23 Ιουνίου 1926

Λάνγκστον Χιουζ

Ένας από τους πολλά υποσχόμενους Νέγρους ποιητές της νέας γενιάς, μου είχε πει κάποτε «εγώ θέλω να γίνω ποιητής – όχι απλά ένας Νέγρος ποιητής» εννοώντας, πιστεύω, το εξής: «Θέλω να γράφω σαν ένας λευκός ποιητής», που υποσυνείδητα σημαίνει «Θα ήθελα να είμαι ένας λευκός ποιητής», πίσω από το οποίο κρύβεται το «Θα ήθελα να είμαι λευκός». Και μια βαθιά θλίψη με κατέλαβε γι’ αυτόν τον νεαρό, γιατί κανένας σπουδαίος ποιητής δεν φοβήθηκε ποτέ να είναι ο εαυτός του. Και αμφέβαλα τότε εάν, με την επιθυμία του να δραπετεύσει πνευματικά από τη φυλή του, θα κατάφερνε ποτέ να γίνει σπουδαίος ποιητής. Αυτή η ενόρμηση προς την λευκότητα που φώλιασε στα μύχια της φυλής μας, η επιθυμία να απαλείψουμε τη φυλετική μας μοναδικότητα γιατί δε συνάδει με τα κυρίαρχα αμερικανικά πρότυπα, γινόμενοι όσο το δυνατό λιγότερο Νέγροι και όσο το δυνατό περισσότερο Αμερικανοί, ορθώνεται σαν βουνό στην πορεία κάθε αυθεντικής νέγρικης τέχνης στην Αμερική.

Όμως ας εξετάσουμε το άμεσο περιβάλλον αυτού του νεαρού ποιητή. Η οικογένειά του είναι αυτό που υποθέτω πως κάποιος θα μπορούσε να αποκαλέσει νέγρικη μεσαία τάξη: άνθρωποι που δεν είναι πλούσιοι, ωστόσο δεν αντιμετωπίζουν δυσκολίες, ούτε πείνα· περήφανοι, ευχαριστημένοι, εμπνέουν σεβασμό και αποτελούν μέλη της εκκλησίας των Βαπτιστών. Ο πατέρας φεύγει για τη δουλειά κάθε πρωί. Είναι επιστάτης σε ένα εργασιακό περιβάλλον όπου αριθμητικά κυριαρχούν οι λευκοί. Η μητέρα κάποιες φορές ράβει ακριβά ρούχα ή εποπτεύει τα πάρτυ που διοργανώνουν οι πλούσιες οικογένειες της πόλης. Τα παιδιά φοιτούν σε ένα μεικτό σχολείο. Στο σπίτι διαβάζουν εφημερίδες και περιοδικά που απευθύνονται σε ένα λευκό αναγνωστικό κοινό. Και η μητέρα συχνά λέει: «Μην είστε σαν τους νέγρους», όταν τα παιδιά κάνουν κάποια αταξία. Μια φράση που ακούγεται συχνά από τον πατέρα είναι: «Κοίταξε πόσο καλοί είναι σε αυτό που κάνουν οι λευκοί». Κι έτσι η λέξη «λευκός» ξεκινάει υποσυνείδητα να συμβολίζει όλες τις αρετές. Για τα παιδιά σημαίνει ομορφιά, ηθική, χρήματα. Ένας ψίθυρος διατρέχει σιωπηλά στο μυαλό τους: «Θέλω να είμαι λευκός».

Το σπίτι αυτού του ποιητή είναι ένα τυπικό παράδειγμα της μεσαίας τάξης των έγχρωμων. Είναι εμφανής ο βαθμός δυσκολίας που θα συναντήσει ένας καλλιτέχνης που έχει γεννηθεί σε ένα τέτοιο περιβάλλον, προκειμένου να ενδιαφερθεί να ερμηνεύσει την ομορφιά της δικής του φυλής. Γιατί δε θα μάθει ποτέ να αναγνωρίζει αυτή την ομορφιά. Θα μάθει απλά να την αγνοεί ή, ακόμα κι αν τη βλέπει μπροστά του, να νιώθει ντροπή γι’ αυτήν επειδή δε συμβαδίζει με τα πρότυπα της λευκής φυλής.

