τις 10, το σήκωσε ο γιος μου και με πεθαμένη φωνή μου είπε «είμαι καλά  θα σε πάρω εγώ σε λίγο». Σκέφτηκα ότι βλέπουν ταινία και γι’ αυτό μιλάει σιγά. Πήγαμε σπίτι και στις 4 χτύπησε το τηλέφωνο. Κατάλαβα ότι κάτι κακό έγινε. Ήταν ο Κ. Μου είπε «Μας έχουν στη ΓΑΔΑ μας έχουν χτυπήσει πολύ και μας έχουν κατηγορήσει για πράγματα που δεν καταλαβαίνω, ότι τους χτυπήσαμε εμείς, ότι πετάγαμε μολότοφ ότι είχαμε επάνω μας εκρηκτικά και τέτοια. Μας έχουν τρομάξει ότι θα μπούμε φυλακή και να βρούμε καλό δικηγόρο». Τον ρώτησα αν είναι με τα άλλα παιδιά και μου είπε ναι. Του είπα να ρωτήσει τι ώρα θα τους πάνε στην Ευελπίδων και μου απάντησε πως δεν μπορώ να ρωτήσει τίποτα εκεί γιατί γίνεται χαμός.  

Το πρωί κατεβαίνοντας στην Ευελπίδων πήρα τη μαμά της Ε. και τη ρώτησα αν γνωρίζει ότι τα παιδιά τα έχουν συλλάβει. Έβαλε τα κλάματα και με ρωτούσε συνέχεια «είναι καλά η Ε. μου;». Μετάνιωσα που την πήρα και κατάλαβα ότι δεν είχαν αφήσει όλα τα παιδιά να μιλήσουν με τους γονείς τους. Ούτε η μαμά του Θ. ήξερε κάτι, όπως διαπίστωσα εκ των υστέρων. 

Στην Ευελπίδων περιμέναμε μέχρι το μεσημέρι να τους φέρουν. Είχε μαζευτεί αρκετός κόσμος. Οι περισσότεροι γονείς δεν ήξεραν τι ακριβώς έχει γίνει και περίμεναν με αγωνία τα παιδιά τους. Αυτό που συμπέρανα ακούγοντας κάποιους να μιλάνε με δικηγόρους είναι ότι τα παιδιά τους ήταν αυτό που λέμε “καμία σχέση”. Γενικά. Καμία όμως! Βρέθηκαν στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή. Έξω από το κτίριο 16 ήταν διμοιρίες με μπλε στολές, οι οποίοι δεν σε άφηναν να περάσεις αλλά ήταν πιο μαλακοί από τα ΜΑΤ που ήρθαν μετά. Αν τους έλεγες “έλα σε παρακαλώ κάνε στην άκρη που θα ρωτήσεις και πού πάω”, έκαναν στην άκρη να περάσεις. τουλάχιστον.  

Μετά ήρθαν τα ΜΑΤ. Βλέποντάς τους κατάλαβα ότι είχαν περάσει σε άλλο επίπεδο. Μπήκαν στον προαύλιο χώρο με μεγάλη φόρα και ο προτελευταίος της διμοιρίας, ρώτησε μία κοπέλα από τους συγκεντρωμένους “γιατί με έφτυσες μωρή κ..” και άρχισε να την κοπανάει ρωτώντας την “δεν σας έφτανε το ξύλο χτες θέλετε κι άλλο;”. Φωνάξαμε κάποιοι που ήμασταν κοντά “εεε μην τη χτυπάς” και στράφηκαν εναντίον μας χτυπώντας μας και οδηγώντας μας προς την έξοδο των δικαστηρίων. Πρόλαβα και έφυγα από εκεί και ξαναμπήκα μέσα γιατί είχαν φέρει τα παιδιά μας με την κλούβα και ήθελα να είμαι εκεί.  