Η φυλετική κουλτούρα στο σπίτι μιας αυτοαποκαλούμενης ανώτερης τάξης Νέγρων δεν έχει να προσφέρει κάτι καλύτερο. Αντιθέτως, εκεί επικρατεί η μίμηση σε οτιδήποτε έχει να κάνει με τους λευκούς, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι σε μια οικογένεια με λιγότερη μόρφωση ή λιγότερα χρήματα. Ο πατέρας είναι ίσως γιατρός, δικηγόρος, κτηματίας ή πολιτικός. Η μητέρα ίσως να είναι κοινωνική λειτουργός ή δασκάλα ή να μην ασχολείται με τίποτα και να έχει υπηρετικό προσωπικό. Ο πατέρας είναι συνήθως σκουρόχρωμος αλλά σχεδόν πάντα παντρεύτεται την πιο ανοιχτόχρωμη γυναίκα που μπορεί να βρει. Η οικογένεια θα πηγαίνει σε κάποια δημοφιλή εκκλησία, στην οποία εντοπίζονται πολύ λίγα έγχρωμα πρόσωπα. Αυτή τη διαχωριστική γραμμή όσον αφορά το χρώμα του δέρματος, την τραβάνε οι ίδιοι. Στον Βορρά πάνε στα θέατρα και τα σινεμά των λευκών. Και στον Νότο έχουν τουλάχιστον δύο αυτοκίνητα και ένα σπίτι «όπως οι λευκοί». Σκανδιναβικοί τρόποι, σκανδιναβικά πρόσωπα, σκανδιναβικά μαλλιά, σκανδιναβική τέχνη (αν υπάρχει τέτοιο πράγμα) και ένας χριστιανικός παράδεισος. Κι αυτό είναι πράγματι ένα πολύ ψηλό βουνό που θα επιχειρήσει να υπερβεί ο μελλοντικός καλλιτέχνης της φυλής, για να μπορέσει να ανακαλύψει τον εαυτό του και το λαό του.

Όμως υπάρχουν και οι χαμηλής τάξης άνθρωποι, οι κοινοί άνθρωποι και αυτοί είναι η πλειοψηφία – δόξα τω θεώ! Οι άνθρωποι που πίνουν μια γουλιά τζιν τα Σαββατα και δεν είναι υπερβολικά σημαντικοί ούτε για τον εαυτό τους ούτε την κοινότητά τους και δεν ειναι καλοταϊσμένοι ή μαθημένοι να παρατηρούν τη γη να γυρίζει τεμπέλικα γύρω από τον εαυτό της. Ζουν στην Εβδόμη Λεωφόρο στην Ουάσινγκτον ή στο Στέιτ Στριτ στο Σικάγο και δεν τους νοιάζει να μοιάσουν στους λευκούς ή σε οποιουσδήποτε άλλους. Το τρέξιμό τους εκρήγνυται σε μια έκσταση. Η θρησκεία τους κορυφώνεται σε μια κραυγή. Δουλεύουν λίγο σήμερα και ξεκουράζονται λίγο αύριο. Παίζουν για λίγο. Αργότερα τραγουδούν. Ω, ας χορέψουμε! Αυτοί οι συνηθισμένοι άνθρωποι δεν φοβούνται την πνευματικότητα όπως οι πιο διανοούμενοι αδερφοί τους και η τζαζ είναι το παιδί τους. Αποτελούν ένα πλούτο χρωμάτων και ιδιαίτερων υλικών για οποιονδήποτε καλλιτέχνη, επειδή συνεχίζουν να διατηρούν την ατομικότητά τους απέναντι στην αμερικανική ομοιομορφία. Και ίσως αυτοί οι συνηθισμένοι άνθρωποι να χαρίσουν στον κόσμο τον πραγματικό Νέγρο καλλιτέχνη, αυτόν που δεν φοβάται να είναι ο εαυτός του. Κι ενώ ένας Νέγρος ανώτερης τάξης θα έλεγε στον καλλιτέχνη τι να κάνει, οι άνθρωποι αυτοί τουλάχιστον τον αφήνουν στην ησυχία του όταν εμφανίζεται. Και δεν ντρέπονται για κείνον – αν γνωρίζουν καν την ύπαρξή του. Και αποδέχονται την δική τους ομορφιά χωρίς να την αμφισβητούν.