Στις επίμονες πιέσεις των δικηγόρων και των γονέων σε έναν αστυνομικό με τον οποίο φαινόταν ότι μπορείς να συνεννοηθείς περισσότερο από τους άλλους (μέγα λάθος) ζητήσαμε να μας δώσουν τα στοιχεία των ματατζήδων της διμοιρίας. Απαντούσε συνέχεια “και τι θέλετε να κάνω εγώ τώρα”. Μετά διαπιστώσαμε ότι μίλησε με κάποιον από τον ασύρματο και είδαμε τη διμοιρία να φεύγει και να έρχεται μία άλλη στους οποίους είχε δοθεί εντολή να κάθονται πιο μακριά. Τα στοιχεία τους δεν μας δόθηκαν ποτέ.  

Όταν έφτασαν τα παιδιά τα έβαλαν μέσα γρήγορα, φορούσαν όλα χειροπέδες, ήταν εμφανώς καταβεβλημένα, ήταν χτυπημένα, ανάμεσά τους ήταν ανήλικα των οποίων οι μανάδες έκλαιγαν όταν τα είδαν, κι όλα είχαν μία απορία στο βλέμμα γιατί τα περνούν όλα αυτά.  Το μόνο που μας παρηγορούσε κάπως εμάς που τα βλέπαμε ήταν ότι είχαν το ένα το άλλο και έπαιρναν θάρρος από αυτό. 

Περιμέναμε πολλή ώρα και κάποια στιγμή βγήκαν οι δικηγόροι και μας ενημέρωσαν ότι δυστυχώς το κατηγορητήριο ήταν πολύ βαρύ. Επικίνδυνες σωματικές βλάβες, απόπειρα έκρηξης, κατοχή εκρηκτικών υλών είναι αυτά που θυμάμαι. Στην αρχή είχα την εντύπωση ότι κάποιος μας κάνει πλάκα. Μετά είχα την αίσθηση ότι ο σκοπός όλου αυτού είναι ο φόβος. Θυμήθηκα το τηλεφώνημα του Κ., του γιου μου, που με πήρε στις 4 το πρωί και μου είπε “μας κατηγορούν για πολύ σοβαρά πράγματα και μας λένε ότι δεν θα γλιτώσουμε”. Τότε κατάλαβα τι εννοούσε.  

Μετά από ώρα μάθαμε ότι τα κακουργήματα έγιναν πλημμελήματα και μετά από λίγο έβγαλαν τα παιδιά όλα μαζί και τα πήγαν σε ένα άλλο κτίριο. Από πίσω τους πηγαίναμε οι γονείς και δεξιά αριστερά είχε παντού ματατζήδες που είχαν παραταχτεί και περνούσαμε ανάμεσα. Στο άλλο κτίριο δεν μας άφησαν να μπούμε μέσα και ήρθε πάλι ο Αστυνομικός με τον ασύρματο να μας πει ότι κάνει τρομερές προσπάθειες με όλη τη δύναμη της καρδιάς του να πείσει την Πρόεδρο να αφήσει να περάσουν μέσα οι γονείς (το αυτονόητο). Τα “κατάφερε” και μπήκαμε. Όχι μέσα. Στον προθάλαμο. Οι δικηγόροι μέσα ζήτησαν αναβολή ή προθεσμία δεν ξέρω, δεν γνωρίζω τίποτα από νομικά. Αποφασίστηκε να δικαστούν τη Δευτέρα 25/11. Μετά από λίγο τα άφησαν ελεύθερα.  

Πέρα από την αναίτια σύλληψη τους, η οποία καταγράφηκε και σε βίντεο, τα παιδιά φώναζαν πως δεν έχουν τίποτα επάνω τους. Παρόλα αυτά, ενώ ήδη είχαν ακινητοποιηθεί, τα χτύπησαν, τα έφτυναν και τα τραβούσαν βίντεο την ώρα που τα μετέφεραν σε ένα γκαράζ στη Μπουμπουλίνας. Τους έλεγαν «όποιος είναι αδερφή να σηκωθεί τώρα». Και όποιος καθόταν τον χαστούκιζαν. Κάποιος απ’ τους Αστυνομικούς τους έλεγε «έχω σκοτώσει μαύρο στη Σομαλία», τους έβαζαν να γονατίσουν και τους κλωτσούσαν. Όσο τους κρατούσαν στο γκαράζ τους φώναζαν «νομίζετε ότι τελείωσε το ξύλο; Τώρα αρχίζει».  

Το βλέμμα του Κ. είχε αλλάξει μέσα σε λίγες ώρες από την Κυριακή το βράδυ που τον είδα τελευταία φορά. Αλλά φόβο δεν είχε». 

Για την απαράδεκτη και παράνομη στάση των αστυνομικών δυνάμεων στους συλληφθέντες κατά την ημέρα της επετείου του Πολυτεχνείου, έκανε λόγο σε καταγγελία της η Ομάδα Νομικής Βοήθειας. Η καταγγελία μάλιστα κάνει λόγο και για μια σειρά παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων καθώς και για απόπειρα εξευτελισμού, πολλών εξ αυτών μέσω εκγύμνωσης. 

Η ανακοίνωση: 

Στον απόηχο της εξαιρετικά μαζικής και δυναμικής πορείας της 46ης επετείου του Πολυτεχνείου, καταγγέλλουμε την απαράδεκτη και παράνομη στάση των αστυνομικών δυνάμεων εναντίον πολιτών και διαδηλωτών στο πλαίσιο υλοποίησης ενός προαποφασισμένου σχεδίου τυφλής και αιματηρής καταστολής από την ηγεσία του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη. 

Ως Ομάδα Νομικής Βοήθειας βρεθήκαμε από το βράδυ της 17ης Νοέμβρη στη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής με σκοπό την άμεση παροχή νομικών συμβουλών στους συλληφθέντες και γίναμε μάρτυρες μιας σειράς παραβιάσεων θεμελιωδών δικαιωμάτων. 

Ειδικότερα: 

 στους συλληφθέντες παράνομα δεν επετράπη να επικοινωνήσουν με δικηγόρο και με οικεία τους πρόσωπα, όταν πληροφορηθήκαμε τις συλλήψεις και μεταβήκαμε στη ΓΑΔΑ, δεν μας επετράπη η άμεση επικοινωνία με τους συλληφθέντες παρά μετά από διάστημα μίας και πλέον ώρας, κατά τη διάρκεια των συλλήψεων ασκήθηκε υπερβολική βία από τις αστυνομικές δυνάμεις με αποτέλεσμα το σύνολο των συλληφθέντων να φέρει εμφανή σημάδια και τραύματα. Μάλιστα, συλληφθείσα η οποία είχε τραυματιστεί στο χέρι δεν μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, παρά μόνο μετά από πιέσεις από την πλευρά των συνηγόρων, τα αστυνομικά όργανα προέβησαν σε επιλεκτική εξονυχιστική σωματική έρευνα με εκγύμνωση μόνο των γυναικών κατά τη διάρκεια των προσαγωγών με σκοπό των εκφοβισμό και εξευτελισμό τους, κατά τη διάρκεια των προσαγωγών και πριν φτάσουν στη ΓΑΔΑ, οι αστυνομικοί οδήγησαν τους προσαχθέντες σε πάρκινγκ δίπλα στο Υπουργείο Πολιτισμού και αφού τους ανάγκασαν να γονατίσουν, τους φωτογράφισαν παράνομα με τα ιδιωτικά τους κινητά τηλέφωνα. Όποιος/α δεν έσκυβε το κεφάλι για να μην φωτογραφηθεί, δεχόταν χτυπήματα από τους αστυνομικούς με σκοπό να συνετιστεί, εξαρχής έγινε φανερό ότι η αστυνομία είχε προαποφασίσει βαρύ κατηγορητήριο, το οποίο περιελάmβανε τόσο κακουργήματα όσο και πλημμελήματα (απόπειρα βαριάς σωματικής βλάβης, έκρηξη, εμπρησμός, οπλοφορία, αντίσταση κατά της αρχής) και συνέλαβε στη συνέχεια τυχαία, νεαρά κατά βάση, άτομα στα οποία και το απέδωσε, παρότι ήταν προφανές ότι οι συλληφθέντες καμία σχέση δεν είχαν με τις πράξεις που τους καταλογίζουν, 