Για τον Αμερικανό Νέγρο καλλιτέχνη που μπορεί να ξεφύγει από τους περιορισμούς που επιχειρούν να του επιβάλουν οι «προχωρημένοι» της κοινωνικής του ομάδας, σίγουρα υπάρχει μια μεγάλη γκάμα από αχρησιμοποίητο υλικό έτοιμο για την τέχνη του. Υπάρχει αρκετό υλικό για να εμπλουτίσει μια ζωή δημιουργικής δουλειάς χωρίς να περάσει τα όρια της φυλής του ακόμα και οταν προέρχεται από τις ανώτερες τάξεις με τη λευκή κουλτούρα και τους συνειδητά υιοθετημένους αμερικανικούς τρόπους, εφόσον έχει παραμένει αρκετά Νέγρος για να είναι διαφορετικός. Και όταν επιλέγει να αγγίξει τις σχέσεις ανάμεσα στους Νέγρους και τους λευκούς σε αυτή τη χώρα με τις αμέτρητες σκούρες και ανοιχτές αποχρώσεις, ειδικά όσον αφορά την λογοτεχνία και το θέατρο, υπάρχει μια ατέρμονη πηγή θεμάτων ανα χείρας. Σε αυτά ο Νέγρος καλλιτέχνης μπορεί να προσδώσει τη φυλετική ατομικότητά του, την κληρονομιά του ρυθμού και της ζεστασιάς και το ασύμφωνο χιούμορ που τόσο συχνά όσο και στα μπλουζ, μετατρέπεται σε ένα συνοθύλευμα ειρωνίας και δακρύων. Αλλά ας δούμε ξανά το βουνό.

Μια γνωστή Νέγρα ιδιοκτήτρια ενός κλαμπ στην Φιλαδέλφια πλήρωσε έντεκα δολλάρια για να ακούσει την Ρακέλ Μέλλερ να τραγουράει ποπ ανδαλουσιανά τραγούδια. Όμως, μου είπε μερικές βδομάδες νωρίτερα ότι δεν θα σκεφτόταν ποτέ να πάει να ακούσει «εκείνη τη γυναίκα», την Κλάρα Σμιθ, την σπουδαία μαύρη καλλιτέχνιδα, να τραγουδάει νέγρικα τραγούδια. Και σε αρκετές νέγρικες εκκλησίες της ανώτερης κοινωνικής τάξης, δεν θα σκέφτονταν να έβαζαν νέγρικους ύμνους στις λειτουργίες τους. Οι μουντές μελωδίες στα υμνολόγια των λευκών είναι προτιμότερες. «Θέλουμε να προσευχόμαστε στον Κύριο σωστά και σιωπηλά. Δεν πιστεύουμε ότι πρέπει να «φωνάζουμε». Θέλουμε να είμαστε το ίδιο πληκτικοί με τους Σκανδιναβούς», θέλουν να πουν επί της ουσίας.

Ο δρόμος για το σοβαρό μαύρο καλλιτέχνη, αυτόν που θα μπορούσε να παράξει μία τέχνη που εγκολπώνει φυλετικά ζητήματα, είναι ένα μονοπάτι με ανώμαλη επιφάνεια και το βουνό που ορθώνεται μπροστά του είναι ψηλό. Μέχρι πρόσφατα, ο καλλιτέχνης αυτός δεν λάμβανε καμία ενθάρρυνση για την δουλειά του ούτε από τους λευκούς ούτε όμως και από τους έγχρωμους. Οι υπέροχες νουβέλες του Chesnutt είναι εξαντλημένες και κανείς δεν έχει προσέξει αν κυκλοφορούν στα βιβλιοπωλεία. Η ιδιαίτερη γοητεία και το χιούμορ του Dunbar εξ αιτίας της χρήσης διαλέκτου στις στροφές του, την εποχή του, ώθησε, σε μεγάλο βαθμό, το ίδιο είδος ενθάρρυνσης που κάποιος θα έδειχνε σε ένα φρικιό του τσίρκου («Ένας έγχρωμος που γράφει ποίηση! Πόσο περιέργο!») ή έναν κλόουν («Πόσο διασκεδαστικό!»).

Η μόδα όσον αφορά οτιδήποτε σχετίζεται με τους Νέγρους ίσως κάνει τόσο κακό όσο και καλό στον εκκολαπτόμενο μαύρο καλλιτέχνη, αλλά έχει τουλάχιστον καταφέρει το εξής: να επιστήσει, δια της βίας, την προσοχή των δικών του ανθρώπων. Τόσο καιρό ήταν ένας αγνοημένος προφήτης ανάμεσά τους που δεν του έδινε κανείς σημασία, εκτός κι αν κάποιος άλλος από την άλλη φυλή τύχαινε να τον προσέξει. Ο Charles Gilpin έπαιζε στα νέγρικα θέατρα χωρίς καμία ιδιαίτερη αναγνώριση από τους δικούς του, αλλά όταν το Broadway του έδωσε κάποιο ρόλο, ξεκίνησε ο διθύραμβος από τους Νέγρους. Γνωρίζω ένα νέο έγχρωμο συγγραφέα, που δουλεύει ως εργάτης τη μέρα και αρθρογραφεί σε έγχρωμα περιοδικά εδώ και κάποια χρόνια. Μόνο όταν, πολύ πρόσφατα, ξεκίνησε να γράφει για τα περιοδικά των λευκών και ένας εξέχων εκδοτικός οίκος της Νέας Υόρκης συμφώνησε να εκδώσει το πρώτο του βιβλίο, έκαναν τον κόπο οι «επιφανείς» Νέγροι να ενημερωθούν πως αυτός ο άνθρωπος ζούσε ανάμεσά τους. Τότε, εντελώς ξαφνικά, αποφάσισαν να οργανώσουν ένα δείπνο προς τιμήν του. Όμως οι κυρίες της καλής κοινωνίας ψιθύρισαν προσεκτικά στη μητέρα του, πως καλύτερο θα ήταν να μην παραστεί. Δεν ήταν σίγουρες, όπως καταλαβαίνετε, πως θα είχε κάποιο βραδινό φόρεμα να φορέσει.