Περαιτέρω, τη Δευτέρα 18/11, όταν οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στον Εισαγγελέα, η υπ΄ αριθμ. 512 διμοιρία των ΜΑΤ επιτέθηκε αναίτια στους αλληλέγγυους που είχαν συγκεντρωθεί αλλά και στους γονείς, συγγενείς και συνηγόρους των συλληφθέντων, με αποτέλεσμα να προκληθούν περαιτέρω τραυματισμοί. Ο επικεφαλής της εν λόγω διμοιρίας ακολουθώντας τη συνήθη τακτική αρνήθηκε να δώσει τα στοιχεία του. Μετά από έντονη πίεση των παρισταμένων, το αρχηγείο της αστυνομίας αντί να δώσει εντολή για παροχή των στοιχείων των αστυνομικών, αντικατέστησε την εν λόγω διμοιρία. 

Απαιτούμε την απόδοση ποινικών και πειθαρχικών ευθυνών μέσω διεξαγωγής ΕΔΕ στα αστυνομικά όργανα που ενήργησαν παράνομα καταπατώντας θεμελιώδη δικαιώματα. 

Η Ελληνική Αστυνομία και η ηγεσία του Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη είναι υπόλογες και πολιτικά υπεύθυνες για τη στάση των αστυνομικών οργάνων στα γεγονότα της επετείου του Πολυτεχνείου αλλά πριν από αυτή (ΑΣΟΕΕ, επιθέσεις στα Εξάρχεια κλπ). 

Από την πλευρά μας θα είμαστε παρόντες και παρούσες την 25η Νοέμβρη, ημέρα κατά την οποία έχει οριστεί η δικάσιμος των συλληφθέντων, αλλά και σε κάθε άλλη περίπτωση που θα απαιτηθεί νομική συμπαράσταση σε όσους έρχονται αντιμέτωποι με τις δυνάμεις καταστολής.  

Φυσικά όλος αυτός ο σαδισμός, όλη αυτή η βαρβαρότητα, δεν μπορούν παρά να συνοδεύονται από κυβερνητικές σφραγίδες. Τις τελευταίες 20 ημέρες άλλωστε, σ’ αυτό το κρεσέντο παραλογισμού, βίας και αυθαιρεσίας, κυβερνητικά στελέχη όπως ο Μάκης Βορίδης, επικαλούμενοι μόνιμα το δόγμα «Νόμος και Τάξη», απάντησαν ευθαρσώς πως το ξύλο είναι για εκείνους «στοιχείο αναγκαστικότητας». Υποθέτουμε πως στοιχείο αναγκαστικότητας είναι και οι βασανισμοί, οι σεξιστικοί χαρακτηρισμοί, το ξεγύμνωμα των ανθρώπων που το πρόσωπο τους δεν άρεσε στις δυνάμεις των ΜΑΤ, οι απειλές, ο χλευασμός και τα φορτωμένα κακουργήματα.

Σ’ αυτό το δόγμα που θέλει την τάξη και την ασφάλεια να επιβάλλονται με κραυγές πολιτών και με γεμάτα από αίμα πεζοδρόμια, σ’ αυτή την «κανονικότητα» που μας θέλει πεσμένους στο οδόστρωμα με τη μπότα του Ματατζή στην πλάτη, η πραγματικότητα δεν έχει αγγίξει τα όρια του φασισμού, αλλά τα έχει ξεπεράσει προ πολλού. Φτάνουμε επισήμως στο ζόφο, εκεί που θα μας περιμένουν τα μέλη της Κυβέρνησης και μπόλικοι ένστολοι να μας πουν κατάμουτρα πως αυτός ο ζόφος ήταν «αναγκαστικός». 

avatar
  Subscribe  
Notify of