Ο Νέγρος καλλιτέχνης έρχεται αντιμέτωπος με ένα υπόγειο ρεύμα αιχμηρής κριτικής και παρερμηνείας από τους δικούς του και μια ακούσια δωροδοκία από τους λευκούς. «Να μας σέβεσαι, να γράφεις για τους καλούς ανθρώπους, να δείχνεις πόσο καλοί είμαστε», λένε οι Νέγροι. «Να είσαι στερεοτυπικός, να μην ξεφεύγεις πολύ, να μην διαλύεις τις ψευδαισθήσεις που έχουμε για εσάς, μην είσαι πολύ σοβαρός, διασκέδασέ μας. Εμείς σε πληρώνουμε» λένε οι λευκοί. Και οι δύο θα συμβούλευαν τον Jean Toomer να μη γράψει ποτέ το «Cane». Οι έγχρωμοι δεν το θεώρησαν σπουδαίο. Οι λευκοί δεν το αγόρασαν. Οι περισσότεροι έγχρωμοι που το διάβασαν το μίσησαν. Το φοβήθηκαν. Κι ενώ οι ειδήμονες έδωσαν πολύ καλές κριτικές για το εν λόγω βιβλίο, το αναγνωστικό κοινό παρέμεινε αδιάφορο. Όμως, (εκτός από το έργο του DuBois) το «Cane» εμπεριέχει την πιο ομορφη πρόζα που έχει γραφτεί από Νέγρο στην Αμερική. Όπως το τραγούδι του Robeson, είναι πραγματικά φυλετικό. Όμως, παρά την σκανδιναβοποιημένη νέγρικη διανόηση και τις επιθυμίες κάποιων λευκών εκδοτών, έχουμε ήδη μία αυθεντική νέγρικη λογοτεχνία να μας συντροφεύει. Τώρα αναμένω την άνοδο του νέγρικου θεάτρου. Η παραδοσιακή μουσική μας, έχοντας επιτύχει παγκόσμια φήμη, προσφέρεται στην ιδιοφυΐα ενός μεγάλου Νέγρου συνθέτη που δεν έχει έρθει ακόμα. Και μέσα στην επόμενη δεκαετία αναμένω να δω τη δουλειά μιας σχολής έγχρωμων καλλιτεχνών που θα ζωγραφίζουν και θα αναπαριστούν την ομορφιά των σκουρόχρωμων προσώπων αποτυπώνοντας την έκφραση των δικών τους ψυχικών κόσμων με νέες τεχνικές. Και οι Νέγροι χορευτές που θα χορεύουν σαν τη φλόγα και οι τραγουδιστές που θα συνεχίσουν να τραγουδάνε σε όλους όσους τους ακούνε – θα είναι μαζί μας με μεγαλύτερους αριθμούς αύριο.

Τα περισσότερα δικά μου ποιήματα είναι φυλετικά σε θεματική και διαχείρηση, προερχόμενα από τη ζωή έτσι όπως την έζησα. Σε πολλά από αυτά προσπαθώ να κρατήσω κάποια από τα νοήματα και τους ρυθμούς της τζαζ. Είμαι ειλικρινής, αφού ξέρω πώς να υπάρχω μέσα στα ποιήματά μου… ωστόσο μετά από κάθε παρουσίαση απαντάω σε ερωτήσεις όπως οι ακόλουθες από τους δικούς μου ανθρώπους: Πιστεύεις ότι οι Νέγροι πρέπει πάντα να γράφουν για τους Νέγρους; Εύχομαι να μη διάβαζες κάποια από τα ποιήματα σου στους λευκούς. Πώς μπορείς να βρεις οτιδήποτε ενδιαφέρον σε ένα μέρος όπως ένα καμπαρέ; Γιατί γράφεις για τους μαύρους; Δεν είσαι μαύρος. Τι είναι αυτό που σε κάνει να γράφεις τόσα πολλά τζαζ ποιήματα;

Όμως η τζαζ για μένα είναι μία από τις εγγενείς εκφάνσεις της Νέγρικης ζωής στην Αμερική: ο αέναος χτύπος της Νέγρικης καρδιάς – ο χτύπος της εξέγερσης ενάντια στην φθορά σε ένα λευκό κόσμο, ένα κόσμο υπόγειων τρένων και δουλειάς, δουλειάς, δουλειάς… ο χτύπος της χαράς και του γέλιου, του πόνου που καταπίνεις σε ένα χαμόγελο. Όμως η ιδιοκτήτρια ενός club στη Φιλαδέλφεια ντρέπεται να πει πως η φυλή της έφτιαξε αυτή τη μουσική και δεν της αρέσει που γράφω γι’ αυτό. Το παλιό μήνυμα που κρύβει το υποσυνείδητο, «ό,τι προέρχεται από τους λευκούς είναι καλύτερο», διαπερνά το μυαλό της. Με όλα τα χρόνια σπουδών υπό την επίβλεψη λευκών δασκάλων, μια ζωή εκτεθειμένη σε βιβλία, φωτογραφίες και έρευνες των λευκών, έχοντας υιοθετήσει τους τρόπους, την ηθική και τα πουριτανικά πρότυπα, νιώθει αποστροφή προς την πνευματικότητα. Και τώρα γυρίζει απαξιωτικά το κεφάλι της στην τζαζ και όλες τις μορφές αυτής- όπως σε οτιδήποτε αφορά τη φυλή της. Δεν την νοιάζουν τα πορτραίτα Νέγρων του Winold Reiss γιατί είναι «υπερβολικά νέγρικα». Δε θέλει μία πραγματική εικόνα του εαυτού της από κανέναν. Θέλει ο καλλιτέχνης να την κολακέψει, να κάνει τους λευκούς να πιστέψουν πως όλοι οι νέγροι είναι τόσο περήφανοι και τόσο κοντά στην λευκότητα όσο εκείνη θέλει. Αλλά, στο δικό μου μυαλό, είναι το καθήκον του νεαρού Νέγρου καλλιτέχνη, εάν αποδεχθεί κάποιο καθήκον, να μετατρέψει μέσω της δύναμης της τέχνης του, αυτό τον αρχαίο ψίθυρο που λέει «Θέλω να γίνω λευκός» και που κρύβεται στις φιλοδοξίες των δικών του, σε αμφισβήτηση: «Γιατί να θέλω να γίνω λευκός; Είμαι Νέγρος – και όμορφος!».

Γι αυτό ντρέπομαι για τον μαύρο ποιητή που λέει: «Θέλω να γίνω ποιητής, όχι απλά ένας Νέγρος ποιητής» λες και ο κόσμος της φυλής του δεν είναι τόσο ενδιαφέρων όσο οποιοδήποτε άλλος κόσμος. Ντρέπομαι, ακόμα, για τον έγχρωμο καλλιτέχνη που αποφεύγει τα πορτραίτα των Νέγρων προσηλωμένος στα ηλιοβασιλέματα, φοβούμενος την παράξενη μη λευκότητα των χαρακτηριστικών του. Ένας καλλιτέχνης πρέπει να είναι ελεύθερος να επιλέξει τι θα κάνει, σίγουρα, αλλά επίσης δε θα πρέπει να φοβηθεί να κάνει αυτό που επέλεξε.

Άσε τους δυνατούς και σκληρούς ήχους της Νέγρικης Τζαζ και την κυμαινόμενη φωνή της Bessie Smith στα μπλουζ να εισχωρήσουν στα κλειστά αφτιά των έγχρωμων διανοούμενων, μέχρι να ακούσουν και τότε ίσως καταλάβουν. Άσε τον Paul Robeson να τραγουδάει το Water Boy, τον Rudolph Fisher να γράφει για τους δρόμους του Χάρλεμ, τον Jean Toomer να κρατάει στη χούφτα του την παλλόμενη καρδιά της Τζώρτζια, τον Aaron Douglas να ζωγραφίζει τις παράξενες μαύρες φαντασιώσεις του που κάνουν τον περφήφανο Νέγρο μικροαστό, χωμένο μέσα στα λευκά, φημισμένα και συνηθισμένα βιβλία του να δει στα πεταχτά την αντανάκλαση της δικής του ομορφιάς.

Εμείς οι νεότεροι μαύροι καλλιτέχνες που δημιουργούμε τώρα την τέχνη μας, έχουμε πρόθεση να εκφράσουμε, ο καθένας τον σκουρόχρωμο εαυτό του χωρίς φόβο ή ντροπή. Αν οι λευκοί νιώσουν ευχαρίστηση, τότε χαιρόμαστε γι’ αυτό. Αν όχι, δεν έχει καμία σημασία για μας. Ξέρουμε ότι είμαστε όμορφοι. Και άσχημοι. Τα τύμπανα κλαίνε και γελάνε. Αν οι έγχρωμοι ευχαριστηθούν, τότε χαιρόμαστε γι’ αυτό. Αν όχι, η δυσαρέσκειά τους δεν έχει καμία σημασία. Κι έτσι, δυνατοί, χτίζουμε τους ναούς του αύριο, έχοντας αποκτήσει επίγνωση και ορθώνουμε τα σώματά μας στην κορφή του βουνού, ελεύθεροι μέσα μας.

μετάφραση: Blackcat

5 1 vote
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments